Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Guy Debord / 1931-1994

Γκυ Ντεμπόρ

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

Πριν από είκοσι χρόνια ακριβώς, οι τοίχοι κάμποσων κεντρικών δρόμων της Αθήνας γέμισαν με ορισμένα συνθήματα, ανυπόγραφα, ολιγόλεκτα, σαν παράξενα χαϊκού, πολύ άμεσα, πολύ συγκινητικά, καίτοι όχι απ’ όλους κατανοητά. «Αντίο, Γκυ Ντεμπόρ», «Γκυ, ακόμη ένα λεπτό και θα είναι αύριο», «Γκυ, θα τον θυμόμαστε αυτόν τον πλανήτη», «Το μόνο μας άστρο ζει, Γκυ». Στις 30 Νοεμβρίου του 1994, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, έμελλε να αποχωρήσει εκουσίως από τα εγκόσμια, με μια σφαίρα στην καρδιά. Είχε φροντίσει να ζήσει μια ζωή πλούσια σε εμπειρίες, μια ζωή αφιερωμένη στην ποίηση, στη μουσική, στη φιλία, στον έρωτα, στην επανάσταση. Είχε, επίσης, φροντίσει να καταγράψει τα ποιητικά και γεμάτα ένταση γεγονότα αυτής της ζωής, με τρόπο υποδειγματικό, με καλλιτεχνικές και επαναστατικές χειρονομίες που συνεχίζουν, με τις φροντίδες ανθρώπων του στενού του κύκλου, να δημοσιοποιούνται και να γαλουχούν. Τον τελευταίο μήνα, ένα εκδοτικό μπαράζ μπόρεσε να θυμίσει και πάλι στην ανθρωπότητα ποιος ήταν και τι έκανε ο Γκυ Ντεμπόρ.



Στα εξήντα τρία χρόνια της ζωής του, ο Ντεμπόρ αποφάσισε και κατόρθωσε να κάνει μονάχα αυτό που ήθελε, και απολύτως τίποτε άλλο. Δεν συνάντησε παρά μονάχα εκείνους τους ανθρώπους που ο ίδιος θεωρούσε γόνιμο ή απολαυστικό, ή και τα δύο, να συναντήσει. Δεν συνδέθηκε παρά μονάχα με όσους ήξεραν να ζουν, να δρουν, και να δημιουργούν με γενναιόδωρη πρωτοτυπία και με πρωτότυπη γενναιοδωρία. Δεν κόμισε στην τέχνη παρά μονάχα έργα που άλλαξαν άρδην τους τρόπους με τους οποίους δεξιωνόμαστε την τέχνη. Δεν συνεισέφερε στη σκέψη παρά μονάχα θεωρητικά κείμενα υψίστης διαλεκτικής και κρυστάλλινης διαύγειας. Είναι αληθινά συγκλονιστικό το πώς κάθε, μα κάθε, χειρονομία αυτού του στοχαστή, ποιητή, εραστή και επαναστάτη μπόρεσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις που άσκησαν σεισμική επίδραση σε όλα τα πεδία της ύπαρξης. Είτε επρόκειτο για βιβλία, είτε για κινηματογραφικές ταινίες, είτε για ίδρυση οργανώσεων, είτε για διαπροσωπικές σχέσεις, ο Ντεμπόρ κάθε φορά, σαν δαιμόνιος σκακιστής, οργάνωνε την κίνησή του έτσι ώστε να προκληθούν άμεσα τα επιθυμητά αποτελέσματα. Σήμερα, το έργο του όσο και ο βίος του επανεξετάζονται, γίνονται αντικείμενα μελέτης, συζητιούνται ευρέως. Ήδη κυκλοφορούν δύο βιογραφίες του, και αναμένονται αρκετές άλλες, μία εκτενέστατη βιβλιογραφία του, πάνω από δέκα πολυσέλιδα μελετήματα που καταπιάνονται με τις σημαντικότερες πτυχές του έργου του, ενώ σε πολλά μυθιστορήματα αναγνωρίζουμε τη μορφή του. Κι ακόμα, ο Ντεμπόρ «πρωταγωνιστεί» σε ποιήματα γραμμένα από Αμερικανούς, Γάλλους, Ιταλούς, και Γερμανούς, ο συγγραφέας Φιλίπ Σολέρς έχει σκηνοθετήσει ένα ντοκιμαντέρ για τον Ντεμπόρ, ο συνθέτης της τζαζ Κέβιν Νόρτον έχει συνθέσει το έργο «For Guy Debord (In nine events) συνεπικουρούμενος από τον θαυμάσιο Άντονι Μπράξτον, ενώ πέντε ακόμα συνθέτες, ο Αυστριακός Καρλχάιντς Εσλ, ο Αμερικανός Έζρα Σιμς, και ο Γάλλος Μπρις Ποσέτ, ο επίσης Γάλλος Ζαν Λουί Αρζούς, και ο Γερμανός Μπλίξα Μπάργκελντ έχουν υπογράψει συνθέσεις εμπνευσμένες από τον Ντεμπόρ. Το σύνολο του κινηματογραφικού έργου του, το οποίο επί μία εικοσαετία έμενε απροσπέλαστο στο κοινό, ύστερα από απόφαση του ίδιου του δημιουργού, έχει πλέον κυκλοφορήσει σε dvd, ενώ ήδη παρουσιάστηκε στην 58η Μόστρα της Βενετίας, στο Λούβρο, και στο ΜΟΜΑ, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Τέλος, σε δημοπρασία, αγοράστηκαν τα χειρόγραφα του μείζονος θεωρητικού του έργου, της περιβόητης «Κοινωνίας του Θεάματος» έναντι 4,5 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων.

         

Ο Γκυ Λουί Μαρί Βενσάν Ερνέστ Ντεμπόρ γεννήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου του 1931, στο Παρίσι, το σούρουπο, την ώρα που πετάει το πουλί της Θεάς Αθηνάς, η γλαύκα – το αγαπημένο μοτίβο του Χέγκελ, του αγαπημένου φιλοσόφου του Ντεμπόρ. Από τα πρώτα σκιρτήματα της λογικής και της ευαισθησίας του, ο Γκυ συνειδητοποίησε ότι πρώτιστο καθήκον του είναι να παραμείνει ες αεί πιστός σε όσα αγάπησε και αγαπάει μέσα στα ερείπια μιας εποχής – ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν σώριασε μονάχα την Δρέσδη και το Λονδίνο, τη Χιροσίμα και το Βερολίνο, αλλά και όλο το σύστημα της αποσαθρωμένης ηθικής που οδήγησε σε ένα τέτοιο μακελειό. Από πολύ μικρός, ο Ντεμπόρ αρνείται να σεβαστεί ό,τι δεν ωθεί τον άνθρωπο στην έμπρακτη ελευθερία και στον πραγματωμένο έρωτα, αρνείται να υποκλιθεί σε οποιοδήποτε συγκαιρινό του πνεύμα, αρνείται κάθε Δάσκαλο και κάθε Αφέντη. Μοναδικές του πηγές έμπνευσης είναι ο Αρθούρος Κραβάν –ποιητής, πυγμάχος, και, κυρίως, λιποτάκτης δεκαεφτά εθνών– και ο Ιζιντόρ Ντυκάς, γνωστός ως Κόμης του Λωτρεαμόν, ποιητής και αυτόχειρας, συντάκτης εκρηκτικά απλών φράσεων όπως: «Αντικαθιστώ τη μελαγχολία με το θάρρος, την αμφιβολία με τη βεβαιότητα, την απελπισία με την ελπίδα, την κακία με το καλό, τα παράπονα με το καθήκον, το σκεπτικισμό με την πίστη, τις σοφιστείες με την ψυχρότητα της ηρεμίας, και την αλαζονεία με την ταπεινοφροσύνη».

          Η παιδική και εφηβική ηλικία του Γκυ κυλάνε ανάμεσα στο πιάνο και τη μουσική, τα βιβλία και την ποίηση, τα επιτραπέζια παιχνίδια στρατηγικής και τη σύνθεση κολάζ. Μόλις ενηλικιωθεί, φεύγει από τις Κάννες όπου ζούσε με την οικογένειά του, εγκαθίσταται στο Παρίσι, γνωρίζεται με τα «παιδιά της νύχτας», τους «εργολάβους της καταστροφής», τους θαμώνες και πρίγκιπες της «συνοικίας της απωλείας», του «βασίλειου του αρνητικού», της διαβόητης «κακής πλευράς». Είναι αυτοί που ήθελαν να ανατινάξουν τον Πύργο του Άιφελ γιατί δεν τους άφηναν να κοιμηθούν τα φώτα του, αυτοί που άλλαζαν ερωμένες ανάλογα με τη διάθεση που τους προκαλούσε το ποτό που έπιναν, αυτοί που αρνούνταν κάθε μορφής εργασία και δέσμευση, αυτοί που θέλησαν να οδηγήσουν στα άκρα των άκρων την ήδη ακραία τέχνη των καιρών τους, αυτοί που ούρλιαζαν και ψιθύριζαν πως «Τίποτα Δεν Είναι Αληθινό. Όλα Επιτρέπονται», αυτοί που διακήρυξαν ότι ο έρωτας δεν αξίζει παρά μονάχα σε μία προεπαναστατική περίοδο, αυτοί που ακολούθησαν τον Ντεμπόρ όταν εξάγγειλε σκανδαλωδώς, μέσα από τους ελάχιστους διαλόγους του φιλμ «Ουρλιαχτά για χάρη του Σαντ», ενός φιλμ δίχως εικόνες, ενός φιλμ καμωμένου μονάχα από πετσοκομμένες φράσεις και εκκωφαντικές σιωπές, ότι «Οι Τέχνες του Μέλλοντος θα είναι Αναστατώσεις Καταστάσεων ή Τίποτα». Στο αυτοβιογραφικό φιλμ και βιβλίο «In girumimus nocte et consumimur igni», ο Ντεμπόρ μιλάει για εκείνο το μέρος, την Αριστερή Όχθη του Σηκουάνα και τους αγέρωχους τυχοδιώκτες που τη στοίχειωναν: «Στο μέρος αυτό, ο εξτρεμισμός είχε κηρύξει την ανεξαρτησία του από κάθε συγκεκριμένη υπόθεση και είχε περήφανα χειραφετηθεί από κάθε πρόγραμμα. Μια κοινωνία που ήδη κλονιζόταν, αλλά χωρίς να το ξέρει γιατί παντού αλλού οι παλιοί κανόνες ήσαν ακόμη σεβαστοί, είχε αφήσει προς στιγμήν το πεδίο ελεύθερο σε αυτό που σχεδόν πάντα απωθείται κι όμως ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει: στην αμετανόητη αλητεία, το άλας της γης, ανθρώπους ειλικρινά έτοιμους να βάλουν φωτιά στον κόσμο για να έχει περισσότερη λάμψη».

          Ήδη τα «Ουρλιαχτά», η πρώτη καλλιτεχνική-επαναστατική χειρονομία που εξαπέλυσε το 1952, μόλις στα είκοσι ένα του, ο Ντεμπόρ, επηρέασαν μεταξύ άλλων τον σκηνοθέτη Αλαίν Ρενέ όταν δημιουργούσε το «Χιροσίμα, αγάπη μου», τον συνθέτη Τζον Κέιτζ όταν συνέθετε το περίφημο «4:33», εισάγοντας τη σιωπή στη μουσική, και τον ζωγράφου του μονοχρωματικού μπλε, τον Υβ Κλάιν. Σήμερα, η κρίσιμη σπουδαιότητα των «Ουρλιαχτών» στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης συγκρίνεται με αυτήν της «Κρήνης» του Μαρσέλ Ντυσάν και του «Finnegans Wake» του Τζέιμς Τζόυς.

          Ο Ντεμπόρ θα προχωρήσει ιδρύοντας τη Λετριστική Διεθνή (το 1952), και την Καταστασιακή Διεθνή (το 1957), καθώς και τα έντυπα Potlatch (1954-1957) καιInternationale Situationniste (1958-1969), οργανώνοντας σκάνδαλα, οργώνοντας την Ευρώπη για να διαδώσει ιδέες που υπονόμευαν την υπάρχουσα κοινωνική οργάνωση και προπαγάνδιζαν τις τέρψεις, αλλά και τους υπέροχους κινδύνους, ενός νέου τρόπου ζωής, μιας νέας αντίληψης περί ευδαιμονίας. Παραλλήλως, στην καθημερινή του ζωή, θα πίνει ποσότητες αλκοόλ ίσες με τα ψέματα που σωρεύονται στο στόμα και στην φτενή ψυχή των «φιλισταίων», των δοξολογητών μιας νεκρής από καιρό νοοτροπίας που δεν έχει ακόμη θαφτεί εκεί που της αξίζει, θα συνάπτει ερωτικές σχέσεις με θελκτικές γυναίκες από την Κίνα και την Ουγγαρία, από τη Φλωρεντία και τη Βαρκελώνη, από τη σάρκα και τα οστά του φλογοβόλου πάθους, θα απολαμβάνει ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η τζαζ και το μπαρόκ (αγαπημένοι του συνθέτες ήσαν ο Αντόνιο Βιβάλντι, ο Μισέλ Κορέτ, ο Μπεν Γκόλσον, ο Φρανσουά Κουπρέν), θα εντρυφεί στην τέχνη της διαλεκτικής («με τη διαλεκτική διευθετούνται τα πάντα», έγραψε σ’ έναν φίλο του), θα χρησιμοποιήσει συστηματικά τη μέθοδο της «περιπλάνησης» και της «μεταστροφής», εξερευνώντας τις συνταρακτικές κόγχες κάθε πόλης, με την πρώτη, και αναστατώνοντας όντως την τέχνη με τα εικονογραφικά και λεκτικά κολάζ της δεύτερης, επινοώντας «συνθήματα» που έμελλε να προκαλέσουν επαναστατικά ξεσπάσματα.

          Η μέθοδός του ήταν απλή, απλούστατη. Ζούσε πάντα σύμφωνα με τις επιθυμίες του την κάθε στιγμή και εν συνεχεία κατέγραφε, είτε σε θεωρητικά κείμενα είτε σε έργα μεγαλειώδης λιτής ποίησης, τις εμπειρίες του. Η Μπαρμπαρά, η Ελιάν, η Μισέλ, η Σελέστ, η Ανδαλουσιανή, η Αλίς, και τόσες άλλες μούσες και ερωμένες, απαθανατίστηκαν σε έργα που δεν άργησαν να λάμψουν και να αποκρυπτογραφηθούν. Κι ακόμα, ο Ντεμπόρ δεν δίστασε ποτέ να προβεί σε μια καθοριστική αντιστροφή κάθε δεδομένης φθίνουσας και φθαρμένης αξίας. Όταν όλος ο κόσμος εγκωμίαζε την εργασία, με αποκορύφωνα το διαβόητο «Arbeit mach frei» (Η Εργασία Απελευθερώνει) που «κοσμούσε» την πύλη του φρικαλέου Άουσβιτς, ο εικοσιδιάχρονος Γκυ φρόντισε να γράψει το εξαίσιο «Ne travaillezjamais» (Μη Δουλεύετε Ποτέ), με κιμωλία σε έναν τοίχο της οδού Σηκουάνα, και να το θεωρήσει ένα από τα ύψιστα έργα του, «το πιο ωραίο και, οπωσδήποτε, το πιο σοβαρό», όπως έγραψε αλληλογραφώντας με τον ιστορικό της τέχνης Μαρκ Ντασύ, στις 25 Αυγούστου του 1994, μόλις τρεις μήνες προτού αυτοκτονήσει.

          Όλα τα έργα του Ντεμπόρ είναι ελεγεία, εγκώμια και πανηγυρικοί του τρόπου ζωής που ακολούθησε αυτός και οι φίλοι του. Οι ταινίες του αφηγούνται τις περιπέτειες ενός κλειστού κύκλου μυημένων σε ένα είδος ποιητικής ακολασίας, τα βιβλία του αφηγούνται τις περιπέτειες της διαλεκτικής που οδηγεί, εμπράκτως πάντα, στην άρνηση ενός ολόκληρου συστήματος παρακμασμένων αξιών. Ακόμα και η «Κοινωνία του Θεάματος» (1967) μπορεί σίγουρα να διαβαστεί σαν ένα «μαύρο ποίημα», ένα «νουάρ γουέστερν», ένα «εξόχως αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα» όπου λάμπουν διά της απουσίας τους, κι όμως είναι σε κάθε λέξη παρόντες οι «καουμπόηδες του αρνητικού», ο Ντεμπόρ και οι φίλοι και οι ερωμένες του. Αξίζει εδώ να θυμίσουμε πόσο αγαπούσε τα γουέστερν ο Γκυ, και μάλιστα πόσο προτιμούσε τον μεγάλο ανανεωτή και ποιητή του είδους, τον Ινδιανοτεξανό Σαμ Πέκινπα από τον μεγάλο μεν, μεροκαματιάρη δε, Σέρτζιο Λεόνε!

          Ένας άλλος κεντρικός άξονας στο βίο και το έργο του Ντεμπόρ ήταν το potlatch, ένα ιδιότυπο, διασκεδαστικότατο αλλά και απέραντα σοβαρό σύστημα ανταλλαγής δώρων. Ο Γκυ βάσισε όλη του τη ζωή στο να προσφέρει και να λαμβάνει δώρα. Πιστός στη νεανική του ρήση, δεν εργάστηκε ποτέ. Χάριζε και του χάριζαν. Στα τριακοστά έβδομα γενέθλια ενός αγαπημένου του προσώπου, εμφανίστηκε κομίζοντας τριάντα εφτά συμβολικά και πολύτιμα δώρα. Όταν ο ζωγράφος Υβ Κλάιν, γοητευμένος από την προσωπικότητα του Γκυ, του είπε να διαλέξει και να πάρει όποιον πίνακά του ήθελε, ο μαιτρ των δώρων επέλεξε ένα πολύ μικρό έργο, αφήνοντας άναυδο τον ζωγράφο. «Γιατί αυτό;» ρώτησε ο Κλάιν. «Γιατί χωρούσε στην τσέπη του πανωφοριού μου», αποκρίθηκε ο Ντεμπόρ.

          Άλλο ένα κορυφαίο μέλημά του ήταν να περνάνε όσο πιο καλά γινόταν οι φίλοι του. Με την έκδοση της «Αλληλογραφίας» του (ήδη κυκλοφορούν οι πρώτοι τέσσερις πολυσέλιδοι τόμοι) μαθαίνουμε πόσο φρόντισε να βρει εύκολο χρήμα κάποιος του περιβάλλοντός του, να θεραπευθεί κάποια παλιά του ερωμένη που έπασχε από κατάθλιψη, να ξεφύγει από τη λαίλαπα των ναρκωτικών ένας φίλος, να αποκατασταθεί η τιμή ενός γνωστού που απειλούνταν, να εκδώσει το βιβλίο του με ευνοϊκότατους όρους ένας σύντροφός που δεν ήξερε καλά-καλά να γράφει, να κάνει έκθεση ζωγραφικής κάποιος άλλος, να γλιτώσει τη θητεία στο στρατό ένας τρίτος, να βγει από τη φυλακή ένας τέταρτος, και πάει λέγοντας.

          Πάντα λάτρης της έκλαμψης και της παρώθησης, ο Ντεμπόρ έφτασε στο σημείο να αγοράσει μεθυσμένος μια γοητευτική αγροικία στην Ισπανία, λησμονώντας να παραλάβει τα απαραίτητα έγγραφα, ακόμα και το μέρος όπου βρισκόταν η αγροικία, με αποτέλεσμα εντέλει να το δωρίσει κάποια στιγμή σε ένα ζευγάρι Ισπανών συνδαιτυμόνων του.

          «Ο Ντεμπόρ», έγραψε ο Άνσελμ Γιάππε, συνοψίζοντας άριστα το έργο και τον βίο αυτής της μοναδικής προσωπικότητας, «δεν θέλησε ποτέ να κάνει τίποτε άλλο πέρα από το να ακολουθεί τις προτιμήσεις του. Κάποιος, ο οποίος τον ήξερε καλά, τον όρισε ως ‘ο πιο ελεύθερος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ’. Ο Ντεμπόρ κέρδισε το ενδιαφέρον της εποχής του όχι μόνο χάρη στην θεωρητική και πρακτική του εργασία αλλά και χάρη στην προσωπικότητα και το ζωντανό παράδειγμα που αντιπροσώπευε. Η δόξα του είναι ότι δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για καριέρα ή χρήματα παρά τις πολλές ‘ευκαιρίες’, ότι δεν έπαιξε ποτέ κανέναν ρόλο μέσα στο κράτος ούτε απέκτησε κάποιο δίπλωμα (εκτός από το απολυτήριο λυκείου), ότι δεν ήρθε σε επαφή με τις διασημότητες της κοινωνίας του θεάματος, ότι δεν χρησιμοποίησε τα κανάλια της. Τέλος, ότι κατόρθωσε, παρ’ όλα αυτά, να κερδίσει μια σημαντική θέση στη σύγχρονη κοινωνία. Ο Ντεμπόρ εμφανίζεται ως ένα υπόδειγμα προσωπικής συνοχής που δεν ξεκινά, όπως συμβαίνει με κάποιους άλλους, από ένα ασκητικό ιδανικό, αλλά από μια αυθεντική περιφρόνηση για τον κόσμο που τον περιβάλλει».

          Ο Ντεμπόρ πάντα μας θυμίζει τον ολοένα και πιο επίκαιρο του άλλου αγέρωχου ποιητή, του Νίκου Καρούζου: «Θα σας κάνω εγώ να μάθετε ζωή».

          Όσοι αγάπησαν την ελευθερία, αγάπησαν το έργο, την τέχνη και τη ζωή του Γκυ Ντεμπόρ.
πηγή:http://radiobookspotting.blogspot.gr/2014/11/guy-debord-1931-1994.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου