Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Ο κόσμος έχει κουραστεί να σκέφτεται… Γκι Ντεμπόρ



Του Γιώργου Σαββινίδη (4 Ιουλίου 2009)

Μια σπάνια ευκαιρία να δούμε τις έξι ταινίες του

 Γκι Ντεμπόρ είχαμε τον Ιούνιο (2009), στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Εναλλακτικού Κινηματογράφου. Επί είκοσι χρόνια απαγορευμένες από τον ίδιο, οι δημόσιες προβολές παραμένουν σε παγκόσμια βάση σπανιότατες. Μιλάμε για ταινίες που σήμαναν μια νέα εποχή στον πειραματισμό και προβληματισμό για την αξιοποίηση των καλλιτεχνικών μέσων, με τον ανατρεπτικό Γάλλο διανοητή να εφευρίσκει τρόπους ν’ ασκήσει την αιχμηρή κριτική του στα συμπτώματα της μοντέρνας καπιταλιστικής κοινωνίας. Κληρονόμος της σουρεαλιστικής πρόκλησης, πρωτοστάτησε στα κινήματα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα κάνοντας την ανατροπή πράξη και ποίηση. Αν και πολυδιαβασμένος και γοητευτικότατος δημιουργός, οι ταινίες του καλύπτονταν από πέπλο μυστηρίου και οι λίγοι που τις είχαν δει διχογνωμούσαν. Η «φωνή της λαϊκής ελίτ», ο συγγραφέας και ποιητής Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης μελέτησε βαθιά τη ζωή και το έργο του Ντεμπόρ, παράλληλα με τη φιλοσοφία και δράση των κινημάτων της μεταπολεμικής πρωτοπορίας. Μ’ αυτή την ιδιότητα επισκέφθηκε την Κύπρο στο πλαίσιο του φεστιβάλ και μοιράστηκε με το κοινό γνώσεις και εμπειρίες της ενασχόλησης μ’ ένα πολυδιάστατο έργο.
- Ποιες οι εντυπώσεις σου από το φεστιβάλ εναλλακτικού κινηματογράφου;
Οι καλύτερες. Καταπληκτικά πράγματα. Μπορείς να δεις ταινίες- διαμάντια που αλλού μπορεί να ψάχνουν για χρόνια. Να φανταστείς ότι αυτή ήταν η 3η ή η 4η φορά, παγκοσμίως, που προβάλλονται μαζεμένες δημόσια όλες οι ταινίες του Ντεμπόρ. Πριν φτάσουμε στην εποχή της διάδοσης του DVD και της πρόσβασης σε αρχεία δεν δινόταν καν η ευκαιρία για ιδιωτικές προβολές τέτοιου είδους ταινιών. Φαντάσου ότι για να δω τον «Ανδαλουσιανό Σκύλο» των Μπουνιουέλ και Νταλί (σ.σ προβλήθηκε στο πλαίσιο του φεστιβάλ το 2003), έκανα κάποτε ολόκληρο ταξίδι στο Παρίσι με τη Σώτη Τριανταφύλλου, ειδικά γι’ αυτό το σκοπό.
- Μια αφελής ερώτηση: γιατί ο Ντεμπόρ χρησιμοποίησε ως μέσο το θέαμα, τον κινηματογράφο, για να κριτικάρει το θέαμα;
Οι ταινίες του Ντεμπόρ είναι θεματικές κι όχι θεαματικές. Είναι μια κριτική του ίδιου του μέσου του κινηματογράφου. Ως «θέαμα» δεν εννοούσε μόνο τις εικόνες. Πραγματευόταν ότι στην εποχή μας η ζωή έχει υποβιβαστεί από το είναι στο έχειν και από το έχειν στο φαίνεσθαι. «Θέαμα» είναι ενίοτε ακόμη κι όταν κάθεσαι μόνος σου στο σπίτι. Έχεις αλλοτριωθεί από την υλοφροσύνη και ποζάρεις μόνος σου. Ο Ντεμπόρ πήγαινε τακτικά στον κινηματογράφο και μάλιστα υπάρχει κείμενο που αναφέρει τις ταινίες που του άρεσαν. Την εποχή που κυκλοφόρησε η «Κοινωνία του Θεάματος» ήταν της μόδας ο κινηματογράφος και το θέατρο. Ήταν η εποχή της νουβέλ βαγκ και μεσουρανούσε ο Γκοντάρ. Στην Ελλάδα υπήρξαν άνθρωποι που αγόρασαν το βιβλίο νομίζοντας ότι αφορά το θέατρο ή αποθεώνει το θέαμα. Το έχω δει σε σπίτια κάποιων που δεν καταλαβαίνουν Χριστό για τι πράγμα μιλάει.
- Πώς συνδέεται το βιβλίο με την ταινία «Η Κοινωνία του Θεάματος»;
Η «Κοινωνία του Θεάματος» είναι ουσιαστικά μια σύγχρονη εκδοχή του «Κεφαλαίου του Μαρξ». Υπήρχε μια παλαιότερη ιδέα του Αϊζενστάιν να κάνει ταινία τόσο το «Κεφάλαιο», όσο και τη «Γερμανική Ιδεολογία» του Μαρξ. Ο Ντεμπόρ ήξερε για την ιδέα αυτή που δεν υλοποιήθηκε και είπε «θα την υλοποιήσω εγώ». Κι έκανε ταινία ένα επαναστατικό βιβλίο: το δικό του.
- Πώς ακούγεται η φωνή του Ντεμπόρ σήμερα;
Είναι φοβερό το πόσο φρέσκιες φαίνονται αυτές οι ταινίες. Σκέψου ότι το «Σχετικά με το πέρασμα μερικών προσώπων μέσα από μια αρκετή σύντομη χρονική περίοδο» είναι ταινία του 1959. Γυρίστηκε μισό αιώνα πριν κι είναι σαν το έκανε χθες. Υπάρχουν κείμενα που συνδέουν τον Ντεμπόρ με τον Αντόρνο και τον Μπένγιαμιν. Γνώριζε τον Σαρτρ, άσχετα αν διαφωνούσε μαζί του και τον Ανρί Λεφέβρ. Είναι παράλληλοι φιλοσοφικοί δρόμοι. Διαφορετικά ρεύματα με πρωτοστάτες ανθρώπους που έτυχε να έχουν το ταλέντο να αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει στην εποχή τους. Η μαγεία του Ντεμπόρ ξεκινούσε από το απλό. Στις ταινίες του αντιπαραθέτει το θέαμα μ’ αυτό που ζει ο ίδιος, π.χ. με φωτογραφίες από ερωμένες του.
- Μήπως όμως είναι λίγο δύσκολες στην ανάγνωση για ευρύ κοινό; Καθόλου.
Ένα ωραίο λαϊκό τραγούδι πόσες φορές το ακούς; Πόσα τραγούδια του Άκη Πάνου καταλαβαίνεις τους στίχους τη δέκατη φορά; Οι ταινίες του είναι λαϊκές. Στον Ντεμπόρ άρεσε να λέει ότι διαβάζουν τα βιβλία του εργάτες και οι διανοούμενοι δεν τα εκτιμούν. Έτσι ήταν. Έλεγε ότι υπάρχουν δύο ειδών βιβλία: αυτά που ξεχνιούνται σε 1-2 χρόνια κι αυτά που αντιγράφονται στους τοίχους. Και ορίστε: τα περισσότερα συνθήματα του Μάη του ’68 ήταν παρμένα από την «Κοινωνία του Θεάματος».
- Τι ρόλο διαδραμάτισε στη διαμόρφωση των ιδεών του η κοινωνία του Παρισιού, όπου ζούσε;
Για να είμαστε δίκαιοι, δεν ήταν μόνο ο Ντεμπόρ και η παρέα του. Εκείνο τον καιρό στο Παρίσι γινόταν χαμός. Ήταν ο Καστοριάδης, με τον οποίο ήταν φίλοι και μάλιστα για ένα μικρό διάστημα ο Ντεμπόρ ήταν μέλος της επαναστατικής ομάδας του Καστοριάδη «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα». Ήταν η εποχή που προέκυψε η γενιά μπιτ, ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, ο Γκρέγκορι Κόρσο. Το Παρίσι ήταν κέντρο διανόησης. Για παράδειγμα, σκέψου ότι τρεις Έλληνες που πήγαν μαζί στο Παρίσι γύρω στο 1945, έγιναν και οι τρεις διεθνώς γνωστοί διανοητές και πρωτοπόροι κι επηρέασαν βαθύτατα τον ευρωπαϊκό πολιτισμό: ο Καστοριάδης, ο Αξελός κι ο Ιάννης Ξενάκης. Εξουσία εναντίον ποίησης
- Πώς θα περιέγραφες την κοσμοθεωρία του Ντεμπόρ με μια πρόταση;
Ό,τι λέει η εξουσία κάνω το αντίθετο.
- Αυτό είναι λίγο μηδενιστικό…
Καθόλου, γιατί; Από την επιγραφή στο Άουσβιτς «ArbeitMacht Frei», ο Ντεμπόρ εμπνεύστηκε για να γράψει με κιμωλία στη Rue de Seine «Μη δουλεύετε ποτέ». Του το επέτρεπε η εποχή του. Και φυσικά εννοούσε την αλλοτριωμένη εργασία. Πίστευε ότι κάθε μορφής εξουσία στερεί τους ανθρώπους από το βίωμα, την ποίηση. Αν βάλεις την ποίηση στη ζωή σου είσαι μια χαρά. Ο Μπρετόν επέμενε να βάλουμε την ποίηση στην υπηρεσία της επανάστασης. Ο Ντεμπόρ υποστήριζε ακριβώς το αντίθετο: την επανάσταση στην υπηρεσία της ποίησης. Όσο ζούμε να ζούμε ποιητικά, έντονα. Είχε τα μάτια και τα αυτιά ανοιχτά σ’ αυτό που συνέβαινε επιτόπου. Δεν θεωρητικολογούσε. Αυτό που ζούσε το ανέλυε με τα θεωρητικά εργαλεία που διέθετε.
- Τι σε «τράβηξε» στον Ντεμπόρ και στα κινήματα;
Η τύχη. Ένας θεολόγος στο Βόλο μας είχε μιλήσει για το Μάη του ’68. Τρέχα γύρευε. Μας το παρουσίαζε ως «ξέσπασμα συλλογικότητας» συνδέοντάς το με τον Χριστιανισμό ως κατεξοχήν έννοια συλλογικότητας. Να είμαστε όλοι ενωμένοι, να μην υπάρχουν φράγματα κ.λπ. Μας είχε προτείνει κάποια βιβλία, στα οποία αναφερόταν ο Κώστας Παπαϊωάννου, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Ραούλ Βανεγκέμ, ο Ντεμπόρ…
- Πώς θα τον φανταζόσουν αν ζούσε και ήταν στα ντουζένια του; Θα κριτίκαρε τα πάντα ή θα ζούσε τη
ζωή του;
Μαζί πάνε αυτά. Ζεις τη ζωή σου και ταυτόχρονα κράζεις.
- Κράζεις γιατί ενδιαφέρεσαι για το καλό των άλλων;
Δεν ξέρω αν είναι για το καλό των άλλων. Όπως ο ποιητής που γράφει και λέει τα δικά του, αυτά που τον απασχολούν, έτσι κι ο Ντεμπόρ. Στην ουσία ποίηση. Εφαρμοσμένη ποίηση. Έχει μεγάλη πλάκα που στα 20 χρόνια αλληλογραφεί με ένα φίλο του και αναφέρεται στη Boulevard SaintMichel, την κεντρική οδό του Παρισιού. Και λέει: «φαντάσου ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν για να διασκεδάζουμε εμείς».
- Η τελμάτωση οφείλεται και στην έλλειψη προτύπων;
Πέρα από το θέαμα και τη μόστρα, αν ψάξεις από κάτω, μέσα στην καθημερινότητα, βρίσκεις καταπληκτικούς ανθρώπους. Ο αρτοπώλης, ο περιπτεράς, ο ταβερνιάρης. Η τελμάτωση είναι γενικευμένη και δεν παρατηρείται μόνο στην Ελλάδα. Είναι παντού. Ουσιαστικά δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή συλλογικές αξίες με τις οποίες να ζει κανείς. Έχουν εξανεμιστεί. Ακόμη και η θρησκεία κάποτε είχε συνεκτικό ρόλο. Ο κομμουνισμός είχε αρχές και αξίες. Ο ιδεολόγος ήταν έτοιμος να δώσει τη ζωή του για τις ιδέες του. Ο καλλιτέχνης το ίδιο. Τώρα είναι όλα εύκολα. Έπαθα σοκ, πέρσι και πρόπερσι που δίδασκα στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όταν συνειδητοποίησα πόσο κομφορμιστές και βολεμένοι είναι οι περισσότεροι φοιτητές. Φοιτητής πάνω απ’ όλα σημαίνει αμφισβητίας, επαναστάτης. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τη νέα γενιά καλλιτεχνών. Οι καλλιτέχνες είναι αναρχικοί εκ φύσεως. Αλίμονό μας αν οι καλλιτέχνες είναι κομφορμιστές.
- Γιατί αγωνίζονται σήμερα οι άνθρωποι;
Ο Καστοριάδης στο συγκλονιστικό έργο του «Η Άνοδος της Ασημαντότητας» επισημαίνει ότι ζούμε στην κοινωνία των χόμπι και των λόμπι. Το σημαντικό έγινε ασήμαντο και το ασήμαντο σημαντικό. Οι άνθρωποι πια αν αγωνίζονται, αγωνίζονται για τα δικά τους προβλήματα και συμφέροντα. Ό,τι τους καίει. Δεν σηκώνονται από τον καναπέ τους γι’ αυτά που «καίνε» τους άλλους.
-Συνεχίζουμε όμως να ανατρέχουμε στους παλιούς όταν αναλύουμε προβλήματα τις εποχής μας;
Οι σύγχρονοι μας τελείωσαν; Δεν είμαι αυτής της άποψης. Απλώς για το συγκεκριμένο ζήτημα ανατρέξαμε σε απόψεις που είναι πλέον διαχρονικές. Απλώς οι φιλόσοφοι δεν είναι σταρ πια. Όπως ο Σαρτρ, ο σταρ φιλόσοφος του 20ού αιώνα. Για να είμαστε όμως και λίγο δίκαιοι, δεν είναι χαζοί οι άνθρωποι. Απλώς ο κόσμος έχει κουραστεί και επιζητεί το απλό, το εύκολο και επιφανειακό. Δεν θέλει να σκέφτεται κι αυτό είναι κατανοητό. Καλύτερα να μην υπάρχουν ιδέες καθόλου, σου λέει, παρά να διακινδυνεύσουμε ν’ ασπαστούμε ιδέες που οδηγούν σε αιματοκυλίσματα.
- Πώς βλέπεις μετά από 20 χρόνια αυτή την εποχή. Τι θα μνημονεύουμε;
Το πιο σημαντικό γεγονός που συμβαίνει σήμερα είναι ότι έχει ξεχωρίσει η ήρα από το στάρι. Κάποτε τα πράγματα ήταν πιο θολά και ρευστά και οι παρέες ανακατεμένες. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, οι καλοί είναι με τους καλούς και οι κακοί με τους κακούς. Πλέον δεν το συζητάς καν. Κλείνεις πόρτες στεγνά. Διαλέγεις τους ανθρώπους που συναναστρέφεσαι. Πριν 20 χρόνια όλα ήταν ένας χυλός. Τώρα οι άνθρωποι έγιναν πιο εκλεκτικοί και αυστηροί. Είσαι από τη μια ή από την άλλη.
Αναδημοσιεύει ο: Julien Chaulieu
Σημείωση: Η παραπάνω αναδημοσίευση αν και είναι εκτός της τρέχουσας επικαιρότητας, το έργο του Γκιμπορ παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ.
.
Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-4G4

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου