Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Κάσση Κυριακή «Εκεί όπου το παλλόμενο φως διατρέχει τον συγχρωτισμό των μορφών»



Ανακάλυψα την δουλειά της Αγάπης Μαντζιώρη  προ ολίγων μηνών. Θα έλεγε κανείς ότι ανήκει στις σπάνιες περιπτώσεις δημιουργικών ατόμων , όπου το εικαστικό τους ιδίωμα εκτυλίσσεται με μέθοδο και ενάργεια σκέψης, με φυσική αυτάρκεια που δεν υπόκειται στον ψυχαναγκασμό της υπερπροβολής άνευ εμβάθυνσης και κινήτρου.
   Η πολυσυλλεκτική της οπτική, σμιλεμένη μάλλον από ένστικτο και λιγότερο ως επιβεβλημένη ανάγκη, διαπραγματεύεται και –εν τέλει- κερδίζει το στοίχημα της ρυθμικής εξισορρόπησης, ανάμεσα στη στιβαρή αυτοπειθαρχία του σώματος και της διανόησης, στο μέτρο του προπονημένου αθλητή(σε διαρκή συνομιλία με την δεύτερή της ειδικότητα, αυτήν της γυμνάστριας-προπονήτριας)με το ανήσυχο, ευερέθιστο αισθητήριο του εκκολαπτόμενου εικαστικού. Η αυτοπειθαρχία  που προκύπτει μέσα από την προπόνηση, ενισχύει το δημιουργικό της πείσμα και προσδίδει στα έργα της λανθάνουσα επιτάχυνση, σε μια ηχηρή αναζήτηση της συν-ύπαρξης του ατόμου, κάτω από τον φλοιό των κοινωνικών προσλαμβανουσών, που σκιάζουν την φωτεινή πτυχή της γειτνίασης των μορφών –μονάδων. Αυτό που ενδιαφέρει την λεπτολόγα έρευνά της, είναι η ενέργεια που ελευθερώνεται με την αλληλεπίδραση των ανθρώπων, που διαχέεται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα των χρωματιστών ανθρωποκεντρικών της ενσταντανέ, παγώνοντας τον χρόνο σε γόνιμες στιγμές και ξορκίζοντας την μοναξιά, με την φωτεινή αχτίδα που καθιστά τα πάντα διαπερατά. Κι αν ο Bergson διατείνεται ότι « οι αισθήσεις μας χρειάζονται εκπαίδευση», η Μαντζιώρη προχωράει ένα βήμα παραπέρα, στην κατά  Rilke «καταβύθιση στον εαυτό», ανασύροντας από την πλούσια συγκομιδή των αναμνήσεών της εικόνες, οσμές, ανεπαίσθητες χειρονομίες, σε στιγμιότυπα, πριν από το πάγωμα της απεικόνισης.
Το κριτήριο της θεματολογίας διαπνέεται στο σύνολό του από στιγμιότυπα της φαινομενικά ασήμαντης καθημερινότητας, απλές φωτεινές πτυχές ή και σκιερές, όπου το φως διέρχεται για να αξιοποιήσει την ενέργεια που εκλύεται, που είναι ανακυκλώσιμη, εναλλασσόμενη και μη επαναλαμβανόμενη, αλλά αφήνει ανοιχτή την προοπτική της δυνητικά βελτιωτικής κίνησης σε κάθε αποτυπωθείσα στιγμή: Συναντήσεις προσώπων στην παραλία, σε αθλήματα, στην φύση, συνταξιδιώτες στο ίδιο κουπέ του τρένου προς ίδια ή άγνωστη κατεύθυνση, σε διαρκή συνομιλία με την απεραντοσύνη του χρωματικού χώρου, μετανάστες στην δίνη του ξεριζωμού, ανιχνεύουν με υποφώσκουσα αισιοδοξία τον συχνά αδυσώπητο συναγελασμό.
"Ταξιδευτές" Ακρυλικό σε μουσαμά  Διαστάσεις  30 x 40 cm


Ειδικότερα, για τους «Ταξιδευτές»: 

Στον πίνακα αυτόν, που συμπυκνώνει σε μεγάλο βαθμό τους προβληματισμούς της, η Μαντζιώρη αφομοιώνει όλες της ιμπρεσιονιστικές της επιρροές με γνώμονα μια βαθύτερη εξπρεσιονιστική πρόθεση. Σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, η υπαρξιακή μοναξιά των μορφών –μονάδων, που καταλαμβάνουν θέσεις σ’ένα παράθυρο τρένου «μοιράζεται»δια  δύο : Μια κατάσταση μοναξιάς αυτόματα διαθλάται με την γρήγορη εναλλαγή των  στιγμών στο συνδιαμορφωμένο  από τις δυο δεσπόζουσες φιγούρες ενεργειακό πεδίο  όπου η σκιά παραχωρεί γενναιόδωρα τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο φως. Άλλωστε, η  εικαστική ανάγνωση του έργου αυτού καθιστά σαφές ότι θα πραγματωθεί μέσα σε συνθήκες αδιαπραγμάτευτης φωτεινότητας, που ενδυναμώνεται από τη δόμηση της χρωματικής παλέτας.. . Τίποτα δεν είναι αφημένο στην τύχη :Η επιφάνεια των χρωμάτων κατά το πλάσιμο της φόρμας μαρτυράει το ιμπρεσιονιστικό άγγιγμα, με αδρή, μεθοδικά κατευθυνόμενη πινελιά σε επιλεγμένα σημεία, αντισταθμίζοντας την στατικότητα των στοχαζόμενων προσώπων, ώστε να επέλθει η εξισορρόπηση ανάμεσα σε ψυχρούς και θερμούς τόνους, στην βάση ενός συνθετικά «δίκαιου» καταμερισμού της τονικότητας. Ο δυναμισμός της πινελιάς δίνει ώθηση στο μάτι του θεατή να ανακαλύψει την κίνηση της αμαξοστοιχίας, που ενυπάρχει σε όλα τα στοιχεία του πίνακα. Οι θερμές μίξεις  του κόκκινου και οι ψυχροί τόνοι του κίτρινου συμπράττουν στις δυο άκρες και στο μέσον του έργου σε ένα ενορχηστρωμένο διάλογο του πρώτου επιπέδου με το φόντο. Το θέμα μοιάζει να διαιρείται σε οριζόντιες ζώνες χρώματος και φόρμας, με σωστή εναλλαγή τονικότητας και  με τη συμπαράθεση συμπληρωματικών χρωμάτων.

Στο δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, που ουσιαστικά πλαισιώνει σαν κορνιζαρισμένη προοπτική  το ανθρώπινο στοιχείο , -το παράθυρο του ορίζοντα- οι ανεπαίσθητοι γραφισμοί δίνουν την εντύπωση της κινούμενης προέκτασης των κορυφογραμμών,  τις οποίες καταγράφει το βλέμμα του επιβάτη στο αστραπιαίο πέρασμά τους στον χωροχρόνο. Οι γενναίες και ρυθμικά παλλόμενες ποσότητες χρώματος στον χώρο του παραθύρου , επαληθεύουν το φαινόμενο της ρευστής κίνησης εκπνέοντας στην θολή γράμμωση των βουνών, για να αφήσουν εντός της φευγαλέας , διακτινιζόμενης σκέψης ένα μήνυμα ελπίδας: Όποιος κι αν είναι ο προορισμός, η απόληξη του ταξιδιού, η αμφίρροπη εξέλιξη της αλληλεπίδρασης των μορφών, αυτό που έχει πραγματική υπόσταση είναι η διαδρομή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου