Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

"Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού" σε συνέργεια με "Άγγελε ΕΣΥ Άνθρωπε" της Κατερίνας Καρούλια



Η επιστροφή στη φύση, μέσα από τις χαρές των παιδιών είναι η άρνηση της δυστυχίας. Ο μεγάλος ποιητής, Γιάννης Ρίτσος έγραψε για αυτή την παιδικότητα και τα ευτυχισμένα χρόνια, μέσα από το ποίημα «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού». Ο Ρίτσος έγραψε το ποίημα αυτό το 1938, όταν βρισκόταν άρρωστος στο σανατόριο της Πάρνηθας και έπασχε από φυματίωση.

Στις λέξεις του μοιάζει σαν να «αποθήκευσε» την αθωότητα αλλά και τη νοσταλγία για τις σκανταλιές και την ξεγνοιασιά της παιδικής του ηλικίας. Από αυτό το «όνειρο» αναβλύζουν μυρωδιές και χρώματα που μας καλούν σε περιπέτειες, σε απρόβλεπτες συναντήσεις με τη χαρά και την ανακάλυψη. Σε αυτό ο Γιάννης Ρίτσος «ονειρεύτηκε» πως ήταν πάλι παιδί.


              Video Sofia Andonakaki    https://www.youtube.com/watch?v=KIzICETdxuA


         



  . Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο. Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σα αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης. Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι. Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα. Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο. Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι δεν ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν. Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι. Κανένας δεν ξέρει τίποτα για μας όταν μιλάμε σιγά στ’ αυτί μιας πεταλούδας. Κανένας δεν θυμάται πως μίλησε με την αυγή τότε που τα λουλούδια ξέραν τη φωνή του και τα πουλιά κρατούσανε σημαίες και σάλπιγγες και πέρναγαν σαν μολυβένια στρατιωτάκια στο δρόμο της πρωινής αχτίνας. Εμείς κάτι θυμόμαστε όταν ανοίγει τα παράθυρα η άνοιξη και τινάζει τα σεντόνια του ύπνου μες στο φως. Φαίνεται κάπου η θάλασσα. Έρχεται κι ο κάμπος όμοιος με πράσινη χελώνα που ξυπνάει. Ύστερα ο κάμπος γίνεται όμοιος με τον κάμπο, κι εμείς παιδιά που παίζουνε στον κάμπο. Φέρε το ξύλινο αλογάκι με την κόκκινη σέλα, να κυνηγήσουμε τους ίσκιους των νερών προτού μας προφτάσει το βράδυ με τα μεγάλα παραμύθια της χειμωνιάτικης φωτιάς. Δεν πάει καιρός που ο ήλιος κρεμούσε χρυσά κρόσσια στις πόρτες του δάσους. Οι θάμνοι γδύνονταν την πράσινη σοδιά τους και λουζόνταν κρυφά στο ποτάμι. Τα μεσημέρια που κοιμόνταν οι μεγάλοι, τα παιδιά φεύγαν απ’ τα σπίτια, κυλιόντουσαν στα χόρτα, δαγκώνανε τα φύλλα της αλυγαριάς κι αγκάλιαζαν τα δέντρα. Όλο το δάσος μύριζε γυμνή γυναίκα. Μεγάλες πεταλούδες μαρτυρούσανε τα μυστικά της άνοιξης κι οι σαύρες με τα σμαραγδένια μάτια ολάνοιχτα κρυφάκουγαν περίεργες πίσω απ’ τις πέτρες. Εμείς δεν βλέπαμε το φράχτη. ..




…Τη νύχτα οι μυγδαλιές με τ’ άσπρα τους φορέματα περάσαν κάτου απ’ τα παράθυρα μας αργές και λυπημένες, όμοιες με κείνα τα χλωμά κορίτσια του ορφανοτροφείου όταν γυρίζουν από μια μικρή εκδρομη, την Κυριακή, πιασμένες δυό δυό απ’ το χέρι, χωρίς να μιλάνε, χωρίς να βλέπουν τ’ άστρα που φυτρώνουν ένα ένα μες στον ίσκιο, μακρινά κι ευτυχισμένα. Αύριο θα στείλουμε τις μυγδαλιές περίπατο στο ακροθαλάσσι να πλύνουνε τα πρόσωπα τους απ’ τη σκόνη της λύπης μας. Και το βράδυ που θα γυρίσουν χαρούμενες, θα μας φέρουν τα πρώτα μας λόγια πλυμένα στη θάλασσα, κι εμείς θα κλαίμε στο ανοιχτό παράθυρο απ’ τη χαρά μας που μπορούμε να κλαίμε. Απόψε  κοιμηθήκαμε στην ποδιά της Άνοιξης, ακουμπώντας το κεφάλι στην καρδιά της. Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την καρδιά μας. Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην κάμαρα μας σα γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε τα ψίχουλα των σκιών που ‘χαν μείνει από χτες βράδυ στο πάτωμα. Μια στιγμή, να νιφτούμε, και φτάσαμε. Χριστέ  μου, γιατί φόρεσες αυτό το πένθιμο μακρύ φουστάνι κι αυτά τ’ αγκάθια στο κεφάλι σου; Χαθήκαν τα λουλούδια; Ή τάχατε, αν φορούσες παπαρούνες πάνου στ’ αχτένιστα μαλλιά δε θα σ’ ανοίγανε την πόρτα τ’ ουρανού;  Μη χαμογελάς που ‘χω κι εγώ δεμένο το κεφάλι. Είναι που γλίστρησα προχτές μέσα στα βάτα κυνηγώντας πεταλούδες. Έλα να πιαστούμε απ’ το χέρι σαν παιδιά και να πάμε στους αγρούς να σε μάθω φλογέρα.  Δεν ταιριάζουν στο νέο πρόσωπο σου οι ρυτίδες της μητέρας όταν ανοίγει μια στιγμή τη δουλειά και κοιτάζει απ’ το παράθυρο το νέο φεγγάρι. Πάμε να σου κόψω τα λυπημένα μαλλιά σου με το ίδιο μεγάλο ψαλίδι που κουρεύουν τα πρόβατα. Και, να δεις, ο Θεός θα μας αγαπήσει, θα μας βάλει να κάτσουμε στα πόδια του και θα χαμογελάσει γλυκά καθώς εμείς θα στολίζουμε τα μακριά μουστάκια του με μαργαρίτες. Κι όταν βραδιάσει θα ζέψουμε το μικρό του τ’ αμάξι που το σέρνουν οι γρύλλοι και θα περάσουμε στη μέση του παράδεισου ενώ οι άγγελοι θ’ ανάβουν τ’ αστέρια για να φωτίζουν τα παιδάκια που μείνανε κάπου στον κάμπο. Σήμερα  μια μικρή κοπέλα, με θαλασσιά κορδέλα στα μαλλιά, στάθηκε στην κορφή της λεύκας και κελαϊδάει.  Απ’ το τραγούδι της πετούν μικρά πουλιά που γεμίζουν τις αυλές και τις στέγες.  Τα πουλιά κάθουνται στους ώμους των παιδιών. Οι άνθρωποι μπλέκονται στα δίχτυα των αχτίνων και τρεκλίζουν σαν πρωτόβγαλτα πουλιά. Τα τριαντάφυλλα τρελάθηκαν και κάνουν τούμπες μέσα στο νερό. Θεέ μου, το μεθυσμένο φως θα σπάσει τα τζάμια, θα πλημμυρίσει τις κάμαρες και δε θ’ αφήσει μήτε έναν ίσκιο για να σκεπάσει η μάνα μου τα μάτια της. Τότε θα τινάξει στον αέρα το μαντήλι της και θα χορέψει κείνο το νησιώτικο χορό που χόρευε στα νιάτα της μαζί με τον πατέρα – ένα χορό που μυρίζει θάλασσα και βάρκες φορτωμένες πορτοκάλια. Ο πατέρας θα κάνει πως ξέχασε τον χορό και θα χαμογελάει καθώς θα κρούει τη φτέρνα στον αέρα. Κι εμείς ξοπίσω τους, παιδιά, πουλιά, λουλούδια και λιθάρια, θα χορεύουμε στ’ αλώνι του ήλιου τραγουδώντας τις μέρες που δε χάνουνται μες στο σκοτάδι, όταν οι μεγάλοι χορεύουν μαζί με τα παιδιά τον ίδιο χορό της κάθε άνοιξης…




.."Έτσι σφυρίζαμε ως το βράδυ, κι η μάνα μας περίμενε μπροστά στην πόρτα φοβισμένη. Κι όταν η νύχτα κλείδωνε τις πόρτες, και γέμιζε τον κάμπο με ίσκιους, τότε γίνονταν τα καλάμια μας βρυσούλες από φως όπου έπιναν οι άνθρωποι που ξεδίψαγαν. Άσπρα κορμιά φεγγρίζαν πάλι μες στους ίσκιους, κι έβλεπαν όλοι κείνα που είναι πάντα, και που αν εμείς δεν τα ‘χαμε ιδωμένα δε θα ήτανε ποτές. Τώρα με τα δικά μας μάτια βλέπουν και γελάνε. Κι εμείς σφυράμε ακόμη νύχτα μέρα. Ενα ψηλό παράθυρο είναι το τραγούδι. Βλέπει στο δρόμο, βλέπει και στον ουρανό. Απ’ αυτό το παράθυρο κοιτάμε τον κόσμο. Τα βράδια ανάβουν στις βουνοκορφές αγροτικές φωτιές σαν ανοιχτά φωτισμένα παράθυρα στη μακρινή πολιτεία της γαλήνης. Εκεί κάθουνται οι άγγελοι μαζί με τους τσοπάνους και τα πρόβατα, και ξαναλέν χαρούμενοι τα παραμύθια του περασμένου χειμώνα. Εμείς κουβαλήσαμε δω πέρα το χαμένο καλοκαίρι – κείνο το βράδυ που όλοι κλαίγαν μες στον άνεμο και κρυώναν. Κι ο Θεός δεν είναι πια θυμωμένος με τους άγγελους που κλέψανε τα μήλα, μήτ’ έχει μια μεγάλη χαρακιά ανάμεσα στα φρύδια σαν τον άλλον, που κάθεται ακαμάτης, καθημερινή και σκόλη, πάνου στο ταβάνι της εκκλησιάς και γίνηκε γκρινιάρης γιατί ποτέ δεν πήρε το σκαμνί του να βγει να κάτσει στη λιακάδα της αυλής, να ξεμουδιάσουν τα ποδάρια του που μούχλιασαν απ’ το λιβάνι κι απ’ την υγρασία. Ο δικός μας Θεός γίνηκε πάλι ένα τζιτζίκι, και τραγουδάει μες στην καρδιά μας την ώρα που κλαδεύουμε τα δέντρα του παράδεισου και φυτεύουμε γεράνια και γαρίφαλα γύρω τριγύρω σ’ όλες τις αυλές και τα περβόλια. Φωνάξαμε τον πλανόδιο φωτογράφο που πέρναγε το πρωί στον κάμπο. Κάτσαμε κάτου απ’ τις αμυγδαλιές, βάλαμε στη μέση τη γιαγιά και τον παππού και σφίγγαμε τα χείλια μη γελάσουμε καθώς κοιτούσαμε το στρογγυλό τζαμάκι που ‘μιαζε με το μάτι της νυσταγμένης αγελάδας. Στην φωτογραφία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος. Γέλασε κι η γιαγιά μαζί με τον παππού γιατί δεν είμαστε παρά λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος. Γελάσαμε κι εμείς διπλά, κι όλα τριγύρω κι όλα μέσα μας γελούσαν – όλα: λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος. Αταχτα, σιωπηλά και πεισματάρικα παιδιά, που δεν ακούσαμε ποτέ κανέναν, ακούσαμε τη σιωπή μες στη νύχτα και μιλήσαμε αγνώριστα λόγια. Μάθαμε κείνο που ‘ναι πιο πολύ απ’ όλα και δε μαθαίνεται πάνου στα θρανία, έξω απ’ τα φωτεινά σχολεία των δέντρων. Θα ‘ταν άδικο να πεις πως δεν κάναμε τίποτα και πως αφήσαμε το σπίτι να ρημάξει. Κοίταξε τον κήπο μας και πες. Δεν το ξέρεις τάχα πως κι αν πέσει το σπίτι, θα μείνει το φως να μας δείξει να χτίσουμε σ’ ένα καλύτερο σχέδιο το καινούριο σπίτι; Κοίταξε τ’ ασημένια χέρια μας που δούλεψαν στον άλλο αγρό, στην άλλη μέρα. Βλέπεις πως λάμπουν τ’ ασημένια χέρια μας μέσα στους ίσκιους – τα χέρια μας που καμιά νύχτα δεν μπορεί ποτέ να τα κερδίσει...
































Η έκθεση 'Άγγελε ΕΣΥ Άνθρωπε" πραγματοποιήθηκε στο υπό ίδρυση Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στην Καισάρεια Κοζάνης από το Αρχείο Β Ιστορίας. Διάρκεια έκθεσης 25 Μαρτίου 2017  έως  18 Απριλίου 2017. Έργα τους παρουσίασαν η εικαστικός Κατερίνα Καρούλια, τελειόφοιτη φοιτήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών Φλώρινας Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών και η εικαστικός Αφροδίτη Γκρίζη απόφοιτη της ίδιας σχολής. 

Η Κατερίνα Καρούλια ως εικαστικός, μέσα από μια μεταβαλλόμενη σχέση με τα έργα της θέλησε να κατανοήσει τον εσωτερικό τόπο, την βαθύτερη ψυχή. Ως μέσον της έρευνας και ως υλικό δημιουργίας των έργων της πήρε πρωτίστως, χώμα και νερό. Επειδή όμως ήθελε μέσα από τον θάνατο να μιλήσει για την ίδια τη ζωή επέλεξε αντί για χώμα ή πηλό την ηφαιστειακή λάβα. Εξ άλλου ο καλλιτέχνης στις πλαστικές τέχνες προκειμένου να δημιουργήσει, αποσπά από τη φύση ύλη, θραύσματα και τα μετουσιώνει σε κάτι άλλο. Έτσι κονιορτοποιεί το πέτρωμα της ηφαιστειακής λάβας και από τα θραύσματα της ύλης ανασυνθέτει χρόνο και τόπο, επαναπροσδιορίζοντας την ταυτότητα του ανθρώπου.

Η Αφροδίτη Γκρίζη υιοθετώντας ποιητικά και ρυθμικά στοιχεία, την καθαρότητα της γραμμής, το έντονο εξωπραγματικό χρώμα αποτυπώνει εμπειρίες και βιώματα σ' έναν φαντασιακό ρευστό  χώρο. Ζωγραφίζει επάνω σε μετάξι και βαμβακερό ύφασμα δημιουργώντας χρωματικές εντάσεις αλλά και λεπτές αποχρώσεις με ακουαρέλες, μελάνι, κάρβουνο, παστέλ  ακρυλικά. Ποικίλες γραφές και σβησίματα, περιγράμματα και ίχνη συνθέτουν θραύσματα μνήμης και συναισθημάτων. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου