Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Έμφυτο Ελάττωμα

      
Τώρα που ο αφρός των οσκαρικών και λοιπών βραβεύσεων έλαβε ευτυχώς τέλος, ώρα να υποδεχτούμε την καλύτερη αμερικανική ταινία της χρονιάς. Μια γενναία και πιστή διασκευή στο ομότιτλο βιβλίο ενός από τους σημαντικότερους εν ζωή συγγραφείς από τον πιο περιπετειώδη σκηνοθέτη που εργάζεται αυτή τη στιγμή στις Ηνωμένες Πολιτείες.


Εδώ και εφτά πλέον μεγάλου μήκους ταινίες, ο Πολ Τόμας Άντερσον οικοδομεί ένα όνειρο καριέρας που με σημερινά δεδομένα και για τα μάτια των περισσότερων είναι λογικό να μοιάζει χιμαιρικό, αν όχι παράταιρο: επιστρέφοντας το σινεμά της χώρας του πίσω στην καλλιτεχνικά ένδοξη δεκαετία του '70, τότε που οι ταινίες έπαιρναν ρίσκα και δημιουργοί με εντελώς αντισυμβατικό όραμα γεννούσαν κάθε μέρα κι από μια μικρή κινηματογραφική επανάσταση, ο 45χρονος σκηνοθέτης επιχειρεί να αναβιώσει στη φιλμογραφία του κάτι από το πνεύμα και τον τυχοδιωκτισμό εκείνης της εποχής.

Από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση πίσω από την κάμερα χάρη στο χαρτοπαικτικό δράμα «Hard Eight» (1996), και έναν χρόνο μετά με το αποστομωτικό οικογενειακό έπος του «Ξέφρενες Νύχτες», ο Αντερσον κατέστησε από νωρίς σαφές ότι δεν θα συγχρονιζόταν στους κανόνες και τις μόδες κανενός.

Αλλά όπως ο αγαπημένος του, Ρόμπερτ Ολτμαν, ένας δημιουργός στον οποίο ρίχνει διαρκώς κλεφτές ματιές και κάνει συχνές στυλιστικές αναφορές, θα κατόρθωνε να υπηρετεί ένα εντός χολιγουντιανών γεωγραφικών συντεταγμένων, όμως εντελώς προσωπικό και ευρύ σε μέγεθος, ιδέες και εκτόπισμα έργο.

Με την καινούργια του ταινία, και ύστερα από το ανώτερο φιλμικό δίπτυχο των «Θα Χυθεί Αίμα» (2007) και «The Master» (2010), μέσω των οποίων η επιβλητικής δομής και στοχασμού προσέγγιση του Αντερσον έμοιαζε να επικοινωνεί με το μεγαλείο ενός Όρσον Γουέλς, ο σκηνοθέτης δείχνει να επιστρέφει σε μια παιχνιδιάρικη διάθεση που φαίνεται να είχε λείψει από τις δουλειές του.
Και παρ' όλο που η απόφασή του να διασκευάσει έναν από τους πιο κορυφαίους και θεωρητικά μη κινηματογραφίσιμους συγγραφείς της σύγχρονης λογοτεχνίας θα πρόδιδε το αντίθετο, ο σκηνοθέτης απομακρύνεται προσωρινά από το βασίλειο των μεγάλων ιδέων, των bigger than life ηρώων, των σύνθετων αλληγοριών και της αναπόφευκτης σοβαροφάνειας για να καταφύγει σε ένα πιο αυθόρμητο και οργανικό σινεμά.
Στο ομώνυμο βιβλίο που έγραψε το 2009, ο δυσθεώρητος και σταθερά αυτοεξόριστος από κάθε δημοσιότητα Τόμας Πίντσον («Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας») προσπάθησε να δώσει μια εναλλακτική και εντελώς εκκεντρική εκδοχή στο κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα συγγραφέων όπως ο Ντάσιελ Χάμετ και ο Ρέιμοντ Τσάντλερ.
Μόνο που ο δικός του ντετέκτιβ ήρωας ελάχιστα θυμίζει τους σκληροτράχηλους λογοτεχνικούς προγόνους του, φέρνοντας περισσότερο στο μυαλό τον ανατρεπτικό και εκμοντερνισμένο Φίλιπ Μάρλοου που τόσο απολαυστικά αναπαράστησε ο Ρόμπερτ Ολτμαν στο «Long Goodbye» (1973) του.
Με το όνομα Λάρι «Ντοκ» Σπορτέλο (ένα από τα συνήθη παιχνίδια του συγγραφέα είναι να σκαρφίζεται για τους χαρακτήρες των βιβλίων του τα πιο απίθανα βαφτίσια), ο ήρωας του Πίντσον και της ταινίας του Αντερσον είναι ένας αθεράπευτος μαστούρης και συνάμα ένας αμετανόητος χίπης στην οριστική εκπνοή των flower power κινημάτων, καθώς ξεκινά η δεκαετία του ́70.
Παλιομοδίτης υπερασπιστής των στοιχειωδών και πιο αγνών εννοιών της ζωής, τον βλέπουμε να ξυπνά απότομα σε μια αμερικανική πραγματικότητα ανεπανόρθωτα τραυματισμένη από τον πόλεμο του Βιετνάμ, τις προεδρικές δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και των δυο Κένεντι, την εγκληματική δράση του Τσαρλς Μάνσον και των φανατισμένων ακολούθων του και την απότομη μεταστροφή της ζωής προς το πιο ατομιστικό και αδίστακτο.
Μέσα σε αυτό το μεταβατικό περιβάλλον που στέκει ως γέφυρα ανάμεσα στα ρέμπελα sixties και τις συνοφρυωμένες ημέρες των seventies, ο σχεδόν μονίμως υπό την επήρεια ναρκωτικών ντετέκτιβ προσπαθεί, για λογαριασμό μιας πρώην φιλενάδας του, να βρει τα ίχνη του εξαφανισμένου της εραστή, ο οποίος δεν είναι άλλος από έναν ζάμπλουτο μεγαλοεργολάβο με ύποπτες διασυνδέσεις.
Η περιπλάνηση του ήρωα τον φέρνει σε επαφή με βίαιους μπάτσους, new age απατεώνες, νεοναζί, σαστισμένα κορίτσια, φρικαρισμένους από την κοκαϊνη μεσήλικες οι οποίοι ξελογιάζουν νεαρά θηλυκά, μετανοημένους τζάνκι, νεκραναστημένους σαξοφωνίστες, πανίσχυρα καρτέλ ναρκωτικών και γίνεται ένα πολύχρωμο πανόραμα αμερικανικής παράνοιας το οποίο μοιάζει προοδευτικά να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την όποια τελική έκβαση του λαβυρινθώδους μυστηρίου.
Ατημέλητος, σχεδόν ρακένδυτος, με ένα τσιγαρλίκι διαρκώς εύκαιρο, ο Ντοκ αργοσέρνει, καθ ́όλη τη διάρκεια, τα βήματά του σαν ένας δονκιχωτικός απόηχος, που κυνηγά τους δικούς του ανεμόμυλους και περιφέρει ακόμη την ουτοπία του σε μια εκτυφλωτικά φωτεινή Καλιφόρνια της υπερβολής, της διαφθοράς και των κρυμμένων κινδύνων, δίχως να μπορεί να συλλάβει την παρακμή που συντελείται γύρω του.
Διανύοντας αλλεπάλληλα τροχιές γύρω από την έξοχη ερμηνεία του Γιοακίν Φίνιξ, εκθαμβωτικά φωτογραφημένη και γυρισμένη έτσι ώστε να μοιάζει σε σημεία με ένα πυρετικό όνειρο, η ταινία του Αντερσον απλώνεται στην οθόνη σαν όμορφη μέθη, σαν μια κινούμενη καρτ ποστάλ τεχνικολόρ χρωμάτων και ναρκωτικών αναθυμιάσεων από αλλοτινούς καιρούς.
Κάτω από τις τακτικές ιδιορρυθμίες του, όμως, το «Έμφυτο Ελάττωμα» επιφυλάσσει μια διάχυτη μελαγχολία για ένα είδος οριστικού τέλους της αθωότητας που φάνηκε να έχει συντελεστεί, όχι μόνο για την Αμερική αλλά για τον κόσμο ολόκληρο, και από το οποίο φαίνεται να πρόσφερε πρόσκαιρο διάλειμμα η γλυκιά παραίσθηση των sixties.
Όπως ο ελεγειακός και αποχαιρετιστήριος χαρακτήρας που μπόρεσε ο σπουδαίος Νιλ Γιάνγκ (τον οποίο ακούμε δύο φορές στο φιλμ) να κλείσει μέσα στα κορυφαία άλμπουμ τα οποία κυκλοφόρησε στις αρχές του '70, τότε που εκτυλίσσεται και το φιλμ δηλαδή, έτσι και ο Αντερσον ατενίζει με πικρή διάθεση το πέρας κάθε ρομαντισμού εμπρός στην έλευση μιας νέας εποχής κυνισμού και σκοταδιού.
Και αφού οι τίτλοι τέλους πέσουν στην οθόνη, ο σκηνοθέτης εμφανίζει ως κατακλείδα και θλιμμένη υπενθύμιση ένα σύνθημα γραμμένο σε κάποιο τοίχο του Παρισιού, όταν γύρω του εκτυλισσόταν ο Μάης του '68: «Κάτω από το λιθόστρωτο, η παραλία!».

ΕΜΦΥΤΟ ΕΛΑΤΤΩΜΑ (INHERENT VICE) - TRAILER (GREEK SUBS)

Πηγή Περιοδικό Σινεμά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου