Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Η γυμνή αλήθεια της τέχνης

Η εσωτερική σχέση μεταξύ του φρενήρους, διονυσιακού ερωτισμού και του θανάτου όπως τη θεματοποίησε λογοτεχνικά ο Ζορζ Μπατάιγ

«The Parallel Bars», πίνακας του Πιερ Κλοσόφσκι




Georges Bataille
Ο νεκρός
Μετάφραση Αγγελική Πέτρα.
Σχέδια Χριστιάνα Σούλου. 
Εκδόσεις Αγρα, 2013, 
σελ. 74, τιμή 16 ευρώ

Υπάρχει ένα ανεπικοινώνητο, μη αναγώγιμο θεμέλιο της εμπειρίας που δεν μπορούμε να το εκφράσουμε και για το οποίο δημιουργούμε ισοδύναμα ομοιώματα.
Πιερ Κλοσόφσκι

Τι κοινό έχουν ο έρωτας και ο θάνατος; Πώς είναι δυνατόν στην κυρίαρχη αρχή της ευχαρίστησης, βάσει της οποίας αποφεύγουμε - σύμφωνα με τον Φρόιντ - κάθε τι δυσάρεστο (τον πόνο, τη φρίκη), να υπεισέρχεται η καταστροφική ενόρμηση θανάτου; Μια ευχαρίστηση που έρχεται από το πέραν της ευχαρίστησης;

Ιερή ποίηση
Στο ερώτημα αυτό ο Μπατάιγ (1897-1962) δίνει μια απάντηση που έχει τις καταβολές της τόσο στη διονυσιακή φιλοσοφία του Νίτσε όσο και στις εθνολογικές μελέτες του Μαρσέλ Μος για την οικονομία του Δώρου, αλλά και στις παρατηρήσεις του φίλου του Μισέλ Λεϊρίς για τη συνάφεια ταυρομαχίας και ερωτισμού ως εμπειριών όπου διαφαίνεται η δυνατότητα του αδύνατου: η συντέλεση της «ολοκληρωτικής επικοινωνίας» και ένωσης μέσω της τελετουργικής θυσίας και του θανάτου. Σε αυτές τις εμπειρίες ο Μπατάιγ έρχεται να προσθέσει και την τέχνη της αυθεντικής ποίησης (Σαντ, Μποντλέρ, Προυστ, Ζενέ κ.ά.) ως συμβολικής μορφής αντιπαραγωγικής σπατάλης όπου τόσο η φιγούρα του συγγραφέα όσο και εκείνη του αναγνώστη διαλύονται μέσα σε μια μη διαλεκτική γλώσσα έντασης που έχει εκκενωθεί από κάθε νόημα και σημασία. Υπ' αυτή την έννοια, η ποίηση συνιστά για τον γάλλο συγγραφέα «δημιουργία μέσω της απώλειας» και η λειτουργία της θεωρείται «παραπλήσια με εκείνην της θυσίας», και άρα ιερή. Αντιλαμβανόμαστε πόσο μακρινή και αδιανόητη φαντάζει σήμερα, την εποχή της «βέβηλης» ή ήσσονος διαδικτυακής επικοινωνίας και του ναρκισσισμού του Facebook, αυτή η οριακή εμπειρία της «ιερής» επικοινωνίας που επικαλείται ο Μπατάιγ.

Πρόσ-τυχη κατεύθυνση
Στο σύντομο διήγημα Ο νεκρός (1943) ο Μπατάιγ θεματοποιεί λογοτεχνικά την εσωτερική σχέση μεταξύ του φρενήρους, διονυσιακού ερωτισμού και του θανάτου. Η Μαρία βρίσκεται σε απόγνωση επειδή ο αγαπημένος της Εντουάρ πεθαίνει ξαφνικά, πριν αυτή προλάβει να εκπληρώσει την τελευταία του επιθυμία να απογυμνωθεί μπροστά του, δηλαδή να ανοιχτεί άνευ όρων στον σύντροφό της. «Παράφρων και γυμνή», βγαίνει από το σπίτι του νεκρού για να παραδοθεί σε μια ξέφρενη πορεία κατά την οποία αφού πρώτα διασχίζει ένα βροχερό και λασπωμένο δάσος, κατόπιν εισέρχεται σε ένα πανδοχείο, για να επιστρέψει τελικά στο σπίτι του νεκρού, όπου δίνει τέλος στη ζωή της με μια ύστατη χειρονομία που θα την ενώσει μαζί του με τα δεσμά του θανάτου. Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού στο βάθος της νύχτας, με βάρκα όχι την ελπίδα αλλά την απροϋπόθετη κατάφαση της «πρόσ-τυχης κατεύθυνσης» (όπως εύστοχα έχει χαρακτηρίσει ο Δ. Δημητριάδης την εμπειρία του ερωτισμού στον Μπατάιγ), η Μαρία παραβιάζει με προκλητικό και άσεμνο τρόπο κάθε κώδικα της κοινωνικής αρχής της πραγματικότητας. Ο Μπατάιγ θεωρεί ότι μόνο μέσα από την εκστατική υπέρβαση των ατομικών ορίων και των κοινωνικών κωδίκων μπορεί να επιτευχθεί η πολυπόθητη αλλά κατά κανόνα ανέφικτη επικοινωνία μεταξύ των όντων, το πέρασμα από την απομόνωση στην ένωσή τους. Το ότι στο έργο του Μπατάιγ ο ερωτισμός δεσπόζει μεταξύ των μορφών της ιερής επικοινωνίας έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο θάνατος του χριστιανικού θεού (εγγυητή της ταυτότητας του εγώ και της συνοχής του κόσμου), όπως αυτός ανακοινώθηκε μέσα από τη φιλοσοφία του Νίτσε με την περιώνυμη φράση «Ο θεός είναι νεκρός», ανοίγει τον χώρο για την εμφάνιση ακραίων μορφών σεξουαλικής απόλαυσης, η οποία έχει τελείως «αποφυσικοποιηθεί» και ως εκ τούτου δεν έχει πλέον καμία σχέση με τον «πρόσχαρα βέβηλο κόσμο των ζώων» (Φουκό). Στον Νεκρό του Μπατάιγ η μοντέρνα αυτή εμπειρία όχι τόσο της επονομαζόμενης «απελευθερωμένης» όσο της πολύμορφα διαστροφικής σεξουαλικότητας, όπου οι ενορμήσεις του έρωτα και του θανάτου δεν αποτελούν πλέον ποιοτικές αντιθέσεις, αποκτά λογοτεχνική μορφή. Με μια γλωσσική τεχνική που θυμίζει εκείνη των γρήγορων κινηματογραφικών σεκάνς, ο Μπατάιγ μάς εισάγει στον χώρο αυτής της εμπειρίας, που ξεκινά με τη λογοτεχνία του Σαντ και όπου ο «ερωτισμός είναι η μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής».

Η γυμνότητα
Τα σχέδια της Χριστιάνας Σούλου, που κοσμούν την έκδοση και διακόπτουν τη γραμμική δομή του βιβλίου, δεν πρέπει να εκληφθούν ως απλές εικονογραφήσεις της γυμνής Μαρίας ή του νεκρού Εντουάρ. Η Σούλου δεν «μιμείται» τον γυμνό άνθρωπο, αλλά σχεδιάζει ομοιώματα της γυμνότητας σύμφωνα με μια οπτική που δεν παραπέμπει στη φυσική ανατομία αλλά στην ανατομία της εικόνας. Ακολουθώντας τους προσίδιους νόμους της εικόνας, και μια μακρά σειρά καλλιτεχνών (από τον Ενγκρ και τον Κουρμπέ έως τον Κλέε και τον Κλοσόφσκι), αποφυσικοποιεί με τη σειρά της το γυμνό. Σε μια ημερολογιακή σημείωση για το έργο του Ανδρόγυνη φιγούρα (1899), ο Κλέε παρατηρεί ότι η προτίμηση ερωτικών θεμάτων στη ζωγραφική ανταποκρίνεται στην ιδιαίτερη αίσθηση του ζωγράφου για την ανατομία της εικόνας και ότι ο «γυμνός άνθρωπος» ως αισθητικό αντικείμενο θα πρέπει εν τέλει να μορφοποιηθεί με καθαρά εικονο-ανατομικούς όρους. Οπως στο λογοτεχνικό έργο του Μπατάιγ η γυμνότητα (ισοδύναμη της α-λήθειας στον Χάιντεγκερ) αποτελεί το αδιανόητο γεγονός της διάνοιξης του ανθρώπου προς τον άλλο και προς το ετερογενές, έτσι και στα 14 ερωτικά σχέδια της Σούλου η απροκάλυπτη έκθεση της γυμνότητας συγκαλύπτει το μυστήριο της ανέφικτης εσωτερικής εμπειρίας του ερωτικού σώματος. Στην εν λόγω έκδοση η τέχνη κρύβει δείχνοντας (εικόνα) και σιωπά μιλώντας (λογοτεχνία). Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως, για να αναδειχθεί η εμπειρία του ζωντανού σώματος, χρειάζεται παραδόξως το θανατηφόρο φάρμακο της υπολειπόμενης σε ζωντάνια γραφής και του παρομοίως υπολειπόμενου σε πληρότητα σχεδίου.

Ο κ. Διονύσης Καββαθάς είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας και Αισθητικής των Μέσων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (dionysos@panteion.gr).

βήμαgazino

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου