Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

Βασίλης Καβουρίδης: Au Bord de l’eau (Ο μπόρντ ντε λό) Εικαστική εγκατάσταση στον παλιό επιβατικό σταθμό του λιμανιού της Μυκόνου.




Au Bord de l’eau

Ο επιβατικός σταθμός  του παλιού λιμανιού ανεγέρθηκε το 2000 αλλά δεν αποπερατώθηκε ποτέ. Η χρήση του δεν επαναπροσδιορίστηκε. Ο Βασίλης Καβουρίδης τον χρησιμοποιεί για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2017  με την εικαστική εγκατάσταση «Praxis of progress».

Στην εικαστική εγκατάσταση του 2019 πραγματεύεται το ζήτημα της μνήμης  μέσα από την αποπεράτωση  της αρχιτεκτονικής, ως παράγοντα ανόρθωσης αλλά και περιορισμού της μνημονικής θέας.

Η γραμμή είναι το περίγραμμα της αρχιτεκτονικής και το όριο για τον διαχωρισμό που προσπαθεί να επιτελέσει ο άνθρωπος στην όσο πιο λειτουργική σύμπραξη  των ενοτήτων που συντάσσει. Ο Βασίλης Καβουρίδης οπτικοποιεί αυτά τα όρια για να μπορέσει να διευρύνει τις χωρικές αντιλήψεις: ενός κλειστού ή ανοιχτού χώρου, όπως ενός παλιού ερειπίου ή «νέου ερείπιου» χώρου .




 Οι γραμμές για  αυτόν λειτουργούν στα όρια της αντίθεσης του φωτός και της σκιάς στους χώρους και αυτοακυρώνει την βαρύτητα του τόπου και της αρχιτεκτονικής με τον σκελετικό σκιοφωτισμό που αναπτύσσει. Το εντυπωσιακό με τις σκιές είναι ότι τα πράγματα, τα αντικείμενα και τα τοπία μεταμορφώνονται χωρίς να αλλοιώνονται. Αυτή η μεταμορφωτική συντεταγμένη  προκαλεί ένα ενδιαφέρον μια και το   τοπικό μπορεί να σχεδιαστεί έτσι ώστε να εκτείνεται στο σύμπαν.

Με τα δυο χαρακτηριστικά της αμετάβλητης μεταμόρφωσης και της εκτατικότητας ο Καβουρίδης επιχειρεί στο κτήριο επιβατικού σταθμού του παλιού λιμανιού Μυκόνου να περιπλανήσει τον επισκέπτη σε μια οραματική υπερβολή που απηχεί τα γεγονότα πολεοδομικής  ανάπτυξης  και 
σύμπτυξης της Μυκόνου. Η υπόρρητη σχεδιαστική ανάπτυξη στον εκθεσιακό  χώρο όλων των αναπτυγμάτων, με λεπτότητες και τραχύτητες, αναιρούν τις πρακτικές και τετριμμένες λεπτομέρειες του προκατασκευασμένου κτηρίου που ποτέ δεν λειτούργησε. Το κτήριο αποτελεί ένα «νέο ερείπιο» . Ο  Καβουρίδης ανασυντάσσει το αφύσικο και εξουδετερωμένο θολό αρχιτεκτονικό  ιδίωμα του μη χρησιμοποιημένου κτηρίου για να σκευάσει μια ιδέα για μια ηθογραφία της μνήμης για την  κατοίκηση και τη  στέγαση.
Οι επιφάνειες που προκύπτουν εξαρτώνται από την διαπερατότητα και οι κατασκευές που προτείνονται αποκαλύπτονται από την φωτεινότητά τους  που μάλλον μετατοπίζουν τις σκιές παρά πηγάζουν από αυτές. Η πρωτοτυπία βρίσκεται στις πολλές καταληκτικές εντάσεις που απλωθήκαν στον χώρο. Ξυλότυπα οικοδομής ανασυγκροτούν την  ιδέα της νεοανέγερσης.ςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςς
ςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςς
 Έχουμε ένα κτήριο μισοφτιαγμένο , μισοεγκαταλειμμένο. Οι προσδοκίες για την χρήση του κτηρίου απομακρύνονται. Τα κτήρια είναι στεγασμένες κατασκευές για χρήση λειτουργική και είναι κτηριολογικά ώριμα όταν δικτυώνονται μέσα τους αντικείμενα εξυπηρέτησης. Τα αντικείμενα με τη σειρά τους είναι λειτουργικές χωρικότητες σε διαφορετικές κλίμακες από αυτές του κεντρικού κτηρίου. Η εγκιβωτική συνύπαρξη των αντικειμένων στους χώρους προσδιορίζεται από μια τακτοποίηση 

που προετοιμάζει την κατοίκηση και τη λειτουργία. Στον 
επεκταμένο και χωρίς αντικείμενα  χώρο δεν κατανοείται ο εσωτερικός κυβοτισμός σαν ευκαιρία για θέα αλλά σαν επέκταση και αναδίπλωση μιας εμπειρίας του χώρου.
 Οι παρεμβάσεις:  τοποθετούνται καινούργιες χωρικότητες μέσα στους χώρους και σχεδιάζονται περιγράμματα ικανά να γεννήσουν άλλους χώρους(Αναπτύγματα ξυλότυπων). Επιχειρείται να υλοποιηθούν χωροθηρικές αναπτύξεις έτσι ώστε να περνάνε περιγράμματα χώρων ως επίπεδο συνεχές με τρισδιάστατες αναπαραστάσεις πολλών αντικειμένων – χώρων αρχιτεκτονικής με έναν στέρεο τρόπο που θυμίζει την δισδιάστατη ζωγραφική αλλά είναι τρισδιάστατης ψευδαίσθησης (  αναπτύγματα μεταλλικών βεργών) . Τα καινούργια εικαστικά αντικείμενα συμφύρονται με τονςςςς
ςςςχώρο που τα περιβάλει και η εμπειρία του οπτικού προτρέπει μιαν ακόμη διάσταση πέραν των τεσσάρων  να εξελιχθεί. Η οποία αυτή διάσταση ορίζεται από τις εξής μορφές: Διάσταση διασταλτικού χώρου, διάσταση πρωτόλειων ολογραφημάτων, διάσταση πολυμορφικών  εικόνων, διάσταση αποσυναρμολογημένου χώρου, διάσταση μνημονικών τόπων . Τώρα ο κατειλημμένος χώρος νοείται ως μη κατειλημμένος και συμφυρόμενος με συμπλέγματα πολυεπίπεδων δομών που διαμορφώνονται  από παλλόμενα και εκτεινόμενα επίπεδα παταριών και ξυλότυπων, να προτείνουν το εμβαδόν σαν μια φανταστική κατασκευή . Τα τοπιογραφικά αναπτύγματα μεταλλικών βεργών   στους τοίχους χρησιμοποιούνται σαν συμπιεστικές μονάδες ευρύτατου όγκου που πλέον δεν είναι στέρεες αλλά διάτρητες και σκελετικές. Η αποσάρκωση του όγκου στο εσωτερικό ενός κτηρίου γίνεται την στιγμή που ό,τι 

γεννιέται ως υποσχόμενη επιφάνεια, θα ωριμάσει δε ως κβαντικός  όγκος ή χώρος  σε  μια αντικειμενικά υπαρκτή γεωμετρία παραμένοντας  μη ενσωματωμένος, εξαιτίας της πίεσης που ασκεί ο αβαθής χώρος που τα περικλείει. Η ανομοιόμορφη κατανομή της ύλης μέσα στον εκθεσιακό χώρο μετατρέπει τον θεατή σε συντελεστή ο οποίος αναζητά το κέντρο όπου ρυθμικές επαναλήψεις, σχηματισμοί, στίγματα , καμπύλες, γωνιές κενά θόρυβοι και σιγές ριζώνουν τον χώρο με, τα παχιά και λεπτά τους περιγράμματα να πνίγουν το πανδαιμόνιο ολόγυρα τους , καταλαμβάνοντας τον εγκαταλειμμένο χώρο με τρόπο που δεν θα μπορούσε να το  κάνει  κι η πιο περίτεχνη ψευδαισθητική προβολή.

Η συνοχή με την οποία σταθεροποιούνται τα δουλεμένα περιγράμματα των χώρων εναποτίθενται ταυτόχρονα σαν ακατέργαστο διακοσμητικό ανάπτυγμα, μηχανιστικό και κοσμολογικό. Αναζητούνται θέσεις για ένα αστεροσκοπείο εσωτερικού χώρου. Οι αιωρούμενες ομάδες συμβόλων και κατασκευών εναποθέτονται σε διατάξεις επαλληλίας  για να προταθούν σε τοπία χωρίς τους ήλιους και τις νύχτες που τους αναλογούν. Επικό ύφος αστράφτει σε όλη την πολύπλευρη εγκατάσταση με υπερβολή και αναπτύγματα του προφανούς και του άμεσου. Σε μια κλιμακούμενη οπτική πρόσβαση του επισκέπτη ο υποδηλών σκιοφωτισμός της χτισμένης αρχιτεκτονικής από την μια, και η ανοιχτή από την άλλη.

Η μνήμη είναι αδιαχώριστη από την ικανότητα του σκέπτεσθαι.  Η μνήμη συνδέεται με τις ιδιότητες  του νευρικού συστήματος να συγκρατούν την 

προσλαμβανόμενη μέσω της εμπειρίας πληροφορία για μικρό η μεγάλο διάστημα ικανή  να τροποποιεί τη συμπεριφορά.  Η λήθη συντελείται όταν τα πλεονάσματα της ενεργής , της βραχύχρονης και της μακρόχρονης μνήμης δεν επαρκούν για να ανατροφοδοτήσουν  το αισθητηριακό νευρικό σύστημα. Η μνημονική λειτουργία αποτελεί




ένα σύνολο διαφορετικών και εξειδικευμένων νοητικών ικανοτήτων που συνίστανται κυρίως σε μεταβολές του τεράστιου αριθμού των συναπτικών συνδέσεων μεταξύ των νευρικών κυττάρων, δηλαδή βασίζεται στη συναπτική πλαστικότητα.

Η μνημονικότητα  , η μνημειακότητα,  ο χρόνος, η ενσυνειδητότητα, η συνειρμικότητα και η συμπεριφορική λειτουργία αναδύονται στα ερευνητικά ενδιαφέροντα της εικαστικής εγκατάστασης  Au Bord de l’eau (Ο μπόρντ ντε λό) – Στην άκρη του Νερού κυριολεκτική μετάφραση  – στο περιθώριο, στην αργκό  . Η πιο άμεσα αντιληπτή διάκριση των μνημών είναι αυτή που σχετίζεται με τη διάρκειά τους, τη χρονική διάρκεια συγκράτησης του περιεχομένου μιας «μνήμης».
Έτσι, δύο αδρές κατηγορίες μνήμης, η βραχύχρονη και μακρόχρονη μνήμη, μεόχι σαφή χρονικά όρια, είναι η περιπλάνηση μέσα στον ανασυνδεώμενο χώρο . Επίσης, μπορούν να διακριθούν οι χρονικές μορφές της άμεσης ή αισθητικής μνήμης που συνίσταται στη νευρωνική δραστηριότητα της τρέχουσας εμπειρίας και της ενεργού μνήμης που αποτελεί ένα είδος μνημονικού «χώρου» παροδικής συγκράτησης πολυποίκιλης πληροφορίας με κατακρύψεις και φανερώσεις σε πολλά επίπεδα των ζωγραφικών έργων και αυτούσιων αντικειμένων ιστορικού , λαογραφικού και μουσειακού ενδιαφέροντος .
 Ο Βασίλης Καβουρίδης επιτελεί μια μελέτη μνημονικών φαινομένων ώστε να στηρίξει  την μνήμη περιγράφοντας δομές, ανακλήσεις ή μεταμόρφωσεις των ενθυμήσεων μέσα σε ένα συνεχές μεταβαλλόμενο χωρικό τόπο. Στην πραγματικότητα διαφορετικές εγκεφαλικές δομές και νευρωνικά δίκτυα  στηρίζονται σε μοριακούς και κυτταρικούς μηχανισμούς έτσι ώστε η μνήμη να είναι παρούσα, όντας απούσα και παρελθοντική. Ο Βασίλης Καβουρίδης επιχειρεί μια προσομοίωση δομών εικαστικών με χωρικά αναπτύγματα που φιλοξενούν μνημονικά επεισόδια όπως είναι η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική, η επανάχρηση αντικειμένων και η συντέλεση μη προσδιορισμένων ιδιοτήτων .






Η αξία της ερειπίωσης από αρχιτεκτονική αξία της φθοράς και ιδιότητα της ατελούς ανολοκλήρωτης κατασκευής, προτείνεται σαν ανικανότητα της παρελθοντικής νοσταλγίας και ανασύνθεση της αισθητικής πληρότητας που οδηγεί τον άνθρωπο στο Ανθρώπινο. Το υποφερτό της ελλειπτικότητας στην όψη των ερείπιων είναι η ικανότητα της διατήρησης του ανέπαφου. Είναι τόσο υπαινικτική που ιδεαλίζει  άθελά του μορφοπλαστικά τα της τέχνης και με αυτή την λειτουργία αισθητοποιεί τον παρόντα χρόνο μεταστρέφοντας το παρελθόν  σε Ιανό.


Πάγκοι παζαρέματος εικόνων μνήμης είναι ένα αλισβερίσι από διατηρηθέντα , θραύσματα σπασμένων τοπίων να προτείνονται ως υποβολές του χαμένου όλου. Σε έναν άλλο πάγκο παζαρέματος, νοσταλγικά αντικείμενα του παρελθόντος, φωτογραφίες , έγραφα εισόδου σε τόπους, εργαλεία  σίτισης, κουμπιά ένδυσης, προσκαλεί τον παρατηρητή σε αναγνώριση του χρήσιμου μέσω της επισήμανσης της αχρηστίας. Σε άλλη παράθεση τουριστικά σουβενίρ αναγνωρίσιμων γλυπτών του ελληνικού κόσμου συνθέτουν μια ατοπική σύνθεση μέσα από μια νευρολογική, γαγγλιακή επιζωγράφιση τους. Ίχνη οικειοποίησης βουκολικών τοπίων με ηχητικά σήμαντρα  παγιδεύουν την μετακίνηση των επισκεπτών στον εκθεσιακό χώρο μνημονεύοντας ένα άδηλο  ηχητικό τοπίο.

 Η σπασμωδική και πολυεπίπεδη  ανάπτυξη του ικριώματος του ξυλότυπου μέσα στο υπάρχοντα χώρο του παλιού ανεκμετάλλευτου επιβατικού σταθμού παραπέμπουν με τρόπο καθορισμένο σε λαβυρινθώδεις κοινωνικές εμπειρίες και ανικανότητες να αντιληφθούμε τον χώρο σαν ενιαία συνθήκη τόσο στη ζωή όσο και στη μνήμη.






Το κατασκευασμένο τοπίο του Βασίλη Καβουρίδη είναι σπαρμένο με ίχνη που οδηγούν και αποτρέπουν, ίχνη που κρύβουν και φανερώνουν. Τα απομεινάρια εμφανίζονται σαν ένα αποτέλεσμα, ένα γεγονός το  οποίο μνημονεύεται σαν κοινωνική εμπειρία.   Τα ίχνη είναι σημάδια οικειοποίησης και εμφανίζονται όχι μόνο σαν ένα είδος συμβολικής σχέσης, αλλά και σαν βεβαιότητες για φαινόμενα εξοικειωμένα, τα οποία τείνουν να βιώνονται ως ίδια από μια μεγάλη κοινωνική ομάδα . Στην εικαστική πραγματικότητα της εγκατάστασης του Βασίλη Καβουρίδη μια σημαίνουσα άρθρωση χώρου με μορφές, παλινδρομούν μνημονικά παίγνια. Τα αθύρματα της μνήμης συντελούνται καθώς ο επισκέπτης μετακινείται στο χώρο αμήχανος για της εκπλήξεις καθώς είναι απαραίτητο να τις εντοπίζει.
Σε ένα μητροπολικό τουριστικό περιβάλλον  ο Καβουρίδης προτείνει το ερείπιο σαν μια κατάσταση που εμπεριέχεται δυνητικά σε κάθε διεργασία μεταβολής του περιβάλλοντος και όχι μόνο ως το ερείπιο που δημιουργείται από το πέρασμα του χρόνου. Ο Ναμπόκοφ  αναφέρει : το μέλλον δεν είναι παρά το πεπαλαιωμένο ιδωμένο αντίστροφα. Τα «νέα Μνημεία» αντί να μας θυμίζουν το παρελθόν μοιάζει να μας κάνουν να λησμονούμε το μέλλον. Και αυτό το είδος του χρόνου δεν έχει χώρο, είναι στατικό και ακίνητο. Γίνεται κατανοητό, ότι ερείπια και υλικά τεκμήρια στην έκθεση αυτή, αποτελούν δείκτες των συνθέτων μηχανισμών της μνήμης για εντροπιότητες  και παραμετροποιήσεις του αμνημονεύτου και του αβίωτου.

 Χάρης Κοντοσφύρης
Εικαστικός, Αναπληρωτής Καθηγητής του τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών Φλώρινας

Την έκθεση πλαισιώνουν οι Karl Grupe και Rene P. G., το μουσικό σχήμα Αέρα Πατέρα και ο Γιάννης Ηλιόπουλος, μουσικός.

Ευχαριστίες: Δήμαρχος Μυκόνου Κωσταντίνος Κουκάς,
Μαρίνα Αθανασιάδου, Νίκος Βαρδαλάχος, Θοδωρής Βερώνης, Αλέξανδρος Γρυπάρης, Εκπαιδευτήρια «Σύγχρονη Παιδεία», Θοδωρής Ζάχαρης, Ειρήνη Ζουγανέλη, Κατερίνα Ζουγανέλη, Γιάννης Ηλιόπουλος, Λήδα Καζαντζάκη, Ελένη Καλπουρτζή Γιώργος Καψάλης, Αντώνης Κιούκας, Κατερίνα Κοσκινά, Ντάνιελ Κουσαθανάς, Ανδριανή Κουφού, Χρήστος Κυρίμης, Σεραφείμ Ματζαφλάρας Αποστόλης Νάζος, Εύα Νικηφόρου, Γιώργος Ξυδάκης, Δαμιανός Παπουτσής, Βαγγέλης Πελέκης, Προσωπικό Λιμενικού Ταμείου, Δημήτρης Ρουσουνέλας,  Μάριος Σεργίδης, Ταξιδιωτικό γραφείο «Μάνεσης», Λευτέρης Χανιώτης, Μιχάλης Χανιώτης Η2Ο Graphic Designers, Super Market Flora, Tari




















Ο Βασίλης Καβουρίδης σπούδασε ζωγραφική στο τμήμα εικαστικών και εφαρμοσμένων τεχνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στη Φλώρινα. Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε 3 ατομικές εκθέσεις ενώ έχει συμμετάσχει σε ομαδικές στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, τη Μύκονο και το Μαϊάμι (Η.Π.Α.) Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Πληροφορίες έκθεσης
Βασίλης Καβουρίδης
Ατομική έκθεση
18 Ιουλίου – 30 Σεπτεμβρίου 2019
Παλιός Επιβατικός Σταθμός
Παλιό Λιμάνι Μυκόνου
Ωράριο: Τρίτη – Σάββατο 18.00 – 23.00
                Κυριακή: 11.00 – 13. 00





















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου