Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Απολογισμός για την Συνεργατική έκθεση "Νέο Ερείπιο" στην γκαλερί ΖΟΥΜΠΟΥΛΆΚΗ

Φωτογραφικό σχόλιο από την Σοφία Αντωνακάκη

             

O Χάρης Κοντοσφύρης και πέντε εικαστικοί ( οι γλύπτες Μανόλης Ρωμαντζή, Χρήστος Τσώτσος και  οι εικαστικοί Νικόλα Καρναμπατίδης στην ηχητική εγκατάσταση, Αργύρης Ρήμος στα Αρχιτεκτονικά πρότυπα, Γιώργου Πανταζής στην Ζωγραφική σύμπραξη) παρουσιάζουν την συνεργατική έκθεση «Νέο Ερείπιο» στη γκαλερί Ζουμπουλάκη

O Χάρης Κοντοσφύρης και οι συνεργάτες του παρουσιάζουν το «Νέο Ερείπιο» στη γκαλερί Ζουμπουλάκη
Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014 12:34
Ο εικαστικός Χάρης Κοντοσφύρης και οι συνεργάτες του, μας υποδέχονται στη γκαλερί Ζουμπουλάκη και μας ξεναγούν στην ξεχωριστή εικαστική εγκατάσταση «Νέο Ερείπιο - Δρώντας στον Χαμένο Χώρο», την οποία παρουσιάζουν από 20 Φεβρουαρίου έως 15 Μαρτίου 2014. Πρόκειται για μία ζωγραφική σύμπραξη του κ. Κοντοσφύρη με τους γλύπτες Μανόλη Ρωμαντζή, Χρήστο Τσώτσο και τους εικαστικούς Αργύρη Ρήμο και Γιώργο Πανταζή, στην οποία αναδύονται και πλημμυρίζουν το χώρο: εξακόσια πουλιά, ελεύθερα σκυλιά, ο ποιητής Νίκος Καρούζος, ένα νησί αυτοεξόριστων που ανασκευάζουν εγκαταλειμμένα αρχιτεκτονικά πρότυπα σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής, οι κυρίες των ερειπίων στην κατεστραμμένη πολεμική Γερμανία,. Ο Νικόλας Καρναμπατίδης έχει αναλάβει την ηχητική εγκατάσταση και η Σοφία Αντωνακάκη το φωτογραφικό σχόλιο της πρόσκλησης. Άλλωστε, όπως μας λέει και ο Χάρης Κοντοσφύρης: «Αυτή είναι η πρόταση πάνω στη κρίση, ελάτε να συνεργαστούμε, να εργαστούμε μαζί»!

 Η συνέντευξη στο "Κ" της Καθημερινής στην Άννα Γριμάνη
Έκδοση (9/3/2014)


Τι είναι τα ερείπια; Ερείπια ιδεών;

Όπου  και αν βρεθείς, η απτή και ορατή εικόνα του ιστορικού χρόνου απαρτίζεται από αμέτρητα λείψανα της ανθρώπινης δημιουργίας, τα περιβόητα και απεριόριστα Ερείπια.
Τα ερείπια, ήταν ιδιωτικής χρήσης  χώροι που αναλήφθηκαν σε δημοσίους. Στα Ερείπια, βλέπεις πια δημόσια και αγγίζεις το περιεχόμενο της ιστορίας. Τα ερείπια είναι εκείνη η πολιτική συνθήκη που επιτρέπει να ξανά ορθώσουμε το παρελθόν ως δοκίμιο για την ζωή, την ποίηση σαν την ικανότητα να κατασκευάζουμε και την δικαιοσύνη σαν την συναίσθηση των κανόνων μιας κοινωνίας. Ερείπιο είναι η συνθήκη γυμνής  ζωής που βιώνουμε σήμερα.

Γιατί επιλέγετε ως πρόσωπο συμβολικό τον ποιητή Νίκο Καρούζο- ποια η σχέση μαζί του;
 Αναστοχαστής πολύ υψηλών ενδοσκοπήσεων ο ίδιος, μελετούσε καθημερινά την αποσύνθεσή του Απέκοπτε κάθε μέρα ένα στοιχείο της συνείδησης του. Αυτή η εκροή σκέψεων  του φαίνεται προδρομική αλλά στην πραγματικότητα έγραφε ανάδρομα: Ξυπνούσε πάντα ακέραιος. Μάζευε προσεκτικά τους σπασμούς και τα ερείπια δέντρα. γράφει η νέα ποιήτρια Μάγδα Χριστοπούλου, και συνεχίζει  μια άλλη, η Μαρία Τασούλα ακόμα πιο νέα …Μόνο μ' αγγίζουν οι ρίζες με το χώμα / και γυρίζω τρελά το βλέμμα μου / να δει τους δρόμους που ακούω / να ξανοίγονται σαν οδοστρωτήρες…  Ο Καρούζος τρελαίνεται για τον έρωτα και το παραισθησιακό αλκοόλ.  Κινείται από τη μια πλατεία στην άλλη, από την Μαβίλη στην Κολωνακίου. Ο ίδιος είναι  ένα πανέμορφο ερείπιο, είναι ο ίδιος ένα παράδειγμα αποκοπής.
 Κάποτε πηδάει μια μάντρα και παρυσφεί σε ένα ερείπιο. Εκεί στον εγκαταλειμμένο και παραμελημένο χώρο, συναντά έναν σκύλο. Αυτός είναι ο παλιός οικόσιτος φύλακας που παρέμεινε στην θέση του μετά την εγκατάλειψη από τους οικείους,  στρέφεται προς τον Καρούζο με ένα τούβλο στο στόμα και του λέει –Ανοικοδόμησε τώρα τον εαυτό σου ή το σπίτι, δε πά να είσαι διανοούμενος…! συγκλονίζοντας τον ποιητή. Ο Καρούζος τρεκλίζει και πέφτει στο συρματόπλεγμα προστασίας του ερειπίου. Τρομάζουν τα πουλιά, αναταραχή πάει να δημιουργηθεί, σκυλιά, παιδιά, πουλιά, κλαδιά,  όλα μαζί σε  ένα διαρκές παρόν, προασπίζονται την αναζήτηση του παρελθόντος ως χωρική εμπειρία, ως δράση στο χώρο.

Η συνεργατικότητα ως ιδέα, εκφράζει μια στάση ζωής σας;

Η έκθεση ολοκληρώθηκε με  την συνεργατική συμμετοχή των γλυπτών Μανόλη Ρωμαντζή, Χρήστου Τσώτσου και  των εικαστικών Νικόλα Καρναμπατίδη στην ηχητική εγκατάσταση, Αργύρη Ρήμου στα Αρχιτεκτονικά πρότυπα, Γιώργου Πανταζή στην Ζωγραφική σύμπραξη. Η Σοφία Αντωνακάκη σχολιάζει φωτογραφικά το όλο εγχείρημα με φωτογραφίες της.
Το «Νέο Ερείπιο» είναι μια εικαστική εγκατάσταση, που προτείνει τους εναπομείναντες χώρους ως μια αισιόδοξη ανασύνταξη του παραμελημένου ανθρώπινου χώρου. Εξακόσια πουλιά, εύλαλα γεμίζουν τον χώρο, ενθαρρύνουν τη συνάθροιση, τη συναγωγή και αποτελούν κάλεσμα για περισσότερη συνεργασία για περισσότερη αγωνιστικότητα και ουσιαστικότερες διαδηλώσεις. Δεν μπορούμε να απευθύνουμε στους άλλους κάλεσμα για συνεργασία χωρίς εμείς να δίνουμε το καλό παράδειγμα. Έτσι για την υλοποίηση της εγκατάστασης, μαζί με πέντε καλλιτέχνες, τη συνδιαμορφώνουμε παραδειγματικά. Συνεργατικότητα είναι η ένωση στοχασμού και δράσης, είναι μια πράξη στο πεδίο του ‘’πράττειν Το ‘’πράττειν’’ είναι μια πολυεπίπεδη διαδικασία που ξεπερνά την ανθρώπινη δραστηριότητα και έχει ως σκοπό την αυτονόμηση των πάντων, ιδιαιτέρως του υποκειμένου. Άρα, ζητούμενο είναι η αυτονόμηση τόσο του άλλου όσο και των άλλων σε κοινά πεδία δραστηριότητας. Η «συνεκθετική» δραστηριότητα φέρει αυτή την ευθύνη.

Ξεναγήστε μας στο θεματικό περιβάλλον της εγκατάστασης, δίνοντας μια ερμηνεία στα σύμβολα της.

Στην έκθεση αναδύονται και πλημμυρίζουν τον χώρο πουλιά σε κλαδιά, οι νέοι κάτοικοι των ερειπίων,  σκυλιά ως  οι εναπομείναντες φύλακες τους Η «Νέα» Μακρόνησος αυτοεξόριστων που ανασκευάζουν αρχιτεκτονικά πρότυπα σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής . Οι κυρίες που καθάριζαν τούβλα ερειπίων στην κατεστραμμένη μεταπολεμική Γερμανία, μας μαθαίνουν να επαναχρησιμοποιούμε τα  λείψανα της πόλης και να ανακατασκευάζουμε τον εαυτό μας από το ίδιο μας το υλικό. Παιδιά που υποχρεώνονται σε νοσηλευτική ανακατασκευή του εαυτού τους ή σε περιοριστική διαβίωση σε γλάστρες μπονζάι. Λειτουργώ ως αλληλεπιδραστής ώστε να  συν-εκθέτεις όχι τον εαυτό σου αλλά την επενέργεια της δημιουργικής σου πράξης.
Όπως και στο έργο των δύο νεώτερων  καλλιτεχνών συνεκθετών σας.

Οι  Γαβριήλ Φτελκόπουλος και Δημήτρης Εφέογλου,  προτείνουν στα πλαίσια της πλατφόρμας «Μακρύ Όχημα-Long Vehicle»,  που είναι ένα συνεργατικό ρυμουλκό από εικαστικούς καλλιτέχνες. Ο Γαβριήλ Φτελκόπουλος επαναχρησιμοποιεί ένα χαρακτικό του Durer,  μιας φανταστικής εικόνας ενός ρινόκερου που είχαν οι ευρωπαίοι 499 χρόνια πριν μέχρι την πρόσφατη εξαφάνιση του από την Νότιο Αφρική. Προσεγγίζει κριτικά και ξεδιαλύνει την σταδιακή ερείπωση μέχρι εξαφανίσεως όχι μόνο της εικόνας αλλά και της ύπαρξης του ρινόκερου.  Ο Δημήτρης Εφέογλου εγγράφει με συνεχείς επαναληπτικές γραφές υποστασιακές φόρμες πάνω σε βαμβακερά χαρτιά, που με μια αποφασιστική χειρονομία δημιουργικής καταστροφής ξύνει και τελικά αναπλάθει τα σχέδια του. Αυτή είναι μια συνθήκη νέου ερειπίου ανάλογη με την βιοπολιτική που προτείνει ο Γαβριήλ Φτελκόπουλος.

Με την δουλειά αυτή, πάτε κόντρα στο ρεύμα της εποχής;

Δεν θα ήθελα να πάω κόντρα στην εποχή, οι επιλογές εκφράζουν την εποχή. Ο κάθε σύγχρονος άνθρωπος είναι η εποχή του χωρίς να είναι εποχούμενος.  Το μακρύ όχημα είναι ένα υπερτοπικό εργαστήριο εν κινήσει, μια δράση που θεωρεί την ιστορία, την τέχνη και τον λόγο ως ασταθείς παράγοντες του ρυμουλκημένου  θεωρήματος του Nietzsche: «η αισθητική είναι εφαρμοσμένη φυσιολογία».
 Το Μακρύ Όχημα (Long Vehicle), υποστηρίζεται από το 3ικαστικό 3ργαστήριο Ζωγραφικής του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών τεχνών Φλώρινας και συντονίζει ερευνητικές διαδικασίες διάχυσης του έργου τέχνης στο  μετά και έξω-πανεπιστημιακό περιβάλλον. Είναι  ένα ανοικτό και οριζόντιο σύστημα συνέκθεσης που εμπλέκει απόφοιτους καλών τεχνών, καλλιτέχνες όλων των τεχνών, επιμελητές και ιστορικούς τέχνης. Η συνέκθεση είναι συνθήκη συμβίωσης και αναδημιουργίας χωρίς διακρίσεις
 Ποιες αξίες επιδιώκετε να αναδείξετε;
Την  δύναμη της προφορικότητας, την ικανότητα μας  για  τέλεση, την αλληγορική παράθεση,  την συναρμογή ετερόκλητων στοιχείων, τον αυτοσχεδιασμό, την ανειδίκευση, , την πρόγνωση, την πρόληψη, την αυτοθεραπεία, την διάχυση,  την ακολουθία σαν μια συνειρμική γνώση της εγκυκλοπαίδειας που όλοι έχουμε πρόσβαση πια, την οριζοντιότητα της εξουσίας, το παιχνίδι ως την ανώτερη μορφή δημιουργικότητας.
Ποιό είναι γενικότερα το αγαπημένο σας υλικό και γιατί;

Εκεί που οι εικόνες-αναμνήσεις τελειώνουν, αρχίζει η αίσθηση ότι το ερείπιο είναι η τελευταία αντίσταση στην ικανότητα της ύλης να ανακυκλώνει τα πάντα σε οργανικότητες. Το τσιμέντο έχει μια εμψυχωτική δύναμη, ζωντανεύει ή παγιώνει μια ζώσα υπόσταση. Χρησιμοποιώ ένα υλικό που όλοι πιστεύουν ότι είναι άσχημο αλλά εγώ γνωρίζω ότι είναι ένα πανάρχαιο -κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας, Κολοσσαίο- και πανέμορφο υλικό.  Είναι γκρίζο αδιαίρετο με αορατότητα στο χρώμα, ένας επινοημένος τεχνητός λίθος. Το τσιμέντο το έχω χρησιμοποιήσει σαν μελάνι για τη ροή του, σαν αρχιτεκτονικό ακρωτηριασμό για την ευθραυστότητα του, σαν πολεοδομικό μηχανισμό για τον όγκο που υποβάλει, σαν επιδερμίδα σε μορφές που έχουν ανάγκη να εμψυχωθούν. Η εντοίχιση που προκαλεί το τσιμέντο βοηθά πολύ στην ανάπτυξη όλων των πτυχών του έργου «Νέο Ερείπιο».
Ποιά η δυναμική της σύγχρονης τέχνης;
Η σύγχρονη τέχνη είναι ότι ήταν πάντα η τέχνη, μια λειτουργία για παράγωγη καινούργιων συνάψεων, κοινώς φαντασίας. Αυτή η αποτύπωση αποτελεί εμπειρία πάνω σε ένα  διευρυμένο νευρωνικό δίκτυο. Η αυτόματη χρονικότητα αφομοίωσης είναι τόσο συναρπαστική που κάνει τα έργα τέχνης τροφοδότες ανέλπιδης ποιότητας φαντασίας.
  
Τι χάθηκε; και τι μπορεί να κερδηθεί;    
Δεν χάθηκε τίποτα πέρα από ημιμαθείς γενιές και αυτές θα κερδίζονταν αν τα μουσεία και οι θεσμοί τέχνης έκαναν την δουλειά τους και κατέγραφαν άπαντες, όπως με ζήλο παραδειγματικό κάνει το Ινστιτούτο σύγχρονης τέχνης οι παλιές Νέες Μορφές 


Έντυπη Έκδοση 

Λίγα ψίχουλα αγάπης σού γυρεύω

Αυτή η άναρχη, υπέροχη πόλη, όταν γίνεται έμπνευση, για να μην πω «θέμα», είναι τόσο ερωτεύσιμη όσο και οι άστεγοι ή οι τρελοί που την κατοικούν. Για τους υπόλοιπους ούτε λόγος.
Εργα του Χάρη ΚοντοσφύρηΕργα του Χάρη ΚοντοσφύρηΗ έκθεση του Μανώλη Μπαμπούση «Εκτός Σχεδίου» στην Ιλεάνα Τούντα και εκείνη του Χάρη Κοντοσφύρη «Νέο Ερείπιο» στην γκαλερί Ζουμπουλάκη συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο: την ποίηση. Οχι, δεν θα πω ότι μπαίνουν στα χωράφια του Ντίνου Χριστιανόπουλου -πώς θα τολμούσαν άλλωστε- αλλά χρησιμοποιούν την ποίηση και την οργανώνουν σε μια άναρχη εικαστική περφόρμανς δίχως αρχή, μέση και τέλος, με περιεχόμενο το χιούμορ του σπαραγμού. Η Πόλη, Εμείς, οι Αλλοι, ένα μάτσο ερείπια κάτω από το αιώνιο κλέος των ψευδαισθήσεων. Δύο εκθέσεις που μόνο σήμερα, έτος εξόδου από την κρίση όπως λένε οι πολιτικοί, θα μπορούσαν να βρουν ένθερμους συνομιλητές.
Ο Μανώλης Μπαμπούσης, καλλιτέχνης έξοχος, αποκαλύπτει τη δύναμη της τρέλας του σε όλο της το μεγαλείο. Κατοχυρωμένος φωτογράφος, βάζει στην άκρη τις δεξιότητες και τις σιγουριές και οργανώνει ένα μνημείο ξεδιπλώματος των έσω με στοιχεία απόγνωσης. Η αυτοβιογραφία του, στο χώρο της Ιλεάνας Τούντα, τα έχει όλα. Κραυγή, πάθος, αλήθεια προσωπική, συναίσθημα, σχόλιο, ειρωνεία, κακία, μοναξιά.
Τα μέσα, αυτοδύναμα και ποικίλα. Φωτογραφίες, σχέδια, ποιήματα δικά του, σημειώσεις για εικόνες, υλικά, μνημεία διαφθοράς, τοπία οργής. Ολα, άναρχα τοποθετημένα, ένα πλήθος εικόνων ζωής. Εξοχα σχέδια, εκατοντάδες μικρές ιστορίες γύρω από τη ζωή. Ξανασκέφτομαι ότι ο καλλιτέχνης έχει ένα ζήτημα στην πηγή του και αυτό αναμοχλεύει.
Ο Μανώλης αντλεί από τα νεκροταφεία και αυτά ανακαλεί, είτε στα ΑΤΜ των τραπεζών είτε στις απέραντες αίθουσες των δημοσίων υπαλλήλων ή τα σαλόνια των μεγαλοαστών. Κάπου, πίσω από τα έγχρωμα θέματα της μοναξιάς, κρύβεται το μαυρόασπρο νεκροταφείο, που σήμερα του δίνει τον τίτλο «Νεκροταφείο ανώνυμων καλλιτεχνών», ξέροντας καλά ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να είναι καλλιτέχνης. Η Αθηνά-πόλη και η Μπαμπουσό-πολη, ερείπια, φωνές, λύκοι, ασυνεννοησία, φόβοι, όλα μέσα και το αόρατο πλήθος μαζί σε ένα δημόσιο χώρο, ακυρωμένο.
Ζήτω ο προσωπικός χώρος!
Το παλίμψηστο των οπτικών και λεκτικών εικόνων ζητά απαντήσεις για μια αρχιτεκτονική δίχως τείχη, όπου το εκτός σχεδίου μπορεί να επικοινωνεί με το εντός. Μια επιθυμία που εκφράζεται με την εγκατάσταση που εγκλείει νοηματικά το σύνολο της δουλειάς. Δυο σειρές καρέκλες και επάνω τους ένα τείχος-διάδρομος.
Η δουλειά του Μανώλη Μπαμπούση, φρέσκια, συναρπαστική και κριτική, ορίζει την ανομοιότητα των παρομοίων. Στο κείμενό του διαβάζω: «Ενα κομμάτι γης απολέσθη από την πόλη και από τα εκτός σχεδίου οικόπεδα. Αντικρίζουμε το πολύτιμο να αιωρείται ως κρεμασμένο χρηματοκιβώτιο. Το εκτέλεσαν ή αυτοκτόνησε; Τα πανομοιότυπα δεν είναι όμοια. Δύο πανομοιότυποι τάφοι περιέχουν δύο ανόμοια. Δύο θηλιές άλλα κεφάλια».
Εργο του Μανώλη ΜπαμπούσηΕργο του Μανώλη ΜπαμπούσηΣτην γκαλερί Ζουμπουλάκη της πλατείας, ο Χάρης Κοντοσφύρης ανασυντάσσει το ερείπιο του ανθρώπινου χώρου σε ένα υποτιθέμενο κλουβί, στο οποίο συμπράττουν πουλιά που αναζητούν ψίχουλα αγάπης, αποσπάσματα ήχων, αρχιτεκτονικά μέλη, μέλη κατασκευασμένης φύσης, ενώ κεντρικής σημασίας είναι οι φόρμες των σκύλων και του ποιητή. Τα σύμβολα αναπαριστώνται με υλικά στα οποία πρωτεύοντα ρόλο έχει το τσιμέντο.
Εδώ θα πρέπει να θυμίσουμε ότι το πρώτο αγαπημένο υλικό του Κοντοσφύρη από τα χρόνια του «Δεσμού» και της πρώτης νεανικής του έκθεσης ήταν το τσιμέντο, που παραμένει ισχυρό στοιχείο στη δουλειά του. Το δεύτερο που τον απασχολεί εμμονικά είναι η αναφορά στους ποιητές και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ποιητής Νίκος Καρούζος, ως φόρμα, αλλά και η συμμετοχή έργων ποιητών στην περφόρμανς που οργάνωσε το περασμένο Σάββατο.
Τρίτη υγιής εμμονή του Κοντοσφύρη, η ύπαρξη της παρέας και η συνεργασία με φίλους. Στην εγκατάστασή του λοιπόν, με τον τίτλο «Νέο Ερείπιο-Δρώντας στο χαμένο χώρο», συμμετέχουν οι γλύπτες Μανόλης Ρωμαντζής και Χρήστος Τσώτσος, ο εικαστικός Νικόλας Καρναμπατίδης με την ηχητική εγκατάσταση, ο Αργύρης Ρήμος με τα αρχιτεκτονικά πρότυπα, ο Γιώργος Πανταζής με σύμπραξη στο ζωγραφικό έργο και η Σοφία Αντωνακάκη με το φωτογραφικό σχόλιο της πρόσκλησης.
Οπως βλέπετε και εδώ ο Χ.Κ. λειτουργεί πληθωρικά μια άλλη εμμονή του, που καμιά φορά αποτελεί και την αδυναμία του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και στη συγκεκριμένη εγκατάσταση αυτό δεν ισχύει. Ο,τι εγκλείει το συρματόσχοινο, μια συμβολική ανοιχτή «κατοικία», ένας μικρόκοσμος, αν θέλετε, παραμένει ουσιώδες και απαραίτητο. Η κατασκευή αυτού του νέου ερειπίου σχολιάζει υλικά, διαφορετικά επίπεδα και καταστάσεις, από το ζήτημα του εγκλεισμού ή της απομόνωσης, έως τα ζητήματα αυτογνωσίας.
Το ερείπιο, χώρος ζωής και δημιουργίας αλλά και χώρος θανάτου, αφού από την ίδια την υφή του προστρέχει στο θάνατο, εγκλείει σημαδιακές αναπαραστάσεις. Τα πουλιά και οι ζητιάνοι εκλιπαρούν το ψωμί, οι φιγούρες ανακαλούν την ιστορία και το μέλλον, ο ποιητής σταθερή αξία στο χώρο αυτό, που μοιάζει γνώριμος και απεχθής. Μια νησίδα έχει την ίδια φόρμα με τη Μακρόνησο, ενώ οι σκύλοι, ένοικοι του ερειπίου και φύλακες της μνήμης, μπορούν να αντικαθιστούν τον άνθρωπο στις κάποτε ευτυχισμένες στιγμές του.
Το εξαιρετικό έργο του ώριμου Χάρη Κοντοσφύρη παραμένει μια ελεγεία της ζωής και του θανάτου με αόρατο προορισμό. Επέκεινα ενός κόσμου που έχει χαθεί, δημιούργημα ενός άλλου που συσσωρεύει τη μνήμη, τη νοσταλγία, την αθωότητα ή το πλέγμα της αποτυχίας. Εργο σημερινό, παρά τον οντολογικό του χαρακτήρα, που το κάνει άχρονο, διαθέτει το αίτημα της οργάνωσης απέναντι σε μια σμπαραλιασμένη κοινωνία και αντιτάσσει την ουσιώδη μνήμη απέναντι στη μηχανική κατανάλωση.
ΥΓ. Τόσο η έκθεση του Μανώλη Μπαμπούση όσο και η έκθεση του Χάρη Κοντοσφύρη κάνουν σαφή αναφορά στο καινούργιο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ο Μπαμπούσης αρκετές φορές με ισχυρότερη και πιο σημαντική τη φωτογραφία της κατεδάφισης και το γραπτό σχόλιο. Με μια φοβερή έκρηξη δόθηκε το βραβείο στον καλύτερο αρχιτέκτονα, Ζενέτο. Κόψανε το κτήριο στη μέση. Η μια πλευρά του υπόλοιπου μισού επενδύθηκε με πέτρα. Στο ερείπιο του Κοντοσφύρη, ανάμεσα στο χώρο των περιφραγμένων με συρματόσχοινο αναμνήσεων, υπάρχει το Κτήριο Φιξ, μια εντυπωσιακή ανάμνηση, που αιωρείται ακρωτηριασμένο.




Ο Γαβριήλ Φτελκόπουλος και ο Δημήτρης Εφέογλου για τα έργα τους στη γκαλερί Ζουμπουλάκη

Ο Γαβριήλ Φτελκόπουλος και ο Δημήτρης Εφέογλου για τα έργα τους στη γκαλερί Ζουμπουλάκη
Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014 15:17
Παράλληλα με την εγκατάσταση του Χάρη Κοντοσφύρη «Νέο Ερείπιο - Δρώντας στον Χαμένο Χώρο» και τη σύμπραξή του με τους υπόλοιπους εικαστικούς στη γκαλερί Ζουμπουλάκη, δύο νεότεροι καλλιτέχνες, ο Γαβριήλ Φτελκόπουλος και ο Δημήτρης Εφέογλου παρουσιάζουν τη δουλειά τους. Ο Δ. Εφέογλου, επιλέγει το σχέδιο ως ολοκληρωμένο εκφραστικό μέσο και παρουσιάζει τέσσερα σχέδια από μελάνι σε χαρτί. Ο Γ. Φτελκόπουλος παρουσιάζει μία ενότητα σχεδίων και ένα video υπό τον τίτλο «499 χρόνια, αναφορά στον Dürer». Πρόκειται για δύο αξιόλογους δημιουργούς, με φρέσκια ματιά, που εκφράζουν τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις τους και ανοίγουν ένα «παράθυρο αισιοδοξίας» για το μέλλον! Η έκθεση προτείνεται από το εικαστικό project Μακρύ Όχημα (Long Vehicle) της Σχολής Καλών Τεχνών Φλώρινας.

Η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει κανείς μπαίνοντας στον χώρο της Γκαλερί Ζουμπουλάκη είναι χαοτική.

Ένας χώρος γεμάτος από άτακτα σκορπισμένες οντότητες φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους. Ένας ποιητής , σκυλιά, συρματοπλέγματα, κολώνες, ένα νησί, ένα πλήθος από ανθρώπινες φιγούρες, κλαδιά, πουλιά, οι κυρίες των ερειπίων, απόκληροι, τούβλα, ένα παιδάκι, κτίρια, σπασμένα αγάλματα. Η συμβολική αναπαράσταση ενός ερειπίου.

Ερείπιο. Η έννοια που κυρίως διαπραγματεύεται η εγκατάσταση και σχολιάζεται σε διάφορα επίπεδα∙ κοινωνικό, αρχιτεκτονικό, ατομικό, ψυχολογικό, οικονομικό. Μια έννοια θεμελιακή που δημιουργήθηκε ταυτόχρονα με τον Χωρόχρονο.
Παράλληλα σχολιάζονται οι έννοιες του Εγκλεισμού, του Αποκλεισμού, της Απομόνωσης, του Περιορισμού, της Απόγνωσης, του Θανάτου, της Ανακύκλωσης, της Συνεργασίας, της Κοινής δράσης.
Θέμα της εγκατάστασης είναι και η Μεγάλη Πρόκληση της δημιουργίας νησίδων αρνητικής εντροπίας σε ένα Σύμπαν που αναπόδραστα τείνει προς την αταξία, τον θερμικό θάνατο. Η Μεγάλη Πρόκληση της αναστήλωσης του εαυτού μας ως αναγκαία συνθήκη για την αναστύλωση οποιουδήποτε άλλου ερειπίου είτε αυτό αφορά την κοινωνία είτε αφορά το άτομο.
Η έννοια του Ερειπίου έχει την ίδια βαρύτητα με τις έννοιες της Δημιουργίας και της Ζωής . Η Δημιουργία είναι μια πορεία ενάντια στην Εντροπία. Είναι ταυτόχρονα μια Σισύφεια προσπάθεια που εμπεριέχει εξ’ αρχής την Άρνησή της. Η Δημιουργία όπως και η Ζωή θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως αντίστροφη μέτρηση προς την Άρνησή τους (το ερείπιο, τον θάνατο). Το Ερείπιο νοείται ως η αποδιοργάνωση κάθε οργανωμένης δομής, είτε βιολογικής, είτε γεωλογικής, είτε κοινωνικής.

Η Ζωή και η Δημιουργία είναι διαδικασίες Θεϊκής φύσης γιατί είναι ενάντια, πέρα και πάνω από τους νόμους που διέπουν το Σύμπαν. Είναι διαδικασίες ελάττωσης της εντροπίας, που μπορεί βέβαια να συμβούν μόνο σε μεμονωμένες νησίδες χωρίς να αποτρέπεται η αύξηση της συνολικής εντροπίας.
Η ιστορία της ζωής , της φύσης και της κοινωνίας δεν είναι παρά αλλεπάλληλοι κύκλοι Δημιουργίας και Ερειπίωσης με τα ίδια πάντα υλικά να ανακυκλώνονται.
Είναι όμως πράγματι ασύνδετες μεταξύ τους οι σκορπισμένες, μες στο χώρο της γκαλερί , οντότητες;

Πάνω σ’ ένα κλαδί, στην είσοδο, ένα πουλί κι ένας ζητιάνος με εξαπλωμένην χείρα ψωμοζητούντες(1). Εκλιπαρούν κι οι δύο για ψίχουλα από μια κοινωνία με ελλιπή αίσθηση του Μέτρου, αδηφάγα και άπληστη.
Η Μεγάλη Πρόκληση είναι γραμμένη με μια μακρυά κόκκινη πινελιά από τούβλα που πάει κι έρχεται στο πάτωμα παράλληλα μ’ ένα τοίχο του ερειπίου.
Στη μια άκρη της πινελιάς ένα παιδάκι φτιαγμένο από παλιά τούβλα, παίζοντας, απαντάει στη Μεγάλη Πρόκληση καθώς χτίζει εκ βάθρων ένα καινούργιο εαυτό με νέα υλικά. Υλοποιεί την αναγκαία συνθήκη για την επίτευξη μιας κοινωνικής ανασυγκρότησης ουσιαστικής και με διάρκεια.
Απ’ την άλλη άκρη της πινελιάς ξεκινάει γραμμένη στα Γερμανικά, με τούβλα, η φράση Κυρίες των Ερειπίων (Trümmerfrauen). Οι Κυρίες των Ερειπίων, σύμβολα ανασυγκρότησης, είναι οι Γερμανίδες που ανάλαβαν και έφεραν εις πέρας, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, την αναστύλωση των κατεστραμμένων πόλεων της Γερμανίας, ενός έθνους με αδύναμη ιστορική μνήμη.

Στη μέση της αίθουσας ξεπροβάλει από το πάτωμα σαν ράχη θαλάσσιου κήτους(2) ή σαν σχεδία ένα νησί που έχει το σχήμα και το περίγραμμα της Μακρονήσου, μια Νέα Μακρόνησος. Μια σχεδία φορτωμένη με συγκαιρινά γεγονότα και μνήμες του παρελθόντος που επιπλέει στο πέλαγος του Χρόνου και της Ιστορίας.
Ένα νησί μικρογραφία του Νέου Ερειπίου, δηλαδή της κοινωνίας μας στη σημερινή της φάση. Κλαδιά ατάκτως ερριμένα, όπως το κύμα, οι επικυρίαρχοι μας, τα ξεβράζει. Οι κάτοικοι του νησιού, απόκληροι, έγκλειστοι αποκλεισμένοι και κατακερματισμένοι, αδυνατούν να τα τακτοποιήσουν. Η Νέα Μακρόνησος κατακλύζεται από θραύσματα αγαλμάτων, μετανάστες παλιάς και νέας γενιάς, άστεγους, απελπισμένους, διαδηλωτές, εγκλωβισμένους και αυτόχειρες. Αλλά και από δύο εμβληματικά κτίσματα του Κωσταντινίδη και του Πικιώνητα οποία εγκαταλείφθηκαν ή γκρεμίστηκαν στο βωμό του κέρδους και της δήθεν ανάπτυξης. Θραύσματα αγαλμάτων που συμβολίζουν τον κατακερματισμένο μας εαυτό, τον κατακερματισμένο κοινωνικό ιστό καθώς και τον κατακερματισμό των διαχρονικών αξιών.
Η Νέα Μακρόνησος είναι ένας χώρος υψηλής εντροπίας, παρότι ως νησίδα θα μπορούσε να αναπτύξει αρνητική εντροπία. Παντού σε όλα τα επίπεδα κυριαρχεί η αταξία που είναι και η ουσία του Ερειπίου.
Πάνω από το νησί μια ιδανική αυτόχειρας, σύμβολο των χιλιάδων θυμάτων ενός ακήρυχτου πολέμου, γυμνή, κρεμασμένη από ένα κόκκινο μπαλόνι - αν είναι δυνατόν - που την μεταφέρει, έρμαιο του ανέμου, προς … προς τα πού; Ποιος ξέρει;

Μια ογκώδης τσιμεντένια ανθρώπινη φιγούρα, ένας ποιητής, ο Νίκος Καρούζος, αποσβολωμένος από τα τεκταινόμενα και σκεπτικός, είναι με την πλάτη στο συρματόπλεγμα που δυσκολεύει την είσοδο στο ερείπιο και το οριοθετεί ως προς τον έξω/άλλο κόσμο. Μοιάζει να ακούει τα κελαϊδίσματα των πουλιών και ίσως να σκέπτεται ότι εύκολα εν μία νυκτί μπορεί να μετατραπούν σε κροταλίσματα μυδραλίων(3).
Ταυτόχρονα ένας σκύλος του επισείει ένα λερωμένο τούβλο θέτοντάς τον, ως εκπρόσωπο του πνευματικού κόσμου, προ των ευθυνών του για την δημιουργία του ερειπίου. Τον καλεί επίσης να αναλάβει τις ευθύνες του και να συνδράμει στη συλλογική προσπάθεια είτε ως ποιητής-χειρώναξ είτε ως ηθο-ποιητής.
Το κτήριο του Φιξ, δημιούργημα του Ζενέτου, εντυπωσιακή ανάμνηση των παιδικών μας χρόνων, αιωρείται ακρωτηριασμένο και παραμορφωμένο.

Σε μια γωνιά πλήθος διαχρονικό, αποτελούμενο από άτομα μαρμαρωμένα αλλά ταυτόχρονα απειλητικά, αναδύεται από το πάτωμα, το πέλαγος του Χρόνου και της Ιστορίας, έτοιμο να βυθιστεί και να αναδυθεί ξανά σε μια άλλη εποχή, συντηρώντας τον αέναο κύκλο της εμφάνιση και εξαφάνισης του λαού από το προσκήνιο της Ιστορίας.
Ανθρώπινες φιγούρες που είναι σαν να έρχονται από το παρελθόν. Σαν να διαπερνούν την Ιστορία. Σαν να ήταν εκεί χθες, να είναι σήμερα και να είναι και αύριο. Άτομα που όταν η σπίθα ανάψει θα απαιτήσουν το αυτονόητο, την αναστήλωση του ερειπίου. Θα συνδράμουν όμως σ’ αυτήν; Γιατί χωρίς την συμβολή όλων και τη συνεργατική δράση η αναστήλωση θα ‘ναι λιψή.

Σκυλιά τριγυρίζουν στο εγκαταλελειμμένο ερείπιο. Θα εγκατασταθούν εκεί μόνιμα καταλαμβάνοντας τη θέση των πρώην ενοίκων ή θα λειτουργήσουν ως φύλακες πρόθυμοι να παραδώσουν τα κλειδιά όταν οι πρώην ένοικοι επανέλθουν έτοιμοι να αναλάβουν την ευθύνη της ανασυγκρότησης του ερειπίου;

Πάνω σε κλαδιά που σαν χέρια απειλητικά ξεπροβάλλουν από τους τοίχους, πολυάριθμα πουλιά, εύλαλοι τραγουδιστές αλλά και βουβοί μάρτυρες των τεκταινομένων καταγράφουν τα γεγονότα. Τα παρατηρούν από ψηλά και τα απομνημονεύουν για να τα μεταφέρουν πετώντας σε άλλους τόπους, σε άλλες εποχές.
Είναι μια εμπειρία και μια ιστορία που δεν πρέπει να χαθεί. Χωρίς την ιστορική μνήμη οι ανασυγκροτήσεις θα εμπεριέχουν τα ίδια λάθη που οδήγησαν στην αποτυχία των ανασυγκροτήσεων του παρελθόντος.

Ο χώρος υπάρχει πέρα και έξω από εμάς. Όμως εμείς όντας όντα εφήμερα και αδύναμα εστιάζουμε στα δέντρα και όχι στο δάσος. Στους χώρους με διαστάσεις ανθρώπινες, στους χώρους που μπορεί να χρησιμεύσουν για φωλιά μας, για καταφύγιο, για προστασία. Τέτοιου είδους χώροι συνεχώς ερειπώνονται κι’ εμείς νιώθουμε ανασφάλεια, απογοήτευση, ορφάνια και Νοσταλγία.

(1)Ανδρέας Κάλβος
Αι ευχαί

Της θαλάσσης καλήτερα
Φουσκωμένα τα κύματα
Να πνίξουν την πατρίδα μου
Ωσάν απελπισμένην,
Έρημον βάρκαν

Στήν στεριάν, στά νησία
Καλήτερα μίαν φλόγα
Να ιδώ παντού χυμένην,
Τρώγουσι πόλεις, δάση,
Λαούς και ελπίδας

Καλήτερα, καλήτερα
Διασκορπισμένοι οι Έλληνες
Να τρέχωσι τον κόσμον,
Με εξαπλωμένην χείρα
Ψωμοζητούντες

Παρά προστάτας νάχωμεν...

(2)Οδυσσέας Ελύτης
Άξιον Εστί

Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ' εικόνα
και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος

(3)Νίκος Καρούζος
Λένιν και Μαχάτμα
Ξημέρωνε κ’ οι δυο τους
ασπροντυμένοι.
Κελαηδούσε απ’ όξω ο τόπος. "Τα πουλιά"
ψιθύρισε ο Μαχάτμα.
Ο Λένιν χαμογέλασε καλόκαρδα διορθώνοντας.
"Μυδράλια".


info: Ο Μανόλης Ρωμαντζής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952. Είναι απόφοιτος του Γεωλογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διδάκτορας Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Εργάστηκε ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης και παράλληλα ασχολήθηκε κατά καιρούς με την Γλυπτική, τη Φωτογραφία, το Σχέδιο, την Αγιογραφία και τη Βιβλιοδεσία.
Τα τελευταία χρόνια ασχολείται συστηματικά με τη Γλυπτική χρησιμοποιώντας ως υλικά κυρίως τον πηλό, τον γύψο, το ξύλο, το σίδερο και τον μπρούτζο, τα οποία συνδυάζει και με διάφορα άλλα υλικά.
Δασκάλους είχε στο Σχέδιο τον Βρασίδα Βλαχόπουλο, στην Ξυλογλυπτική τον Ευάγγελο Μόσχο, στην Αγιογραφία τον Σπήλιο, στην Βιβλιοδεσία τον Γιώργο Αβαγιανό και στην Γλυπτική τον Στέλιο Σάρρο.



Η εικαστική εγκατάσταση Νέο Ερείπιο - Δρώντας στον Χαμένο Χώρο, του Χάρη Κοντοσφύρη, με την συμμετοχή των εικαστικών Μανόλη Ρωμαντζή, Χρήστου Τσώτσου, Νικόλα Καρναμπατίδη, Αργύρη Ρήμου και Γιώργου Πανταζή, παρουσιάζεται στη γκαλερί Ζουμπουλάκη από 20 Φεβρουαρίου έως 15 Μαρτίου 2014.

Χρήστος Μιχαλόπουλος
Χρήστος Μιχαλόπουλος
Ο Χρήστος Π. Μιχαλόπουλος (1968) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ιόνιο Σχολή και σπούδασε Γραφικές Τέχνες στη Σχολή Γραφικών Τεχνών & Καλλιτεχνικών Σπουδών στο ΤΕΙ της Αθήνας. Στη συνέχεια σπούδασε Ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Έζησε για περίπου έξι χρόνια στο Λονδίνο, όπου ολοκλήρωσε με επιτυχία μεταπτυχιακές σπουδές στις Καλές Τέχνες, MA Fine Arts, στο Wimbledon School of Art και στη συνέχεια στην Ιστορία της Τέχνης, Master of Philosophy, στο Royal College of Art.Σήμερα είναι υποψήφιος διδάκτορας του Τμήματος Εικαστικών & Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. Στη διατριβή του μελετά και συγκρίνει καινοφανείς κατευθύνσεις και κυρίαρχες τάσεις στην τέχνη του όψιμου μοντερνισμού.
Έχει ασχοληθεί με την επιμέλεια εκθέσεων και κείμενά του για την τέχνη έχουν δημοσιευθεί στον Αθηναϊκό τύπο. Παράλληλα έχει προλογίσει μονογραφίες καλλιτεχνών με αφορμή τις ατομικές τους εκθέσεις σε γκαλερί της Αθήνας.
Έκθεση: Νέο Ερείπιο - Δρώντας στον Χαμένο Χώρο, του Χάρη Κοντοσφύρη
Δημοσίευση: Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014 09:50
















Στο Πλατό της Νοσταλγίας: Αναζητώντας ωδές στα ερείπια

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά στη γκαλερίΖουμπουλάκη , στην πλατεία Κολωνακίου, μια έκπληξη περιμένει, τόσο τον προετοιμασμένο, όσο και τον ανυποψίαστο επισκέπτη. Μια φιλόδοξη εγκατάσταση του Χάρη Κοντοσφύρη, και των συνεργατών του, ένα αλληγορικό συνονθύλευμα από τσιμεντένια γλυπτά , που αναζητούν εναγωνίως τη συμβολική τους υπόσταση, την εννοιολογική τους ταυτότητα.

Από πού ξεκινάει όμως και πως ολοκληρώνεται το μεταφορικό νόημα αυτής της ιδιόμορφης εγκατάστασης; Στην αρχή, αν σταθεί κανείς, στα δυο τελευταία μαρμάρινα σκαλιά, στην αίθουσα υποδοχής, και παρατηρήσει προσεκτικά, έχει μια κάπως συνολική και αποστασιοποιημένη άποψη του χώρου, σάμπως να βλέπει το θέαμα από ψηλά, από εκείνο το σημείο θέασης όπου ο κόσμος μετατρέπεται σε μινιατούρα, σε πρόπλασμα, σε μακέτα του ίδιου του εαυτού του. Ένας γλυκός ήχος από μελωδίες πουλιών συνοδεύει την ενατένιση. «Birdseye view», θα λέγαμε, η προοπτική ματιά δηλαδή που αποκτά ο παρατηρητής από ψηλά, εκεί όπου πετούν τα πουλιά. Στιγμιαία τουλάχιστον, μέχρι η περιέργεια να μας ωθήσει να περιηγηθούμε στο χώρο, σαν δίποδα πλέον, χωρίς φτερά, στην πλατφόρμα όπου ξεδιπλώνεται πληθωρικά και μεγαλόπρεπα το συλλογικό έργο .

Ένα ψηλό συρματόπλεγμα δυσκολεύει την πρόσβαση, λες και όλα είναι περιχαρακωμένα, οριοθετημένα, απομονωμένα. Η γνώριμη πινακίδα μονάχα λείπει, «Απαγορεύεται η διέλευση, Ιδιόκτητος Χώρος». Στο συρματόπλεγμα ισορροπεί μια βαριά, τσιμεντένια φιγούρα, φυσικό μέγεθος, ένας μεσήλικας με κουστούμι, που παραπατά και στηρίζεται ξαφνιασμένος, σάμπως να έχει μόλις δεχτεί επίθεση και στριμώχνεται στα σχοινιά μιας φανταστικής παλαίστρας. Ένας σκύλος φύλακας, από τσιμέντο κι αυτός, τον φερμάρει, σα να του απαγορεύει τη διέλευση. Παρατηρώντας τα έκπληκτα χαρακτηριστικά του μεσήλικα διαπιστώνει κανείς, με δυσκολία, τη γνώριμη όψη του ποιητή Νίκου Καρούζου, αποσβολωμένου να κοιτά το τετράποδο, που καθώς φαίνεται δεν τον απειλεί, αλλά του γνέφει συνωμοτικά, προτείνοντας με το στόμα του ένα λερωμένο τούβλο. Τι κάνει άραγε ο αποθανώνποιητής στα ερείπια; Και γιατί ο σκύλος του προσφέρει ένα δαγκωμένο τούβλο; Είναι περισσότερο απαραίτητος άραγε ο ποιητής από το μηχανικό σε ένα υποτιθέμενο σχέδιο ανοικοδόμησης;

Στο συρματόπλεγμα κουρνιάζουν μικρά πουλιά. Στους τοίχους της γκαλερί εξέχουν ενσωματωμένα κλαδιά, ολόκληρο δάσος θαρρείς, όλα γκρι, στο χρώμα του τσιμέντου, και πάνω τους ισορροπούν εκατοντάδες μικρά πουλιά, όλα από τσιμέντο, παγωμένη αναπαράσταση μιας φύσης παραμελημένης, το καλούπι του αέναου μηχανισμού της πεισματάρας φύσης να διατηρηθεί, να επικρατήσει εκεί όπου το ανθρώπινο πέρασμα άφησε μονάχα συντρίμμια, χαλάσματα, ερείπια.

Διαγώνια στο πάτωμα, στο κέντρο της εγκατάστασης, μια άγονη νησίδα, μια «νέα Μακρόνησος», σκεπασμένη από γκρι, ξερά κλαδιά, κι ανάμεσα να ξεμυτούν υπόνοιες αρχαιολογικών ευρημάτων, γνώριμες εικόνες κούρων, αλλά και άγνωστα κτερίσματα , με αρχετυπικά γνωρίσματα. Στις δυο άκρες του μακρόστενου νησιού, διαμετρικά τοποθετημένες, δεσπόζουν αναπαραστάσεις από εμβληματικές μακέτες του Δημήτρη Πικιώνη και του Άρη Κωνσταντινίδη, σαν σε αντιπαράθεση, υπονοώντας και τη γνώριμη αντιπαλότητα των δύο κορυφαίων αρχιτεκτόνων, διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος, υπενθυμίζοντας συνάμα τους μορφολογικά αντίθετους αρχιτεκτονικούς τρόπους που ο καθένας τους υπηρέτησε, προκειμένου να προσεγγίσει το μοντερνισμό της «νέας αρχιτεκτονικής», σε συνδυασμό με το αίτημα της ελληνικότητας.

Στους λιγοστούς ελεύθερους χώρους του νησιού περιφέρονται λιλιπούτειες φιγούρες από τερακότα, οικογένειες μεταναστών, με βαλίτσες στο χέρι, ένας άντρας φυλακισμένος σ’ ένα κλουβί, με τα χέρια ψηλά, απεγνωσμένος, σε στάση ικεσίας, σα να εκλιπαρεί το μεγαλόσωμο πουλί, που τον κοιτά ανήμπορο έξω από το κλουβί, να τον ελευθερώσει. Μια άλλη αντρική φιγούρα έχει κουρνιάσει σ’ ένα παγκάκι, σε εμβρυακή στάση, ενώ δίπλα του χάσκει ανοιχτή μια βαλίτσα, απ’ όπου λάμπει μια γυάλινη σφαίρα, στο χρώμα του ωκεανού. Μια γυμνή πήλινη φιγούρα καθισμένη στην κορφή ενός κλαδιού, σκεφτική, με το κεφάλι γερμένο, απογοητευμένη θαρρείς, με τα λευκά φτερά του αγγέλου ανοιχτά αλλά ακίνητα, κολλημένα δίχως σκοπό στην πλάτη.

Πιο πέρα, στο πάτωμα, μια επιγραφή φτιαγμένη από τούβλα. «Trümmerfraüen”, ή αλλιώς «οι γυναίκες των ερειπίων», και εννιά μικρές πήλινες φιγούρες κρυμμένες ανάμεσα στα γράμματα, συμβολική αναπαράσταση των νέων κοριτσιών που στη μεταπολεμική περίοδο περιφέρονταν στα ερείπια, συνέλεγαν τα εναπομείναντα τούβλα, τα καθάριζαν και τα επαναχρησιμοποιούσαν για την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων πόλεων στη Γερμανία και την Αυστρία. Ένα γλυπτό από τούβλα και τσιμέντο στην κορυφή της επιγραφής, αναπαράσταση ενός μικρού παιδιού, γονατισμένο, θαρρείς σε πόζα αιγύπτιας θεότητας ή γραφιά, σαν μικρογραφία αναθηματικής στήλης, που προσεύχεται στο θεό ήλιο ή άλλη άγνωστη θεότητα, και συμπαραστέκεται στην επίπονη, εξοντωτική εργασία των γυναικών, κατασκευάζοντας με τούβλα το ακριβές ομοίωμά του, τον απαράλλαχτο κλώνο του.

Στη γωνία της γκαλερί παρελαύνει ένας αριθμός από μικρά αναθηματικά γλυπτά, η μορφή του αρχαϊκού κούρου, ένας άντρας μόνο με παντελόνι, που φορά πότε τη μάσκα της τραγωδίας και πότε της κωμωδίας, ένας μετανάστης με κουστούμι και βαλίτσα στο χέρι, φορώντας το γνώριμο bowler καπέλο, ένας επαίτης βιολιστής με μαύρα γυαλιά. Το χορό των φαντασμάτων, παραδόξως, σέρνει μια χήρα, με το πρόσωπο καλυμμένο με ένα μακρύ, μαύρο πέπλο, με φόρεμα που αποκαλύπτει τα τροφαντά της στήθια, μια άλλη «θεά της γονιμότητας», που αντί για φίδια, κρατά στο ένα χέρι δυο μαραμένους κλώνους τουλίπας, ενώ τα ξεραμένα άνθη κείτονται νεκρά στα πόδια της.

Και μέσα σε αυτό το άγονο, ερειπωμένο τοπίο, το ζοφερό σκηνικό μιας κατεστραμμένης ουτοπίας, χαρούμενα κουτάβια παιχνιδίζουν ανέμελα, με τη ζωτική τους ενέργεια να διαχέεται ξέγνοιαστα πάνω στην τέφρα ενός αφανισμένου πολιτισμού.

Το συλλογικό αυτό έργο, τόσο στο σύνολο, όσο και στις λεπτομέρειες των μερών του, σχοινοβατεί σε αντιτιθέμενα εννοιολογικά σύμπαντα, ξυπνώντας εικόνες ζόφου και αποκάλυψης από τη μια, και αναιρώντας αυτόν καθαυτόν το βαθύ πεσιμισμό που ιδιοποιείται από την άλλη. Με τη μελωδική υπόσταση των ωδικών πτηνών στολίζεται χαρμόσυνα κι επιβεβαιώνεται, ως ένα βαθμό, η επαληθευμένη υπόνοια πως με σωματικό και πνευματικό μόχθο, με απαντοχή και κουράγιο, ο γνώριμος, φυσικός κύκλος των πραγμάτων θα ολοκληρωθεί, κι εντέλει μια νέα-αναστύλωση θα διαδεχθεί την αποκρουστική τέφρα των ερειπίων.

Υπογράφοντας την εγκατάσταση αυτή, μαζί με τους συνεργάτες του, ο Χάρης Κοντοσφύρης αμφισβητεί το μύθο της αυθεντίας του μοντέρνου καλλιτέχνη, και συνακόλουθα την έννοια της αυθεντικότητας του έργου, επιχειρώντας μορφολογικά ένα παράτολμο εγχείρημα: να στηριχτεί στην ανθεκτική, διαχρονική, μονότονη αισθητική της θλιμμένης μονοχρωμίας του τσιμέντου, με απώτερο στόχο να συμπιέσει, συμβολικά, την ενότητα της δράσης και της αφήγησης του προσωπικού και ιστορικού χρόνου μέσα στην ενότητα ενός χώρου ενιαίου, ενός φιλόδοξου κινηματογραφικού πλατό. Για να το πετύχει αυτό, σκηνοθετεί τη δραματική ένταση που γεννιέται στις αντιπαραθέσεις των μεγεθών και των διαφορετικών υφολογικών χαρακτηριστικών, σμιλεύοντας μεθοδικά την αύρα του χαμένου χρόνου και τις μεταφυσικές ροπές της ύλης, αφήνοντας άπλετο χώρο στη μελαγχολία να μεταμφιεσθεί σε ποίηση και νοσταλγία, σε προσμονή κι ελπίδα, διακηρύσσοντας υπαινικτικά πως και η τέφρα του ερειπίου μπορεί να κυοφορεί μια νέα αφήγηση , μιαν αναγέννηση, ίσως ακόμη και την προοπτική μιας δεύτερης ευκαιρίας, τη δυνατότητα ενός δεύτερου θανάτου.


«Δὲ σοῦ ῾φτανε τὸ ἀηδόνι νὰ ἐκκλησιάζεται
στοὺς ἀφροδίσιους κλάδους τῶν δέντρων;
Τί διάολο τὴν ἤθελες τὴν ἔκλυτη ᾨδὴ τοῦ ποιητῆ
στὰ σωθικά του τὰ πικρὰ τὰ αἱματοτσακισμένα;
Τώρα τὴ χάνεις δυὸ φορὲς τὴν ὀμορφιὰ
σ᾿ ἕνα φριχτὸ ξερίζωμα οὐρλιάζοντας ζωὴ καὶ τέχνη
Ἂχ μάνα μου τί κατρακύλισμα στὸ μεγαλεῖο...»*
(*Νίκος Καρούζος, απόσπασμα από το ποίημα , Ο Δεύτερος Θάνατος)



Η Γκαλερί Ζουμπουλάκη παρουσιάζει από 20 Φεβρουαρίου έως 15 Μαρτίου 2014 την εικαστική εγκατάσταση του Χάρη Κοντοσφύρη, Νέο Ερείπιο - Δρώντας στον Χαμένο Χώρο.
Τα Βίντεο της έκθεσης

ΝΕΟ ΕΡΕΙΠΙΟ -Πρώτη μέρα στησίματος-

ΝΕΟ ΕΡΕΙΠΙΟ - ΔΡΩΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΜΑΝΏΛΗ ΡΩΜΑΝΖ

Ή


ΝΕΟ ΕΡΕΙΠΙΟ - Δρώντας στον χαμένο χώρο ΤΟΥ Γ. ΠΑΝΤΑΖΉ- Γ

. ΦΤΕΛΚΌΠΟΥΛΟΥ



Ραδιοφωνικές παρουσιάσεις:
Σχολιασμός Μάνος Στεφανίδης σε συζήτηση με τον Δημήτρη Τρίκα 12/3/2014 
Σημείο ART - Α΄Πρόγραμμα - 101,8\93,6 κλπ...
20.30 - 22.00
Συζήτηση του Χ. Κοντοσφύρη με τον Δημήτρη Τρίκα !7/3/2014 21.10μμ
Σημείο ART - Α΄Πρόγραμμα - 101,8\93,6 κλπ...
20.30 - 22.00

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου