Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ: Η κατάρρευση της Ελλάδας τρομάζει
Ο καναδός σκηνοθέτης μιλάει στο «Βήμα» για τη νέα του ταινία, την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Ντον ΝτεΛίλο «Cosmopolis», για το χρήμα, την τεχνολογία και την οικονομική κρίση
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 30/09/2012 05:45
«Πολύ ενδιαφέρον το τρέιλερ της ταινίας», είναι το πρώτο πράγμα που λέω στον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ μετά τις συστάσεις στην ταράτσα του ξενοδοχείου «Noga Hilton» των Καννών. Ο καναδός σκηνοθέτης, ντυμένος στα μαύρα, με αθλητικό παπούτσι και λευκό T-shirt, με κοιτάζει απορημένος. Προσπαθεί να καταλάβει. «Η πρώτη ταινία για το νέο μιλένιουμ» επαναλαμβάνω το μότο και του ζητώ να μου αναπτύξει τη φιλοσοφία της διαφήμισης. Και πέφτω από τα σύννεφα: «Είναι προτιμότερο να μην πιστεύετε πάντα στις διαφημίσεις. Ούτε και στα τρέιλερ».
Μα πώς γίνεται, αναρωτιέμαι μεγαλόφωνα. Στο κάτω-κάτω δική του ταινία δεν είναι; «Δεν διαφωνώ, όλοι κοιτάξαμε το τρέιλερ, εκφέραμε τις απόψεις μας. Αλλά οι διαφημιστές δουλεύουν πολύ παράξενα. Εχουν στα χέρια τους μια πρώτη ύλη και το αποτέλεσμα της επεξεργασίας που κάνουν για να πουλήσουν το προϊόν πολλές φορές πιάνει στον ύπνο τον ίδιο τον δημιουργό. Αλλες φορές δεν αντιπροσωπεύει την ταινία, άλλες φορές την αντιπροσωπεύει». Ενώ όμως για τον Κρόνενμπεργκ ο στόχος του συγκεκριμένου μηνύματος είναι σήμερα αληθής, δεν ήταν και τόσο αληθής όταν το πρωτοείδε.
«Είναι μια πτυχή της ταινίας - ίσως γι' αυτό και δεν είχα αντίρρηση» εξηγεί. «Θα έλεγες ότι η ταινία, κατά έναν παράξενο, πολύ ιδιαίτερο τρόπο, είναι ένα ντοκυμαντέρ για την εποχή που η ιστορία λαμβάνει χώρα, στις αρχές του νέου μιλένιουμ. Ομως τίποτε δεν έγινε εκ προθέσεως από την αρχή».
Τι περίπου συμβαίνει λοιπόν στο «Cosmopolis», το οποίο τελικά μοιάζει πάρα πολύ με το κλασικό μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο, όπου και στηρίχθηκε το σενάριο; Βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη στις αρχές της νέας χιλιετίας. Ο Ερικ Πάρκερ είναι ένας 28χρονος οικονομολόγος, αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος της Γουόλ Στριτ, ο οποίος, ενώ ονειρεύεται να ζήσει σε έναν διαφορετικό πολιτισμό του μέλλοντος, βλέπει μια ακαθόριστη σκιά πάνω από τον γαλαξία της αυτοκρατορίας του.
Ολα θα γίνουν κατά τη διάρκεια μιας ημέρας καθώς διασχίζει με το αμάξι του το Μανχάταν για να πάει να κουρευτεί στο παλιό κουρείο του πατέρα του. Τα μάτια του παραμένουν κολλημένα στην ισοτιμία του γεν: ανεβαίνει επικίνδυνα, παρά τις προσδοκίες όλων, καταστρέφοντας τις επενδύσεις του. Κάθε λεπτό που περνά ο Ερικ βλέπει την αυτοκρατορία του να ξεγλιστρά από τα χέρια του. Στο μεταξύ άγριες συμπλοκές ξεσπούν στους δρόμους της πόλης. Ο πραγματικός κόσμος απειλεί το σύννεφο μέσα στο οποίο ο Ερικ ζούσε ως τώρα και η οδύσσειά του κλιμακώνεται.
Το σινεμά της κατανάλωσης
Ηταν οι διάλογοι στο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο που ώθησαν τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ στη δημιουργία της δικής του «Cosmopolis». «Ως σκηνοθέτης είσαι δραματουργός, δεν μπορείς παρά να σκέφτεσαι ηθοποιούς να μιλούν και να παίζουν. Η πιο γνωστή κινηματογραφική εικόνα είναι του ανθρώπινου προσώπου ενώ μιλά. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα του ΝτεΛίλο έβλεπα διαρκώς μπροστά μου, εκστασιασμένος, ηθοποιούς να λένε τα λόγια του. Αυτό ήταν το κλειδί μου, αυτό επιδιώκω και από τους θεατές: να επιτρέψουν στους διάλογους να τους παρασύρουν».
Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι το κοινό «θα απορροφήσει τα πάντα με την πρώτη»λέει ο σκηνοθέτης, αναφερόμενος μάλιστα στην αμέσως προηγούμενη δουλειά του, «Μια επικίνδυνη μέθοδος», επίσης μια ταινία «με διαλόγους από δωμάτιο σε δωμάτιο. Ούτε φυσικά και επιδιώκω από τον κόσμο να βλέπει δύο φορές τις ταινίες μου. Σας εγγυώμαι όμως ότι μετά τη δεύτερη θέαση πολλά πράγματα ξεκαθαρίζουν».
Για τον Κρόνενμπεργκ, έναν ήπιο άνθρωπο που μιλάει αργά και σιγά, είναι μάλλον απογοητευτικό ότι κατά ένα μεγάλο μέρος του ο σύγχρονος κινηματογράφος είναι απλώς καταναλωτικός. «Σαν να τρως ένα γλειφιτζούρι. Οταν το γλειφιτζούρι τελειώνει, το έχεις μεν απολαύσει, αλλά και ξεχάσει. Εμένα ο στόχος μου είναι να κάνω ένα σινεμά που δεν θα παλιώνει με τα χρόνια, αντιθέτως, θα γίνεται όλο και πιο πλούσιο, όλο και πιο βαθύ. Γι' αυτό και μου αρέσει να βάζω πολλά στις ταινίες μου».
«Το χρήμα μάς δείχνει ποιοι είμαστε»
«Το χρήμα είναι τεχνολογία και ως γνωστόν η τεχνολογία με ενδιαφέρει» λέει ο Κρόνενμπεργκ. «Σε αντίθεση με τα όσα πολύς κόσμος θεωρεί, η τεχνολογία είναι πέρα για πέρα μια ανθρώπινη κατάσταση, είναι η έκφραση του ανθρώπινου σώματος. Η φωνή, το αφτί, το μάτι, όλα εργαλεία του ανθρώπινου σώματος. Οπως και το χρήμα. Δεν είναι εφεύρεση των ζώων, αλλά του ανθρώπου. Κατά μία έννοια το χρήμα είναι η έκφραση του ανθρώπου προς τον άνθρωπο. Το χρήμα μάς δείχνει ποιοι είμαστε. Η οικονομική κρίση που ζούμε δεν είναι κάτι σαν το τσουνάμι στην Ιαπωνία. Δεν είναι μια φυσική καταστροφή, κατασκευάστηκε από ανθρώπους».
Για τον ίδιο η οικονομική κρίση μπορεί να οδηγήσει «σε κάτι αισιόδοξο, αν αναγκάσει όλον τον κόσμο να δουλέψει συλλογικά. Λένε ότι αν η Ελλάδα γκρεμιστεί, όλοι θα γκρεμιστούν. Αυτό για μένα είναι καλό, γιατί σημαίνει ότι όλοι θα πρέπει να ψάξουν να βρουν μια λύση ώστε να μην γκρεμιστεί η Ελλάδα. Η κατάρρευση της Ελλάδας τρομάζει» λέει μεταφέροντας την ανησυχία των Ελλήνων του Τορόντο, όπου διαμένει. «Πιστεύω στην αισιοδοξία, αρκεί να μην είναι μια αισιόδοξη φαντασίωση».
Και τα θύματα; Οι παράπλευρες απώλειες; Είναι δύσκολο να καταλάβεις αν στην απάντηση του σκηνοθέτη υπάρχει κυνισμός ή συναίσθημα: «Δεν υπάρχει πόλεμος χωρίς θύματα και αυτή τη στιγμή ζούμε σε κατάσταση πολέμου. Σίγουρα δεν πιστεύω ότι είναι το τέλος του κόσμου, αλλά ο πόνος και τα βάσανα, αυτά είναι αληθινά».
«Θα βαριόμουν αν ήξερα εκ των προτέρων τι ταινία γυρίζω»
Λίγο πριν από τη συνάντησή μου με τον σκηνοθέτη ο Ρόμπερτ Πάτινσον, που πρωταγωνιστεί στον ρόλο του Ερικ Πάκερ, μου εξομολογήθηκε ότι, μόλις διάβασε το σενάριο και το μυθιστόρημα, είπε στον Κρόνενμπεργκ ότι δίσταζε να δεχθεί τον ρόλο γιατί δεν καταλάβαινε τι ήθελε να πει το μυθιστόρημα. Ο Κρόνενμπεργκ του απάντησε«κανένα πρόβλημα, ούτε εγώ το καταλαβαίνω». Το μνημονεύω στον σκηνοθέτη.
Λίγο πριν από τη συνάντησή μου με τον σκηνοθέτη ο Ρόμπερτ Πάτινσον, που πρωταγωνιστεί στον ρόλο του Ερικ Πάκερ, μου εξομολογήθηκε ότι, μόλις διάβασε το σενάριο και το μυθιστόρημα, είπε στον Κρόνενμπεργκ ότι δίσταζε να δεχθεί τον ρόλο γιατί δεν καταλάβαινε τι ήθελε να πει το μυθιστόρημα. Ο Κρόνενμπεργκ του απάντησε«κανένα πρόβλημα, ούτε εγώ το καταλαβαίνω». Το μνημονεύω στον σκηνοθέτη.
«Αυτό που στην πραγματικότητα είπα είναι ότι δεν χρειάζεται να καταλαβαίνουμε αμέσως τα πάντα, γιατί ούτως ή άλλως υπάρχουν δεκάδες διαφορετικές αναγνώσεις του ίδιου πράγματος. Ακόμη και όταν γράφω τα δικά μου πρωτότυπα σενάρια, θα πρέπει πρώτα να γυρίζω την ταινία για να καταλάβω απολύτως για ποιον λόγο την έκανα ή τι ήθελα να πω γράφοντας το σενάριο. Γιατί δεν ξέρω τα πάντα και θα βαριόμουν απίστευτα αν τα ήξερα εκ των προτέρων. Θα ήταν βαρετή η δημιουργία της ταινίας». Το μόνο που θέλει να ξέρει είναι αν βρήκε ενδιαφέρον το βιβλίο και αν η ιδέα της μετατροπής του σε ταινία έχει ίντριγκα, έτσι ώστε και εκείνος να μάθει κάτι παραπάνω ενώ τη γυρίζει.
Η Ζυλιέτ Μπινός σε σκηνή από το «Cosmopolis» του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Ντον Ντελίλο
Ντον Ντελίλο: Παράτησα τη δουλειά μου για να πηγαίνω σινεμά
Ο αμερικανός συγγραφέας μιλάει για τη μεταφορά του μυθιστορήματός του «Cosmopolis» στον κινηματογράφο από τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, για το πώς η λογοτεχνία μετατρέπεται σε εικόνες και πώς αντιμετώπισε την κινηματογραφική στέρηση όταν ζούσε στην Αθήνα
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 23/09/2012 05:45
Ο Ντον Ντελίλο λατρεύει τον κινηματογράφο, αυτό είναι προφανές σε κάθε του μυθιστόρημα. Κανένα όμως δεν έφθασε ως τη μεγάλη οθόνη. Η αρχή γίνεται τώρα με το «Cosmopolis», που σκηνοθετεί ο Καναδός Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Ο Ερικ Πάρκερ, ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος, διασχίζει με τη λευκή λιμουζίνα του τη Νέα Υόρκη. Κίνηση, διαδηλώσεις και η κηδεία ενός ράπερ σταρ αναχαιτίζουν την πορεία της. Μια ιστορία για το χρήμα και τον χρόνο, γραμμένη το 2003 με την «προφητική» πένα του Ντελίλο. Στη συνέντευξη που δημοσιεύεται αποκλειστικά στο «Βήμα» ο αμερικανός συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο, την ταινία και τη σχέση του με τον κινηματογράφο.
Πώς προέκυψε η ιδέα για την κινηματογραφική μεταφορά του «Cosmopolis»;
«Δεν ήταν δική μου. Το 2007 ο Πάολο Μπράνκο με προσκάλεσε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Εστορίλ στην Πορτογαλία. Εκεί μου έκανε λόγο γι' αυτή την ιδέα, που στην πραγματικότητα ήταν ιδέα του γιου του Χουάν Πάολο. Είχε ήδη ζητήσει τα δικαιώματα για την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου. Γνώριζα την καριέρα του ως παραγωγού και την εντυπωσιακή λίστα των σπουδαίων κινηματογραφιστών με τους οποίους έχει συνεργαστεί και είπα ναι. Ο Χουάν Πάολο πρότεινε τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ για σκηνοθέτη και όλα έγιναν πολύ γρήγορα».
Διαβάσατε το σενάριο;
«Το διάβασα. Ο Κρόνενμπεργκ έκοψε, φυσικά, κάποιες σκηνές που δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, αλλά έμεινε εντελώς πιστός στο πνεύμα του μυθιστορήματος. Δεν είχα σκοπό όμως να σχολιάσω το σενάριο, ήταν πλέον ταινία του Κρόνενμπεργκ. Το μυθιστόρημα είναι δικό μου, αλλά η ταινία είναι δική του, δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό. Είδα την ταινία αφού ολοκληρώθηκε. Εντυπωσιάστηκα. Είναι ασυμβίβαστη ταινία. Μου άρεσε από την αρχή, από τους τίτλους ακόμη: τι καταπληκτική ιδέα να ξεκινήσει με Τζάκσον Πόλοκ και να τελειώσει με Ρόθκο. Και η τελική σκηνή, με τον Ρόμπερτ Πάτινσον και τον Πολ Τζιαμάτι, σε αφήνει άφωνο!».
Τι σας απασχόλησε στη μεταφορά του συγκεκριμένου μυθιστορήματος στην οθόνη;
«Σκεφτόμουν ότι η μεταφορά του θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της δράσης περιορίζεται μέσα σε ένα αυτοκίνητο, πράγμα που δεν μεταφράζεται καλά στην οθόνη. Αλλά ο Κρόνενμπεργκ όχι μόνο το σεβάστηκε αλλά γύρισε μέσα στη λιμουζίνα και σκηνές που διαδραματίζονταν αλλού, όπως η σκηνή με τη Ζυλιέτ Μπινός».
Ο κινηματογράφος έχει σημαντική θέση στα έργα σας αλλά σχεδόν ποτέ με τη μορφή αναφοράς σε συγκεκριμένη ταινία ή κινηματογραφιστή. Είναι περισσότερο η ιδέα του κινηματογράφου.
«Πράγματι, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η κινηματογραφική ευαισθησία παρά κάποιες συγκεκριμένες ταινίες. Μεγάλωσα στο Μπρονξ, εκεί παρακολουθούσαμε γουέστερν, μιούζικαλ, γκανγκστερικά φιλμ - τότε δεν ήξερα τι είναι φιλμ νουάρ. Επειτα μετακόμισα στο Μανχάταν και ανακάλυψα τον Αντονιόνι, τον Γκοντάρ, τον Τρυφό, τους μεγάλους σύγχρονους ευρωπαίους σκηνοθέτες και επίσης τους Ιάπωνες, ξεκινώντας από τον Κουροσάβα. Ηταν αποκάλυψη για μένα! Πολλοί πιστεύουν ότι στη δεκαετία του 1960 παράτησα τη δουλειά μου σε μια διαφημιστική εταιρεία για να γράψω το πρώτο μου μυθιστόρημα. Καθόλου: την παράτησα για να μπορώ να πηγαίνω σινεμά κάθε απόγευμα».
Τότε γράψατε το «Americana», που αφηγείται την ιστορία ενός άντρα που παρατάει τη δουλειά του στα media για να γυρίσει μια ταινία.
«Ακριβώς! Και από τότε, μια και ζω κοντά στη Νέα Υόρκη, ανακαλύπτω συνέχεια νέες ταινίες που θα ήταν αδύνατον να δω σε κινηματογράφο οπουδήποτε αλλού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάποια περίοδο της ζωής μου έζησα για τρία χρόνια στην Ελλάδα και διψούσα για ταινίες, πολλές καλές ταινίες δεν προβάλλονταν εκεί. Με αυτή την εξαίρεση, παρακολουθώ στενά ό,τι συμβαίνει στη βιομηχανία του κινηματογράφου και νομίζω ότι από τις πρόσφατες ταινίες "Το άλογο του Τορίνο" του Μπέλα Ταρ, το "Δέντρο της ζωής" του Τέρενς Μάλικ και η "Μελαγχολία" του Λαρς φον Τρίερ είναι ορόσημα».
Εκτός από τις πολυάριθμες αναφορές στον κινηματογράφο, στα μυθιστορήματά σας υπάρχει και μια κινηματογραφική ποιότητα στην αφήγηση.
«Αυτό συμβαίνει επειδή όταν γράφω έχω την ανάγκη να βλέπω τι συμβαίνει. Ακόμη κι αν είναι απλώς δύο τύποι που μιλούν σε ένα δωμάτιο, δεν μου αρκεί να γράψω τους διαλόγους. Πρέπει να δω με τη φαντασία μου τη σκηνή, πού είναι, πώς κάθονται, τι φορούν κτλ. Ποτέ δεν στάθηκα να το πολυσκεφτώ, μου βγαίνει φυσικά, το συνειδητοποίησα όμως πρόσφατα, καθώς δούλευα το νέο μου μυθιστόρημα, στο οποίο ο κεντρικός χαρακτήρας περνάει πολύ χρόνο παρακολουθώντας αρχειακό υλικό σε μια μεγάλη οθόνη, εικόνες καταστροφής. Δεν δυσκολεύτηκα να περιγράψω τη διαδικασία, δηλαδή να στηριχθώ σε μια διαδικασία οπτικοποίησης. Δεν τα καταφέρνω καλά με το αφηρημένο γράψιμο, με τις ιστορίες που μοιάζουν με δοκίμια: πρέπει να βλέπεις, έχω ανάγκη να βλέπω».
Είστε Ιταλοαμερικανός. Νιώθετε κάποια ιδιαίτερη συγγένεια με τη γενιά των μεγάλων ιταλοαμερικανών σκηνοθετών που αναδείχθηκαν τη δεκαετία του 1970 και με τους οποίους είστε σύγχρονος;
«Μου άρεσαν πολύ οι "Κακόφημοι δρόμοι". Μεγάλωσα στο Μπρονξ και ο Σκορσέζε στο Λόουερ Μανχάταν, στη Μικρή Ιταλία, και μοιραζόμασταν την ίδια γλώσσα, την ίδια προφορά και τις ίδιες συμπεριφορές. Περιττό να πω ότι ταραχοποιοί σαν τον χαρακτήρα που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο μου ήταν πολύ οικείοι. Η σημαντικότερη εμπειρία όμως χρονολογείται πιο πίσω. Ημουν πολύ νέος όταν είδα το "Μάρτι" του Ντέλμπερτ Μαν, που διαδραματίζεται εκεί όπου ζούσα, στην ιταλική συνοικία του Μπρονξ. Η ταινία προβαλλόταν στο Μανχάταν και έτσι οκτώ φίλοι στριμωχθήκαμε σε ένα αυτοκίνητο και πήγαμε να τη δούμε. Η πρώτη σκηνή της ταινίας είναι γυρισμένη στη λεωφόρο Αρθουρ. Ηταν το στέκι μας! Ηταν καταπληκτικό να βλέπουμε τον δρόμο μας και τα μαγαζιά όπου συχνάζαμε σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Η ταινία ήταν σαν αναγνώριση της ίδιας μας της ύπαρξης. Δεν θα μας περνούσε ποτέ από το μυαλό ότι κάποιος θα γύριζε ταινία σε εκείνους τους δρόμους».
Ποια ήταν η αντίδρασή σας όταν ακούσατε ότι ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ είχε αναλάβει τη μεταφορά του μυθιστορήματός σας;
«Χάρηκα πολύ. Εχω δει όλα του τα φιλμ από το "Οι διχασμένοι" και μετά. Μου αρέσει ιδιαίτερα το "Crash" και το "eXistenZ" και φυσικά το "Τέλος της βίας". Στην αρχή είχα την εντύπωση ότι το μυθιστόρημα δεν ήταν το είδος του υλικού που δουλεύει συνήθως, αλλά σκέφτηκα ότι αυτό μπορεί να ήταν καλό, ότι θα του έδινε την ευκαιρία να χειριστεί το θέμα με πρωτότυπο τρόπο. Δεν είχα ιδέα τι είχε στο μυαλό του, ήξερα όμως ότι δεν θα ήταν κάτι συμβατικό. Ημουν βέβαιος ότι θα εξέπληττε τους πάντες, συμπεριλαμβανομένου και εμένα».
Η Νέα Υόρκη έχει σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Ανησυχήσατε όταν πληροφορηθήκατε ότι τα περισσότερα γυρίσματα θα γίνονταν στο Τορόντο;
«Το σημαντικό είναι τι συμβαίνει μέσα σε μια λιμουζίνα. Είναι ένας κόσμος από μόνη της, στον οποίο εισβάλλουν διάφοροι άνθρωποι, επισκέπτες ή ένας εξαγριωμένος όχλος. Αλλωστε, τα γυρίσματα της ταινίας αλλού δίνουν στο φιλμ μια ευρύτερη διάσταση. Φυσικά είναι η Νέα Υόρκη στο βιβλίο, αλλά είναι περισσότερο η ιδέα της "σύγχρονης μεγαλούπολης" που μας απασχολεί».
Ποια ήταν η αντίδρασή σας όταν πρωτοείδατε την ταινία; Βρήκατε στοιχεία που δεν υπήρχαν στο βιβλίο;
«Ενθουσιάστηκα. Υπάρχουν πολλές αστείες στιγμές και με εντυπωσίασε πραγματικά το τέλος, οδηγεί την ταινία σε ένα άλλο επίπεδο».
Οι διάλογοι είναι σχεδόν όλοι οι αυθεντικοί, οι δικοί σας. Πώς αισθανθήκατε ακούγοντάς τους;
«Είναι πολύ παράξενο! Είναι λόγια δικά μου, αλλά παίρνουν άλλη ζωή. Αισθάνθηκα ότι τα ανακάλυπτα ή τα κατανοούσα για πρώτη φορά».
Το όνομά σας εμφανίζεται στους τίτλους τέλους ως στιχουργού ενός τραγουδιού της ταινίας…
«Το είδα! Εγινε επειδή χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία οι στίχοι που έγραψα στο βιβλίο για τον σούφι σταρ της ραπ. Αυτό εγκαινιάζει μια νέα καριέρα για μένα ως στιχουργού της ραπ... Δεν θα μπορούσα να νιώθω περισσότερο υπερήφανος».
Μία από τις πιο σημαντικές διαστάσεις του βιβλίου αφορά τα πράγματα και τις λέξεις που συνδέονται με αυτά, που καταλήγουν αναχρονιστικά καθώς ο κόσμος αλλάζει ραγδαία. Ο Πάρκερ λέει συνέχεια: «Υπάρχει ακόμα αυτό;», «Πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιούμε μια τέτοια λέξη;», «Μέχρι και η λέξη υπολογιστής ακούγεται οπισθοδρομική» κ.ά.
Το κίνημα «Occupy Wall Street», το χρήμα και ο χρόνος
Το μυθιστόρημα «Cosmopolis» εκδόθηκε το 2003, η ταινία προβάλλεται το 2012. Δεν φοβήθηκε ο Ντον Ντελίλο ότι θα ήταν πρόβλημα το διάστημα που μεσολάβησε;
Το μυθιστόρημα «Cosmopolis» εκδόθηκε το 2003, η ταινία προβάλλεται το 2012. Δεν φοβήθηκε ο Ντον Ντελίλο ότι θα ήταν πρόβλημα το διάστημα που μεσολάβησε;
«Εχει ενδιαφέρον ότι πάνω που ολοκληρωνόταν η ταινία εμφανίστηκε το κίνημα "Occupy Wall Street", που κάπως συγγενεύει με το θέμα της. Νομίζω ότι είναι μόνο η αρχή, θα ακολουθήσουν κι άλλα. Η Βίγια Κίνσκι, η θεωρητική σύμβουλος του Ερικ Πάρκερ (που την υποδύεται η Σαμάνθα Μόρτον), εξηγεί στον εργοδότη της ότι οι διαδηλωτές είναι απότοκο της Wall Street και του καπιταλισμού και ότι συμβάλλουν στην ανανέωση και στην αναπροσαρμογή του συστήματος. Βοηθούν τη Wall Street να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της μπροστά σε ένα νέο πλαίσιο και σε έναν διευρυμένο κόσμο. Κατά την άποψή μου, αυτό ακριβώς συμβαίνει: το κίνημα "Occupy Wall Street" δεν έχει μειώσει τα αστρονομικά μπόνους που συσσωρεύουν τα διευθυντικά στελέχη των μεγάλων εταιρειών».
Μία από τις πιο σημαντικές διαστάσεις του βιβλίου αφορά τα πράγματα και τις λέξεις που συνδέονται με αυτά, που καταλήγουν αναχρονιστικά καθώς ο κόσμος αλλάζει ραγδαία. Ο Πάρκερ λέει συνέχεια: «Υπάρχει ακόμα αυτό;», «Πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιούμε μια τέτοια λέξη;», «Μέχρι και η λέξη υπολογιστής ακούγεται οπισθοδρομική» κ.ά.
«Πράγματι, και στο μυθιστόρημα έχει μια ιδιαίτερη αντίληψη του χρόνου που τον μεταφέρει στο μέλλον, βλέπει τι πρόκειται να συμβεί στη συνέχεια. Αυτή η διάσταση έχει σχεδόν εξαφανιστεί στην ταινία. Σε αυτό το βιβλίο έδωσα μεγάλη προσοχή στον χρόνο, στον τρόπο με τον οποίο το χρήμα διαμορφώνει την αντίληψη του χρόνου που έχουμε. Λένε "Ο χρόνος είναι χρήμα" αλλά, σε αυτά τα συμφραζόμενα, το χρήμα είναι χρόνος. Η ιδέα υπάρχει στην ταινία, αλλά εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου