Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

τόσα πεθαμένα λουλούδια


Δημήτρης Τανούδης

Ερχόμουν εγώ κάθε νύχτα κι άφηνα ένα λευκό τριαντάφυλλο στο περβάζι της πόρτας της. Δεν περνούσε κανείς τέτοιες ώρες κι έβρεχε συχνά αυτή την ψιλή βροχούλα που ταιριάζει με τη μοναξιά και σα να μην αφήνει τη σκιά σου να πέσει στους τοίχους. Αλλά κοιτούσα εγώ με προφύλαξη μήπως θελήσει κανείς να μ’ ανταμώσει για μονομαχία, ο κρυφός της, σκεφτόμουν, αγαπητικός, εκείνος που με παραφυλά.
Τούτο όμως το κορίτσι ήταν όπως κι αυτός της φαντασίας μου. Αυτόν τον σκεφτόμουν μοναχά όταν άφηνα το λουλούδι. Εκείνη όλη τη μέρα δεν έπαιρνα το νου μου από πάνω της. Μια σπουδάστρια ξένη απ’ το νησί που ήρθε εδώ για να κόψει δεσμούς με γονείς και δικούς κι αλογάριαστα στόματα που χύναν για κείνη το σάλιο τους. Πίσω στη μακρινή πατρίδα χανόταν η ρίζα της μαγικής της ομιλίας, ένα κελάρυσμα από γένος κατακτητών βασιλιάδων. Όλα απ’ αυτούς είχανε εκφυλιστεί μέσα στους χρόνους και τίποτα δεν απόμεινε εκτός από κείνη τη δική της μιλιά. Εκεί, σκεφτόμουν, στη μακρινή πατρίδα, είχε αφήσει το παιδί της. Αλλά ούτε κι αυτό πια τ’ αγαπούσε.
Δεν πηγαίνει στα μαθήματα και της άρεζε να ρίχνει δεμάτια χαρτιού στην ξυλόσομπα, βιβλία που ’χε μόλις διαβάσει. Πότε πότε μόνο βγαίνει στην αγορά για τους καρπούς και τα φρούτα που έπηζε μετά στα λικέρ της. Τα σιγοπίνει αυτά με τη μόνη της φίλη, μια καλόγρια που κάποτε είδα στ’ αλήθεια να της χτυπάει την πόρτα. Φοράει λευκή, φανταζόμουν, πουκαμίσα η αγαπημένη μου. Και την προβάρει στον καθρέφτη της σοφίτας κι έχει σαν από ελεφαντόδοντο ένα κοκαλάκι να της κρατά τα μαλλιά. Λευκό έτσι και το λουλούδι που κάθε αυγή, όταν εγώ πήγαινα στη δουλειά, δεν ήταν πια εκεί. Το κορίτσι το είχε πάρει από αγάπη.
Χρόνια μετά ανέβηκα στο μοναστήρι, πεζοπορία τη νύχτα, δρόμος πολύς μ’ αναμμένα κεριά. Φτάσαμε όλοι ψηλά στη μονή για να προσευχηθούμε μεσάνυχτα. Κι έριχναν ύστερα τα πυροτεχνήματα και σφάζαμε τον ταύρο με το σημάδι του σταυρού κι όλη νύχτα βράζαμε στα καζάνια λασπωμένο κουρκούτι που γινόταν φάρμακο των μεθυσμένων καθώς ξημερώναν οι πρώτοι ψαλμοί. Εκεί, πριν ακόμα τον ήλιο, στο έδρανο καθισμένος, μακριά απ’ τους φίλους, νιώθω τα χέρια. Με πιάνει εκείνη απαλάέλα, έλα, μπορώ να σ’ το πω, θέλω να το μάθεις.
Μου δείχνει, ανεβαίνοντας τη σκάλα, το μικρό της κελί, πικρά φωτισμένο από τη μαύρη σάρκα των λουλουδιών. Στα πατώματα και στους τοίχους και στην πεταλωτή ακόμα οροφή, ανάμεσα στις σανίδες, κρεμασμένα σαν πεθαμού φαναράκια όλ’ αυτά τα λουλούδια μου. Κι έβλεπα χωρίς να μιλώ τα κοτσάνια τους σαν λεπτά ξύλα που πήραν φωτιά αλλά τα έσβησαν μ’ ένα φύσημα κι έμεινε η μαύρη τους λιγδιασμένη κόρα. Εδώ κι εκεί τα ’βλεπα και μερικά ακόμη βαστούσαν τα πέταλα στις κορφές τους. Ήταν λες και τους πήραν το στέμμα τους κι έμεινε η σκουριά αλλά δεν λυγίσαν αυτά σαν από θύμηση του παλιού μακρινού τους ήλιου.
Γιατί είμαι η αγάπη σου εγώ λέει η καλόγρια και σκύβει κι αυτή χάμω ολόμαυρη καμπουριαστή όπως σε κηδεία. Τι είν’ αυτό που σου χρωστώ για την τόση αγάπη; Τίποτα απ’ το κορμί δεν μπορώ πια να σου δώσω. Έχω όμως τη μιλιά μου κι ανέβηκε τότε η φωνή της κι άρχισε να ψέλνει γλυκά κι άκουσα σύγκορμος το κελάρυσμα του παλιού βασιλικού γένους και δεν ήθελα παρά να κάτσω εκεί και ν’ αφηγηθώ μέρες και χρόνους τη ζωή της. Όλα. Όλα να τα πω, να τα μάθει, χωρίς να κρύψω τις μονομαχίες ακόμα και τους πεθαμένους άντρες ακόμα, τόσους πεθαμένους απ’ τα χέρια μου άντρες, κάθε νύχτα μπρος στο περβάζι μόνο για τη δική της καρδιά. Είναι, μου είπε,όλοι αυτοί γύρω μας, τα λευκά τριαντάφυλλα. Καθένας τους ήταν εχθρός σου. Κι έπρεπε να πεθάνει για να μη με πάρει μακριά. Αλλά χρειάζεται να μονομαχήσεις και μ’ άλλους, κανείς να μην απομείνει, να ’μαι μόνο δική σου. Και τότε θα θάψουμε όλα τα τριαντάφυλλα, θα ’μαστε μονάχα εμείς.
Και με νανούρισε με τη φωνή της που σαν να ερχόταν όλο από πιο μακριά, αιώνες και βάθη ώς τη χωμάτινη ρίζα της. Κι ονειρεύτηκα πως ήμουν εγώ πέταλο τσακισμένο σ’ ένα λουλούδι δίπλα από άλλα πεθαμένα μυριάδες λουλούδια σε μια σοφίτα όπου άλλη μαυροντυμένη γυναίκα έψαλλε σ’ έναν άντρα που αγαπούσε το δικό του λευκό κορίτσι. Μ’ αυτό τον άντρα είχα μονομαχήσει κάτω απ’ τη βροχή όταν άφηνε το λουλούδι του μπρος στο περβάζι. Και μ’ είχε σκοτώσει. Αλλά δεν ένιωθα λύπη, ούτε τόση δα στενοχώρια.
Ξύπνησα απ’ τα φιλιά της στα μάτια μου κι είχε ανέβει ο ήλιος κι έδειχνε όλη τη χνουδωτή μούχλα πάνω στα λουλούδια. Ανταμώθηκα τότε με το τριχωτό γερασμένο πρόσωπο της γυναίκας κι αμέσως μάνα μου της είπα, μάνα μου! της είπα φωναχτά.Ήθελα μόνο ν’ ακούσω να το λες ψέλλισε και ξανά μου φιλούσε το μέτωπο και μύριζα τον αχνό και τη βαριά της αποθυμιά. Καρπούς. Τόσους καρπούς. Και φρούτα γλυκά.Θα σ’ αφήσω να γυρίσεις στο γένος σου. Ήθελα μόνο να ακούσω να το λες.  


 ΧΡΟΝΟΣ 11 (03.2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου