Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Μπλιούμης Χρήστος «Μάσκες σε διαδικασία κρίσης» Πτυχιακή Εργασία Ιούνιος 2015




Κεφάλαιο 1
1. 1 Οι επιπτώσεις της κρίσης στην καθημερινή ζωή
Η κοινωνικοοικονομική κρίση στην Ελλάδα απεικονίζεται και μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, που επηρεάζεται σημαντικά από τις αλλαγές που πραγματοποιούνται στο ευρύτερο εξωτερικό περιβάλλον. Η κρίση, δυστυχώς, αυτή γίνεται δυσκολότερα αντικείμενο διαχείρισης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης από τις οικογένειες εκείνες που αδυνατούν λόγω της κοινωνικής τους θέσης να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις «μεταλλάξεις» της εποχής.
Είναι σαφές ότι οι οικογένειες με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο αντιμετωπίζουν σημαντικότερες δυσκολίες στον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης σε καθημερινό επίπεδο κι αυτό λόγω της έλλειψης τόσο των υλικών όσο και των γνωστικών μέσων που έχουν στη διάθεσή τους για μια περισσότερο αποτελεσματική και ορθολογική αντιμετώπιση των δυσχερειών (Παπασαντόπουλος, 2012).
Ας δούμε όμως αναλυτικότερα με ποια προβλήματα έρχεται αντιμέτωπη σήμερα η σύγχρονη οικογένεια. Πολλές οικογένειες, λόγω περικοπής των εισοδημάτων τους, αλλάζουν αισθητά τον τρόπο ζωής τους είτε μετακομίζοντας σε φθηνότερες γειτονιές, είτε επιλέγοντας κατοικίες με λιγότερες δαπάνες ενοικίων ή εξόδων συντήρησης. Σε κάποιες περιπτώσεις, ορισμένες οικογένειες επιστρέφουν στις πατρογονικές εστίες και στους τόπους καταγωγής σε μια προσπάθεια να μειώσουν αισθητά τα έξοδα διαμονής. Σε άλλες περιπτώσεις, ορισμένες οικογένειες αλλάζουν σημαντικά το προϋπάρχον μοντέλο κατανάλωσης. Ψάχνουν τις εκπτώσεις, τις οικονομικές προσφορές και τις χαμηλές τιμές στην αγορά και στο διαδίκτυο, βγαίνουν λιγότερες φορές έως και καθόλου για φαγητό, σινεμά ή ποτό, αγοράζουν αποκλειστικά τα απαραίτητα και μόνο όταν έχουν χρήματα διαθέσιμα αποφεύγοντας τις αγορές μέσω πιστωτικών καρτών όπως πολλές φορές συνέβαινε στο παρελθόν (Ρουμελιώτης, 2011).
Επίσης, δεν πάνε καθόλου διακοπές, δεν καλούν στο σπίτι φίλους, αποφεύγουν τις κοινωνικές συναναστροφές για να μην μπαίνουν σε περιττά έξοδα, μειώνουν τις μετακινήσεις τους και ό,τι σχετίζεται με εξόδους για διασκέδαση και κοινωνικές συναναστροφές. Σε άλλες περιπτώσεις, προχωρούν σε μειώσεις δαπανών οι οποίες αφορούν στην εκπαίδευση των παιδιών τους, όπως είναι οι ξένες γλώσσες και τα φροντιστήρια, ή στο ρουχισμό της οικογένειας, και σε κάποιες περιπτώσεις υποβαθμίζουν ακόμα και ολόκληρο το διατροφικό μοντέλο της οικογένειας, όπως είναι η κατανάλωση υποκατάστατων αγαθών ή αγαθών «δεύτερης κατηγορίας» από εκπτωτικά πολυκαταστήματα κ.ά.
Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί ότι πολλές οικογένειες οι οποίες αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στα πάγια έξοδα διαβίωσης υιοθετούν ακόμα πιο οδυνηρές επιλογές, καταφεύγοντας είτε στο δανεισμό και την ελεημοσύνη φίλων και συγγενών, είτε στις κοινωνικές υπηρεσίες που παρέχουν οι Δήμοι, οι Μη κυβερνητικές οργανώσεις, η εκκλησία, διάφοροι φιλανθρωπικοί φορείς και οργανισμοί (Μαλούτας, 2011).
 Πρόκειται για τα νοικοκυριά, που είτε είναι υπερχρεωμένα, είτε έχουν χάσει σημαντικό μέρος των υπαρχόντων τους λόγω κατασχέσεων και χρεοκοπίας. Είναι σαφές ότι οι αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης στην οικογένεια στο πλήθος των περιπτώσεων προκαλούνται από τη μείωση των εισοδημάτων η οποία κατά κανόνα οφείλεται είτε στη δραματική μείωση του μισθού όπως και άλλων πηγών εισοδημάτων, είτε στην απώλεια μιας θέσης εργασίας. Αναμφίβολα η μείωση του οικογενειακού εισοδήματος, η οποία μπορεί να οφείλεται είτε στην ανεργία, είτε στις περικοπές μισθών, είτε σε άλλους λόγους, έρχεται να αναδείξει και να εντείνει ήδη υπάρχουσες προβληματικές καταστάσεις επιφέροντας διαπροσωπικές συγκρούσεις, άγχος, αρνητική διάθεση, ανασφάλεια, ψυχική απομάκρυνση του ενός από τον άλλον (Χούσερλ, 1991).
Σε πολλές περιπτώσεις, η αρνητική αυτή κατάσταση ενδέχεται να εντείνει την αντιπαλότητα και τη σύγκρουση μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, την ασυνεννοησία, τις ψυχικές διαταραχές, την ενδοοικογενειακή βία και ειδικότερα τη βίαιη συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά, τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών, τον αλκοολισμό και τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, την υιοθέτηση προβληματικών συμπεριφορών, όπως ο τζόγος, τα στοιχήματα και άλλες άνομες πράξεις κ.ά. Ως λογικό επακόλουθο των καταστάσεων αυτών, το οικογενειακό περιβάλλον βιώνει καταστάσεις άγχους, έντασης και αποξένωσης με συνέπεια σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγείται στην πλήρη αποδιοργάνωση και τη διάλυση (Τσουκαλάς, 2012).
Αυτό έχει ως συνέπεια είτε την αύξηση του αριθμού των διαζυγίων, είτε τη δημιουργία άλλων μορφών οικογενειακής συμβίωσης όπως είναι οι μονογονεϊκές οικογένειες, η ελεύθερη συμβίωση κ.ά., είτε πολλές φορές τη συμβατική διατήρηση ενός γάμου λόγω οικονομικής αδυναμίας των γονιών να πάρουν διαζύγιο. Είναι ευνόητο λοιπόν, πως σε όλες τις περιπτώσεις οι σχέσεις των ανθρώπων τραυματίζονται και η ψυχολογική αποξένωση διαλύει την καθημερινότητα όλων των μελών μιας οικογένειας. Επιπλέον, κάτι που δεν γίνεται πολλές φορές άμεσα αντιληπτό, αποδυναμώνεται διαρκώς η εικόνα και το πρότυπο μιας φυσιολογικής ζωής, κυρίως στα μάτια των παιδιών, αφού πολλές φορές τα ίδια τα παιδιά γίνονται μάρτυρες προβληματικών καταστάσεων και αρνητικών συμπεριφορών μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον.
Οι αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης δεν αφορούν μόνο στο μικρόκοσμο του καθενός. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η καθημερινότητα συνδέεται με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, αφού το άτομο και η κοινωνία βρίσκονται σε αμοιβαία αλληλεπίδραση. Αυτό σημαίνει πως όλες οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν την καθημερινότητά τους. Επίσης, η καθημερινή ζωή των ανθρώπων με τη σειρά της επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται και δρομολογούνται όλες οι σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Είναι σαφές ότι η κοινωνικοοικονομική κρίση, η οποία αντανακλάται στα φαινόμενα φτώχειας, ανεργίας, μετανάστευσης και κοινωνικού αποκλεισμού, εκτός από προβλήματα όπως ο αλκοολισμός, η χρήση ναρκωτικών, η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών εντείνει την επιθετικότητα, τη βία, το ρατσισμό και τη ξενοφοβία, με συνέπεια τη γενίκευση αυτού που στις κοινωνικές επιστήμες αποκαλείται «κοινωνική αλλοτρίωση» (Giudicelli, 1984).
 Στην προέκταση των φαινόμενων αυτών δημιουργούνται πρόσφορες συνθήκες για την ανάπτυξη ακραίων πολιτικών εθνικιστικών και ρατσιστικών ιδεολογιών οι οποίες εκτός από τον αποπροσανατολισμό και τη σύγχυση που δημιουργούν, ανατροφοδοτούν το μίσος και την επιθετικότητα εναντίον των μειονοτήτων, των κοινωνικά και πολιτισμικά διαφορετικών, των κοινωνικά ανυπεράσπιστων.

1.2 Αντίσταση στην κρίση μέσω της τέχνης
Η αντιμετώπιση της κρίσης στην καθημερινή ζωή με τρόπο αποτελεσματικό δεν είναι κάτι απλό. Απαιτεί υψηλό βαθμό συνειδητοποίησης, ωριμότητα, αίσθηση ευθύνης, εφευρετικότητα και πολλές φορές την ανάληψη ρίσκου. Είναι σαφές ότι όλα αυτά είναι αναγκαίο να συνδυάζονται με τις απαραίτητες γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που απαιτούνται για την ανάπτυξη καινοτόμων δράσεων απέναντι στην κρίση. Το ζήτημα της κοινωνικοοικονομικής κρίσης, όπως παρουσιάζεται μέσα από το πρίσμα της καθημερινότητας, δεν αποτελεί ατομικό φαινόμενο.
Είναι σαφές ότι η δραστική αντιμετώπισή του αποτελεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο κοινωνικό ζήτημα το οποίο απαιτεί την ενεργοποίηση όλων, βαθιά συνειδητοποίηση, υψηλό βαθμό ωριμότητας, κοινωνικές, οικονομικές, θεσμικές και πολλές άλλες ριζικές μεταρρυθμίσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβεβλημένες ρήξεις.
Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε και προηγουμένως, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ο βαθμός της ατομικής ευθύνης και ο ρόλος της προσωπικής παρέμβασης του καθενός στην καθημερινότητά του. Κομβικό σημείο στη διαδικασία περιστολής των αρνητικών συνεπειών της κρίσης αποτελεί ο βαθμός κατανόησης και ερμηνείας της κρίσης με ορθολογικούς όρους. Αυτό σημαίνει πως τα αίτια της κρίσης, άρα και τα μέσα θεραπείας της, θα πρέπει να αναζητηθούν στους πραγματικούς όρους ζωής των ανθρώπων και όχι σε έναν αφηρημένο και υπερβατικό εξωκοινωνικό χώρο.
Υπό την έννοια αυτή, η πρόκληση της κρίσης είναι αναγκαίο να κατανοηθεί όχι μοιρολατρικά και παθητικά αλλά μέσα στην ολότητα του κόσμου που μας περιβάλλει καθώς και του κοινωνικοοικονομικού συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε. Προτείνουμε μία ατομική αλλά και συλλογική αντίσταση στην κρίση μέσω της τέχνης.

Κεφάλαιο 2
2.1 Το φαινόμενο της τέχνης
Μια συνοπτική προσπέλαση του φαινομένου της τέχνης μέσω της ιστορίας της τέχνης που γνωρίζουμε, μας δίνει την δυνατότητα να ισχυριστούμε ότι:
α. Η Τέχνη είναι γνώση. Η τέχνη γίνεται αντιληπτή ως ιδιαίτερη σφαίρα δραστηριοτήτων με γνωστική, αξιολογική, δημιουργική, σημειωτική, και επικοινωνιακή δομή που αναπροσδιορίζει ή δημιουργεί ξανά την ίδια την ανθρώπινη ζωή στην ακεραιότητά της. Αυτό επιτυγχάνεται διότι ο φορέας της εικαστικής πληροφορίας είναι η εικαστική εικόνα, στην οποία το ακέραιο πνευματικό περιεχόμενο, ενότητα σκέψεων, αισθημάτων και παραστάσεων, διατυπώνεται με συγκεκριμένη δομή (Ίλιτσεφ, 1986). Η τέχνη είναι γνώση όπως και η επιστήμη. Τα έργα τέχνης έχουν μια λογική διάσταση, συγγενεύουν με το σχήμα του συλλογισμού και την περιεκτική σκέψη (Horkheimer, 1984). H απόλαυση, ή η ηδονή που νιώθουμε όταν κοιτάζουμε ένα έργο τέχνης οφείλεται, στο γεγονός ότι, την ίδια στιγμή μαθαίνουμε συλλέγοντας ή αποκωδικοποιώντας, νοήματα (Cassirer, 1994, σ. 24). Αυτή την ηδονή του «μανθάνειν» ο Αριστοτέλης την ανάγει στην ικανοποίηση του γνωστικού ενστίκτου που είναι κάτι ανάλογο με την επιστημονική έρευνα.
β. Η Τέχνη είναι αλήθεια Όπως ισχυρίζεται ο Γερμανός φιλόσοφος Theodor Adorno (2002, σ. 477) «η τέχνη κινείται προς την αλήθεια, δεν είναι ταυτόσημη με αυτή, κατ’ αυτά η αλήθεια είναι το περιεχόμενό της. Είναι γνώση λόγω της σχέσης της με την αλήθεια, η ίδια η τέχνη τη γνωρίζει, καθώς εκδηλώνεται σε αυτή». Επίσης κατά τον Martin Heidegger (1986, σ. 130). «η τέχνη είναι η εν-έργω-καθίδρυση της αλήθειας». Και για τους δυο στοχαστές, το έργο τέχνης μπορεί να κατανοηθεί μόνον ως μορφή έκφρασης της αλήθειας. Άρα το στοιχείο της αλήθειας είναι ουσιώδες για τα έργα τέχνης, καθώς τα ίδια συμμετέχουν στην παραγωγή της γνώσης.
3ον Η Τέχνη είναι γλώσσα. Ο Ιταλός Φιλόσοφος και Γλωσσολόγος Benedetto Croce υποστηρίζει ότι η τέχνη και η γλώσσα αποτελούν «εκφράσεις» και η έκφραση είναι μια αδιαίρετη διαδικασία (1976, σ.123).
Παρόλα αυτά σήμερα παρατηρείται μια συγκεχυμένη εικόνα γύρω από το φαινόμενο της τέχνης καθώς η εικαστική δραστηριότητα αναπτύσσεται σε πολλές μορφές και τύπους, κατηγορίες, είδη, κινήματα κ.ά. που δίνουν την εντύπωση μιας χαώδους κατάστασης με αμφιλεγόμενη αξία. Στην πραγματικότητα όμως, όλα αυτά, συνιστούν ένα τακτικό και οργανωμένο σύνολο «γλωσσικών συμβάσεων» (Commeti J.P, Hauser, 1984, Morizot J., Goodman, 2005) που απαιτούν και την ανάλογη συστηματική επαφή για να φανερώσουν το περιεχόμενό τους.

Κεφάλαιο 3
3.1 Μεθοδολογία
Η Πτυχιακή μου αποτελείται από μία σειρά Πορτραίτων και από μια σειρά Πίνακες με θέμα την επίδραση της οικονομικής και θεσμικής κρίσης που βιώνει η χώρα μας επί πέντε χρόνια στη ζωή  μας. Η αποτύπωση της κρίσης αυτής στα πρόσωπα όλων μας.

3.2 Υλικά
Η αποτύπωση γίνεται σε τελάρα ζωγραφικής διαφόρων διαστάσεων. Μερικά από τα τελάρα αγοράστηκαν από το εμπόριο έτοιμα και κάποια μεγάλα είναι δικής μου κατασκευής σύμφωνα με τη μέθοδο που ακολουθώ στην ετοιμασία μουσαμά Αγιογραφίας.

Χρησιμοποίησα ακρυλικά χρώματα και σκόνες Αγιογραφίας, τις οποίες τις αναμιγνύω με λευκό πλαστικό αντί για κόλλα. Αυτό το κάνω πολύ καιρό στην Αγιογραφία επειδή δίνει μία άλλη τονικότητα στις αποχρώσεις. 

3.3 Έμπνευση
Συνταξιδιώτες μου δυο μεγάλοι ζωγράφοι:
Ο Βασίλι Καντίνσκι  και ο Ντίνος Εγγονόπουλος

Και οι δύο ζωγράφοι που αναφέραμε έχουν επιρροές από τη Βυζαντινή Αγιογραφία.

Για μένα το χρώμα είναι σχήμα και το σχήμα χρώμα. Έμαθα μέσα από την ενασχόλησή μου με την Βυζαντινή Αγιογραφία να απλώνω το χρώμα με καθαρό σχήμα. Έτσι η εναλλαγή καθαρών σχημάτων δίνει το αισθητικό αποτέλεσμα. Η ανάμειξη των χρωμάτων μεταξύ τους εκλείπει.
Αυτό που βλέπω στον Καντίνσκι είναι η αλληλουχία σχημάτων και χρώματος. Έντονα πολλές φορές.
Ο Εγγονόπουλος επίσης με βαθειά γνώση και ενασχόληση με την Βυζαντινή Αγιογραφία αποτυπώνει τις μορφές με καθαρά έντονα χρώματα.
Αυτά τα δύο στοιχεία διέπουν και τη δική μου δουλειά

Κεφάλαιο 4
4.1 Δημιουργίες: Πορτραίτα και Πίνακες
Ανεβαίνοντας στ’ αστικά της Αθήνας, στην εποχή μας στις μέρες της κρίσης παρατήρησα τους ανθρώπους και είδα να φορούν όλοι μία μάσκα.
Θέλησα λοιπόν  να ζωγραφίσω τα συναισθήματα τους  έτσι προέκυψε η ιδέα των πορτραίτων αυτών. Η γραφή μου βγήκε αυθόρμητα βλέποντας την κάθε φωτογραφία.
Οι καλλιτέχνες τους οποίους μελέτησα και με επηρέασαν είναι: Βασίλι Καντίνσκι και Νίκος Εγγονόπουλος. Οπότε αναμενόμενο ήταν η συνομιλία με αυτούς.
Κεφάλαιο 5
5.1 Ο εικαστικός ως παιδαγωγός του θεατή
Η τέχνη ως γλώσσα έχει το δικό της συντακτικό και γραμματική, τα δικά της σύμβολα και σημεία, τους δικούς της κώδικες με τους οποίους πρέπει να εξοικειωθούν όσοι επιθυμούν να εκφράζονται και να επικοινωνούν με αυτήν. Ως εκ τούτου, τα παιδαγωγικά ζητήματα της Eικαστικής Αγωγής μπορούν να παραλληλιστούν με την εκμάθηση μιας γλώσσας και τις ανάλογες στρατηγικές μάθησης.
Η ιστορική εξέλιξη της τέχνης διαμορφώνεται από τις ανάγκες, τις μεταβολές και τις προτεραιότητες που επιτάσσει η κάθε ιστορική περίοδος.
Η τέχνη αναστοχάζεται το συγκεκριμένο και προτάσσει μια εναλλακτική ερμηνεία του κόσμου, αμβλύνοντας το χωρισμό των δημιουργικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, μέσα από τη σύζευξη της τέχνης με την επιστήμη, της λογικής με τη φαντασία.
Οι νεωτερικές μορφές γνώσης και έκφρασης που εξερευνούσε ο κόσμος των επιστημών και της τέχνης, καθώς και οι τάσεις της σύγχρονης εκπαιδευτικής θεωρίας βοήθησαν ώστε να διαμορφωθεί η έννοια της τέχνης ως διαδικασία γνώσης και αυτοέκφρασης Επίσης η Εικαστική αγωγή και οι διδακτικές της εφαρμογές είναι αποδεδειγμένο, πλέον, ότι καθιστούν το νου του παιδιού πιο ευέλικτο, συνεπώς και πιο αποτελεσματικό στην αναζήτηση της γνώσης. Οι σύγχρονες παιδαγωγικές τάσεις στηριζόμενες στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της ελεύθερης έκφρασης του παιδιού, ανοίγουν τον δρόμο για μια πιο άμεση, στενή και αποδοτική συνεργασία της εικαστικής αγωγής και της παιδαγωγικής (Dottrens R. 1974, Dewey J. 1982, Gloton R.1976, Chapman L.,1993, Robinson , 1999 κ.ά.).
Σύμφωνα με τον Cassirer, «Η τέχνη είναι ένας δρόμος προς την ελευθερία, τη διαδικασία απελευθέρωσης του ανθρώπινου πνεύματος, γεγονός που είναι ο πραγματικός και ο υπέρτατος στόχος κάθε διαπαιδαγώγησης …» (1993).

5.2 Η μοντέρνα τέχνη
Το πνεύμα διαφόρων θέσεων ή αντιλήψεων που αναφέρουν ότι τα παιδιά πρέπει να μάθουν να αναζητούν το ωραίο στη φύση και την τέχνη και κατ’ επέκταση στα έργα τους είναι διαμετρικά αντίθετο από τις επιταγές της μοντέρνας τέχνης.
Η προσπάθεια της μοντέρνας τέχνης, εστιάζεται στην χειραφέτησή της από την κυριαρχία του ωραίου αποδομώντας το, ως κάτι το αναληθές, ως κάτι το κοινωνικά ψευδές και καταπιεστικό.
Θυμίζουμε ότι η μοντέρνα τέχνη δεν αποδέχεται την ομορφιά, την ισορροπία, ή την αρμονία με την παραδοσιακή έννοια και μορφή. Αντίθετα υιοθετεί ως αισθητικά κριτήρια το άσχημο, το άγριο, τη διαφωνία, την άρνηση, την αντίφαση την ετερότητα, το περιττό, το ευτελές κ.ά., διότι βρίσκει σε αυτά ειλικρίνεια και κοινωνική δικαιοσύνη.
Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η αποδόμηση του ωραίου ως βασικού κριτηρίου αξιολόγησης των έργων τέχνης γίνεται και για να αμφισβητήσει τις καλλιτεχνικές δεξιότητες ως τέτοιες και το ταλέντο. Με αυτόν τον τρόπο, η μοντέρνα τέχνη θέλει να περάσει το μήνυμα ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν τέχνη και το μόνο που προϋποτίθεται είναι το ενδιαφέρον και η αγάπη για αυτήν (Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών, www.pi-schools.gr)
Αυτό σημαίνει ότι η επιδίωξη ενός όμορφου, τέλειου και άψογου αποτελέσματος στις ασκήσεις και τα έργα των ασκούμενων κινείται σε λαθεμένες κατευθύνσεις. Οι ασκούμενοι της τέχνης, μαθητές, φοιτητές ή ενήλικοι, εγκλωβίζονται σε μια αντίληψη που είναι και καταπιεστική και ανασταλτική και σε τελευταία ανάλυση δεν παρουσιάζει κανένα παιδαγωγικό ενδιαφέρον καθώς, δεν τους δίνει τη δυνατότητα να χαρούν τη δημιουργική διεργασία της παρατήρησης, του πειραματισμού, του αυτοσχεδιασμού, και της νοητικής επεξεργασίας για μια προσωπική έκφραση. Η αναπαραστατική ακρίβεια δεν είναι μόνο απρόσιτη στην εννοιολογική αντίληψη των περισσοτέρων νέων ασκουμένων στην τέχνη, αλλά αποτελεί και λαθεμένη βάση για την ανάπτυξη της προσωπικής έκφρασης. Και σε αυτό σημείο σας θυμίζουμε το χιλιοειπωμένο παράδειγμα της καβαφικής ερμηνείας για το ταξίδι προς την Ιθάκη.








ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Adorno T. W., (2002), Αισθητική θεωρία, μτφρ. Λ. Αναγνώστoυ, Aθήνα: Αλεξάνδρεια.
Ardouin I., (2000), Η καλλιτεχνική αγωγή στο σχολείο, μτφρ. Μ. Καρρά, Αθήνα: Νεφέλη.
Cassirer Ε., (1994), Η Παιδευτική αξία της τέχνης, μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλου, Αθήνα: Έρασμος. 
Chapman L. H., (1993), Διδακτική της τέχνης: προσεγγίσεις στην καλλιτεχνική αγωγή μτφρ. Α. Λαπούρτα...[κ.ά.], επιμ. Π. Χριστοδουλίδη, Αθήνα: Νεφέλη.
Commeti J.P, Morizot J., Pouivet R., (2005), Ζητήματα αισθητικής, μτφρ. Σ. Χρυσικού, Αθήνα: Νήσος.
Croce B., (1976) Κείμενα Αισθητικής Ιστοριογραφίας Δοκίμια, μτφρ. Κ. Λασιθιωτάκη, Αθήνα: Δωδώνη.
Δ.Ε.Π.Π.Σ., (Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών), www.pi-schools.gr
Dottrens R., (1974), Παιδαγωγώ και διδάσκω. Η σχολική παιδαγωγική και η ειδική διδακτική του σύγχρονου δημοτικού σχολείου, μτφρ. Γ. Α. Βασδέκη, Αθήνα: Δίπτυχο-Unesco.
Gloton R., (1976), Η τέχνη στο σχολείο, μτφρ. Α. Σαρίκα-Η. Βιγγόπουλου, Αθήνα: Νικόδημος.
Gombrich H., (2002), Το Χρονικό της Τέχνης, μτφρ. Λ. Κάσδαγλη, Αθήνα: ΜΙΕΤ.
Goodman N., (2005), Γλώσσες της τέχνης, μτφρ. Π. Βλαγκόπουλου, Αθήνα: Εκκρεμές,
Giudicelli, S. (1984) . ‘Η έννοια της αλλοτρίωσης, από τη θεωρία στην καθημερινή πρακτική’ Θέσεις, τ. 6, διαθέσιμο στο
http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=74&Itemid=29
Hauser A., (1984), Κοινωνική ιστορία της τέχνης, (4 τόμοι) μτφρ. Τ. Κονδύλη, Αθήνα: Κάλβος.
Heidegger M. (1986), Η προέλευση του έργου τέχνης, μτφρ. Γ. Τζαβάρα. Αθήνα-Γιάννινα: Δωδώνη.
Horkheimer, M., (1984), Τέχνη και μαζική Κουλτούρα, στο: Τέχνη και μαζική Κουλτούρα, Horkheίmer, Adorno και άλλοι: μτφρ. Ζ. Σαρίκα, Αθήνα: Ύψιλον,
Ίλιτσεφ Λ.Φ.-Φεντοσέγιεφ, Φιλοσοφικό Λεξικό, τ. Ε΄, Αθήνα: Καπόπουλος, 1986 
Μαλούτας, Θ. (2011). Χωρικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης στην Αθήνα. Από τις ρυθμίσεις του πελατειακού κράτους στην κρίση των ελλειμμάτων, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τ.134-135, Α'-Β' 2011, σ.51-70.
Παπασαραντόπουλος, Π. (2012). Μύθοι και στερεότυπα της ελληνικής κρίσης. Θεσ/νικη: Επίκεντρο.
Ρουμελιώτης, Α. (2011). Ανταλλακτική Οικονομία, Πάνω από τα κέρδη ο άνθρωπος. Ελευθεροτυπία, 28/3/2011 διαθέσιμο στο
Τσουκαλάς, Κ. (2012). Η Ελλάδα της λήθης και της αλήθειας. Αθήνα: Θεμέλιο.
Χούσερλ, Ε. (1991). Η κρίση του ευρωπαίου ανθρώπου. Αθήνα: Έρασμος.



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ



Βασίλι Καντίνσκι: Ο εμπνευστής της μοντέρνας τέχνης

Ο Βασίλι Καντίνσκι (1866-1944) είναι από τους πιο γνωστούς Ρώσους ζωγράφους και τους δημιουργούς της αφηρημένης τέχνης. Όταν γίνεται λόγος για αφηρημένη τέχνη, αμέσως έρχονται στο νου οι δημιουργίες του με τις σπουδαίες χρωματικές του συνθέσεις και τις γεωμετρικές φιγούρες.
Ο γεννημένος στη Μόσχα Βασίλι Καντίνσκι, έλαβε μέρος σε ορισμένα από τα σημαντικότερα ρεύματα της μοντέρνας τέχνης εισάγοντας τις δικές του καινοτομίες και μία νέα αντίληψη για τη ζωγραφική, καταγράφοντας ένα πλούτο θεωριών και ιδεών στην πραγματεία για το πνευματικό στην τέχνη.
Η ενασχόλησή του Καντίνσκι με τη ζωγραφική ξεκίνησε τυχαία και αρκετά αργά, όταν ήταν ήδη 30 ετών. Έως τότε ήταν διακεκριμένος δικηγόρος. Ξαφνικά, η επαφή με δύο έξαιρετικά έργα τέχνης, τον πίνακα του Μονέ «Σωροί από άχυρα» και την όπερα του Βάγκνερ «Λόενγκριν» ήταν αρκετή για να αλλάξουν τη ζωή του Καντίνσκι. Εγκατέλειψε τη δικηγορία και πήγε στο Μόναχο για να σπουδάσει ζωγραφική.
Ό Καντίνσκι δεν έγινε διάσημος τόσο για τους πίνακές του, όσο για το ότι εφηύρε την αφηρημένη τέχνη και έγινε θεωρητικός της. Κάτι που συνέβη τυχαία. Ένα βράδυ επιστρέφοντας στο σπίτι του, είδε κάτι που τον εξέπληξε. Ένας πίνακας του που είχε πέσει και σταθεί λοξά, στον οποίο έπεφτε το φως από τον στύλο ηλεκτροδότησης. Το περίγραμμα από τα όσα εικονίζονταν, είχε εξαφανιστεί και ανακατευτεί με την υπόλοιπη σύνθεση. Είχε απομείνει μόνο η γενική εντύπωση από κάτι έντονο και ασυνήθιστο. Από τότε ο Καντίνσκι δεν ζωγράφισε ξανά πίνακες με συγκεκριμένο περιεχόμενο, παρά μόνο με αφηρημένο.
Είναι δύσκολο να πει κανείς, πόσο καλά μπορούσε να ζωγραφίσει ο Καντίνσκι πίνακες. Ακόμη και τα τοπία, τα ζωγράφιζε έτσι που ήταν δύσκολο να πεις τι ακριβώς απεικονίζεται, καθώς τα χρώματα διαχέονταν και ανακατεύονταν. Κατόπιν, αποδεικνυόταν πως επρόκειτο για έναν φανοστάτη. Μερικές φορές δημιουργείται η εντύπωση ότι έναν πίνακα όπως αυτόν θα μπορούσε να τον ζωγραφίσει κι ένα παιδί. Φυσικά, αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απόλυτα εικαστική τέχνη, καθώς δεν απεικονίζει τίποτα συγκεκριμένο. Το χρωματικό χάος γοητεύει, προκαλεί πολλούς συνειρμούς και συναισθήματα. Η επίδραση που προξενεί η ζωγραφική του Καντίνσκι, συγγενεύει με αυτή της μουσικής.



Νίκος Εγγονόπουλος
1907 – 1985

Τεχνίτης του χρωστήρα και του στίχου, ένας από τους συνεπέστερους εκπροσώπους του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 1907 και πέρασε τα μαθητικά του χρόνια (1919-1927) εσωτερικός σε σχολείο του Παρισιού.
Στην Αθήνα επέστρεψε το 1927 για να υπηρετήσει τη θητεία του ως ακροβολιστής στο 1o Σύνταγμα Πεζικού. Απολύθηκε το 1928 κι εργάστηκε ως το 1930 ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα, φοιτούσε σε Νυχτερινό Γυμνάσιο.
Από το 1930 έως το 1933 εργάστηκε ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεως του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Το 1932 γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ φοίτησε στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και γνωρίστηκε με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Δημήτρη Πικιώνη.
Το 1939 πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση. Με επιρροές από τo μεταφυσικό κόσμο του Ντε Κίρικο και την υπερβατικότητα της βυζαντινής τέχνης προσπαθεί να εκφράσει την παγκοσμιότητα του ελληνισμού, μέσα από την πολυσημία της σουρεαλιστικής γραφής.
Ένα χρόνο νωρίτερα είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», η οποία προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις κι έλαβε τις διαστάσεις φιλολογικού σκανδάλου. Μερίδα των κριτικών τον ειρωνεύτηκε, όπως και τον Εμπειρίκο άλλωστε, θεωρώντας τη γραφή του πνευματικό παιγνίδι χωρίς βαθύτερο αντίκρισμα.
Μοναδικός του υπερασπιστής υπήρξε ο επίσης υπερεαλιστής Ανδρέας Εμπειρίκος. Του έγραφε: «Νικόλαε Εγγονόπουλε, σε αυτόν τον κόσμο δύο είναι τα μεγαλύτερα και πιο πολύτιμα στοιχεία, ο Έρωτας και το Σπαθί. Όλα τα άλλα έρχονται κατόπιν και τελευταίο από όλα η κριτική. Είσαι πραγματικά μεγάλος ποιητής, άσε λοιπόν οι άλλοι να λένε ότι θέλουν».
Το 1941 πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και αιχμαλωτίσθηκε από τους Γερμανούς. Μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο εργασίας, απ' όπου δραπέτευσε και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια. 
Το 1944, με νωπές τις αναμνήσεις του πολέμου, παρουσιάζει τον «Μπολιβάρ», την κορυφαία στιγμή της ποίησής του. Μέσα από τη μορφή του Σιμόν Μπολιβάρ, του απελευθερωτή της Νότιας Αμερικής από τους Ισπανούς, ο Εγγονόπουλος δίνει το διαχρονικό πρότυπο του αγωνιζόμενου ανθρώπου, χωρίς τους περιορισμούς φυλής, χώρας ή εποχής. Σύμφωνα με τον επιγραμματικό χαρακτηρισμό του κριτικού Ανδρέα Καραντώνη, το μακροσκελές αυτό ποίημα αποτελεί τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» της γενιάς του '30.
Το 1945 ξεκίνησε πανεπιστημιακή καριέρα στο ΕΜΠ ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου. Το 1969 έγινε καθηγητής στην έδρα Ελεύθερου Σχεδίου και εντεταλμένος στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης.  Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία έληξε το 1973 με τη συνταξιοδότησή του.
Το 1958 του απονεμήθηκε το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Εν Ανθηρώ Ελληνι Λόγω», ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α'. Το 1979 θα του απονεμηθεί εκ νέου το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες».
Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985 από ανακοπή καρδίας. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Η καλλιτεχνική δημιουργία τού Νίκου Εγγονόπουλου τοποθετείται στην πρωτοπορία του ελληνικού υπερρεαλισμού. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του αποτέλεσαν η ιδιότυπη χρήση της δημοτικής γλώσσας και οι συμβολικές μορφές του, μέσω των οποίων πρόβαλε το αίτημα για μια ελληνοκεντρική σουρεαλιστική ποίηση και μια νέα έκφραση ελληνικότητας.
Ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου έχουν μεταφρασθεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Επιπλέον, έχουν μελοποιηθεί από τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Αργύρη Κουνάδη και τον Νίκο Μαμαγκάκη.
Βασική Εργογραφία
•           Ποιήματα (εκδόσεις «Ίκαρος»)
•           Στην κοιλάδα με τους ροδώνες (εκδόσεις «Ίκαρος»)
•           Πεζά Κείμενα (εκδόσεις «Ύψιλον»)
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/202#ixzz3c7DHsOOg




Ο Νίκος Εγγονόπουλος του Παναγιώτου (21 Οκτωβρίου 1907 - 31 Οκτωβρίου 1985) ήταν Έλληνας καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, ζωγράφος, σκηνογράφος και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του '30, ενώ αποτέλεσε και έναν από τους κύριους εκφραστές του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις, κριτικές μελέτες και δοκίμια.

Βιογραφικά στοιχεία
Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1907 στην Αθήνα και πραγματοποίησε τις βασικές του σπουδές εσωτερικός σε Λύκειο του Παρισιού. Το 1927 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και μετά την απόλυσή του εργάστηκε ως μεταφραστής σε τράπεζα και γραφέας στο Πανεπιστήμιο, ενώ το 1930 διορίστηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεων.
Το 1932 γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών, όπου μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα βυζαντινής τέχνης στο εργαστήριο των Φώτη Κόντογλου και Α. Ξυγγόπουλου, μαζί με το Γιάννη Τσαρούχη. Έκανε ελεύθερες σπουδές σε Παρίσι, Βιέννη, Μόναχο και Ιταλία. Δίδαξε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π., ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και σκηνογραφία από το 1938, διαδοχικά ως επιμελητής, έκτακτος, μόνιμος και τακτικός καθηγητής. Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης Μόραλης και ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Σε όλο το διάστημα των σπουδών ζωγραφικής ο Εγγονόπουλος παρέμεινε στη θέση του στο Υπουργείο και το 1934 τοποθετήθηκε στην Τοπογραφική Υπηρεσία, όπου μετά από έξι χρόνια μονιμοποιήθηκε με το βαθμό του Σχεδιαστή Α΄ Τάξεως.
Τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του παρουσιάστηκαν το 1938 στην Έκθεση Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως και αποτελούσαν έργα που απεικόνιζαν παλαιά σπίτια της Δυτικής Μακεδονίας. Την ίδια χρονιά σημειώθηκε και η είσοδός του στα ελληνικά γράμματα, αρχικά με τη δημοσίευση μεταφράσεων σε ποιήματα του Τριστάν Τζαρά και λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1938, με την κυκλοφορία της πρώτης του ποιητικής συλλογής με τον τίτλο Μην ομιλείτε χωρίς τον οδηγό.
Το Σεπτέμβριο του 1939 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική του συλλογή, Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής, ενώ το Νοέμβριο πραγματοποιήθηκε η πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής του, στο σπίτι του Νίκου Καλαμάρη. Την ίδια περίοδο εργάστηκε για την παράσταση της Ηλέκτρας του Σοφοκλή στο Θέατρο Κοτοπούλη, σχεδιάζοντας τα κοστούμια των ηθοποιών και συμμετείχε σε ομαδική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη.
Το 1945 αποσπάστηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου, θέση που διατήρησε μέχρι το 1956. Το 1949 συμμετείχε στην ίδρυση του καλλιτεχνικού ομίλου Αρμός με σκοπό την προώθηση μιας σύγχρονης αισθητικής πρότασης στον ελληνικό χώρο, μαζί με άλλα μέλη στα οποία περιλαμβάνονταν οι ζωγράφοι Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Μόραλης και Τσαρούχης. Παράλληλα εργάστηκε στο Υπουργείο Οικισμού και Ανοικοδομήσεως και σε συνεργασία με την αρχιτεκτονική ομάδα του Δημήτρη Πικιώνη σχεδίαζε νέα κτίρια.
Τα επόμενα χρόνια συμμετείχε σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις, ενώ το 1954 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 27η Μπιενάλε της Βενετίας με συνολικά 72 έργα του. Την ίδια περίοδο εκλέχθηκε μόνιμος επιμελητής του Πολυτεχνείου και παραιτήθηκε οριστικά από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Το 1958 του απονεμήθηκε το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας για την ποιητική συλλογή Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω, ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο από το βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Γεωργίου Α΄. Το κρατικό βραβείο ποίησης θα του απονεμηθεί αργότερα για δεύτερη φορά το 1979, καθώς και το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος. Υπήρξε μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου, της Ελληνικής Εταιρίας Αισθητικής, της Société Européenne de Culture κ.ά. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών (οδού Αναγνωστοπούλου).
Πίνακές του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη, στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθηνών, Ρόδου, Θεσσαλονίκης, στο Μουσείο Θεάτρου στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και σε ιδιωτικές συλλογές.
Πέθανε το 1985 από ανακοπή καρδιάς και η κηδεία του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας.
Ποιήματα του Εγγονόπουλου έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά, δανικά, πολωνικά, ουγγρικά και τη βενετική διάλεκτο. Επιπλέον έχουν μελοποιηθεί από το Νίκο Μαμαγκάκη και τον Αργύρη Κουνάδη, ο οποίος έγραψε τη μουσική υπόκρουση στο ποίημα Μπολιβάρ για το δίσκο της εταιρίας Διόνυσος, σε απαγγελία του ίδιου του Εγγονόπουλου.
    Το έτος 2007 ανακηρύχθηκε από τον καλλιτεχνικό κόσμο της χώρας ως "Έτος Ν. Εγγονόπουλου".


Εργογραφία
Ποίηση
    Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938, 1966, 1977)
    Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939, 1966, 1977)
    7 Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, (1944, 1999, ISBN 960-7721-45-4
    Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, εκδ. Ίκαρος, 1978, ISBN 960-7233-03-4
    Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα, (1944, 1962, 1968, και 1978 εκδ. Ίκαρος, ISBN 960-7233-38-7
    Ελευσίς (1948, 1977)
    Η επιστροφή των πουλιών (1946, 1977)
    Στη κοιλάδα με τους ροδώνες (1978)
    Το μέτρον: ο άνθρωπος. Πέντε ποιήματα και δέκα πίνακες, εκδ. Ύψιλον (2005)
    Μυθολογία = Mythology, μετάφραση David Connolly, Ύψιλον (2006)
    Ωραίος σαν Έλληνας = The Beauty of a Greek: Poems : Ποιήματα, ανθολόγηση και μετάφραση David Connolly, εκδ. Ύψιλον (2007)
Πεζά
    Ο Καραγκιόζης: Ένα ελληνικό θέατρο σκιών, Ύψιλον (1981
    Ν. Εγγονόπουλος, Πεζά κείμενα, εκδ. Ύψιλον (1987)
Δισκογραφία
    Ο Εγγονόπουλος διαβάζει Εγγονόπουλο, Διόνυσος
    2010 "Η ύδρα των πουλιών" (φωνή Δημήτρης Πουλικάκος, μουσική Socos)

Βιβλιογραφία
Ν. Εγγονόπουλος (επιμ. Γ. Κεντρωτής), Οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν ελληνικά. Συνεντεύξεις, σχόλια και γνώμες, εκδ. Ύψιλον (1999)
Ν. Εγγονόπουλος (επιμ. Δ. Δασκαλόπουλος), Και σ' αγαπώ παράφορα. Γράμματα στή Λένα: 1959-1967, εκδ. Ίκαρος
Σχέδια και χρώματα (επιμ. Ερριέτη Εγγονοπούλου), εκδ. Ύψιλον (1996)
Π.Δ.Καγκελάρη, Αναζητήσεις στη Σύγχρονη Ελληνική Ζωγραφική - Η Συλλογή Καγκελάρη, τόμ.1, Αθήνα 1991. ISBN 960-220-134-7
Δημοτική Πινακοθήκη Ψυχικού - Κληροδότημα Μ. & Τ. Λέφα, Σύγχρονη Ελληνική Ζωγραφική: Συλλογή Καγκελάρη (κατάλογος έκθεσης), Ψυχικό 2008










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου