Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

14 έκθεση βιβλίου Ο Χάρης Κοντοσφύρης παρουσιάζει τον ποιητή Αντώνη Σκιαθά


Θεσσαλονίκη Σάββατο 13.5 στις 5 το απόγευμα στο Εξώστη (περίπτερο 15)...Η ΕΥΓΕΝΙΑ το τελευταίο βιβλίο του Αντωνη Σκιαθά θα συναντήσει το κοινό του,
με οδηγούς παρουσίασης του:

Ζωή Σαμαρά...ποιήτρια,Ομότιμη καθ. Α.Π.Θ
Χάρη Κοντοσφύρη, Αναπλ. Καθηγητή Καλών Τεχνών Παν.Δυτικής Μακεδονίας
Βαγγέλη Τασιόπουλο, ποιητή Γραμ.Εταιρίας λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.



Η εισήγηση του Χάρη Κοντοσφύρη

Τραγούδι μέσα στη νύχτα όπως των αηδονιών, θα μπορούσε να είναι η ποίηση. Με αυτή την έννοια είναι καλέσματα ερωτικά για να εκφράσει κάποιος το γενετήσιο ένστικτο. Στις παρυφές του δασούς τις κοινωνίας μας, κάποιοι σκαρώνουν λέξεις-προτάσεις με ελαστικά νοήματα.
Πολλές φορές στην άκρη του δάσους οι κατοικούντες δεν αντιλαμβάνονται αυτή την ακρότητα σαν κομμάτι του δασούς κι αρχίζουν και χτίζουν κάτι ξεχωριστό, την ουτοπία. Η υγιής μορφή αυτής της καινούργιας ποιητικής πρότασης, μπορεί να είναι μόνο νοσταλγία για ένα τόπο ή χώρο ανυπόστατο, φιλόξενο.
Αν επιστρέφαμε τώρα στο συγκεκριμένο, η ποίηση στον υπέρ τόπο του Συγκεκριμένου, προτείνει μια παράσταση, μια αναπαράσταση, μια μίμηση ή μια φαντασία που εξαρτάται από το μέγεθος του μύθου που κάποιος θα ιστορίσει.
Ο Σκιαθάς βάζει την μικρή Ευγενία να συνομιλήσει γενεαλογικά πάνω στους νεκρούς που ενέπνευσαν τα ποιήματα, ως πένθος-παρόν και η μικρή Ευγενία παρούσα. Η  άκρια του σαλονιού είναι γεμάτη κλάματα κι η άλλη κοντά στο παράθυρο, είναι γεμάτη με τη συνήθεια της αγάπης και το ανάστημα του παραστήματος.
Με τα σημάδια του μένει ο καθένας χαράζοντας αναγκαίες ψευδαισθήσεις, μοναδικές μαρτυρίες, ουτοπίες, μετατρέπει τον έρωτα σε συνήθεια αγάπης κι η γλώσσα του εμπορίου δεν του αρκεί.
Η ψυχική, η ιστορική αντίληψη της καθημερινότητας με πομπό τη γραφή διαστρωματώνει τη σύνθεση, τα αφομοιωμένα μπαλώματα της γραφής και η ικανότητα να γράφεις απλώνεται σα μπουγάδα νωπή. Στην ποίηση τα σεντόνια πρέπει να είναι συνεχώς νωπά, άχρηστα-καθαρά αλλά κι αδύνατον να τα χρησιμοποιήσεις. Σχεδόν τα πάντα έχουν ειπωθεί, σχεδόν οι πάντες έχουν κοιμηθεί στα σεντόνια της ποίησης γι’ αυτό πρέπει ο ποιητής να τα κρατά νωπά, αχρησιμοποίητα αλλά κι έτοιμα για χρήση. Νωπά για να ρέει εύκολα το μελάνι , νωπά για να απλώνει το μελάνι, νωπά για να είναι μεγάλη η μελανιά, ώστε το καινούργιο λερωμένο ποίημα να μην διαβάζεται καλά. Αυτό είναι το μυστήριο της νεωτερικής ποίησης,  το λέρωμα.  
Σε ποιο μέρος απλώνει η  μπουγάδα; Στην παλιά αυλή  ή σε κανένα μπαλκόνι σκιερό; Το αυτόματο στέγνωμα το ξεχνάμε, τα μυστήρια του κόσμου τούτου επιτελούνται κάτω από το φως του ήλιου ή στα έγκατα των σκιών του. Αυτό είναι ένα σοβαρό ενδεχόμενο. Αναζητούμε ένα κατακτημένο περιθώριο όποιας αυλής ή μπαλκονιού, όπου δεν πρέπει να είναι στο κέντρο αλλά στο περιθώριο, δεν πρέπει να είναι άσυλο αλλα και δεν μπορεί να είναι άσυλο κι έτσι φανερώνεται η ποίηση, η βρεγμένη, η νοτισμένη, η αρκετά μελανωμένη ωσάν λεκές ξεπαρθένεψης. Γονιμότητα στην άκρη ενός ανυποψίαστου χώρου.
Δεν γίνεται να αποφύγεις τις ηλιαχτίδες του Δημοτικού τραγουδιού ή τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Σεφέρη ή εκείνον τον Καρούζο ή τον Λειβαδίτη. Ο Σαχτούρης κάθεται στο τραπεζάκι του πεζοδρομίου και σκαρώνει μεταίχμιες γκάφες τραγικοτήτων. Στη σκοτεινή φόρμα του έμμετρου λόγου, όλοι μας προσπαθούμε να μπούμε γιατί νομίζουμε ότι πρόκειται για άλλη γλώσσα. Αρνούμαστε τη γέννηση για να χαθούμε τραγικά μέσα στο χώμα κι όχι στο σώμα των σωμάτων. Ο Θάνατος για τους ποιητές είναι Οβιδιακός, μνήμων, γραφή δηλαδή που τους δίνει το δικαίωμα  να μην υπάρχουν.
Ανείπωτα, όλα ημιτελή και εν αχρηστία τα ποιήματα συνδέονται πανεύκολα με το οτιδήποτε γιατί σωριασμένα όπως είναι, σωριαστικά θα λειτουργήσουν.
Την συσωρευτική ποίηση έβαλε σε μια σειρά η γενιά του ΄30, με την έννοια ότι τακτοποίησε αυτή την ευρεθέντα συσσώρευση. Τακτοποιώ τακτικά τα ατακτοποίητα. Ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νικήτας Ράντος, ο Γιώργος Σαραντάρης,  ο Δημήτρης Αντωνίου, ο Αναστάσιος Δρίβας, ο Θεόδωρος Ντόρρος, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, κι ένας Νίκος Γκάτσος, τακτοποίησαν τα ατακτοποίητα της εποχής τους, αφήνοντας τα σωρό σε μια βιβλιοθήκη. Αυτές οι θήκες των βιβλίων δεν έπρεπε να είναι μέλημα μόνο των ποιητών αλλά και κάποιων άλλων.
Ο Μέσκος αναφέρει ότι φίλοι του ισχυρίζονται: «Η τέχνη νοσταλγεί τον παράδεισο αλλά υπάρχει μόνο στην Κόλαση, δηλαδή την ιστορία – Θέλει να πεθάνει μα δεν μπορεί να πεθάνει».

Συμβάντα στη σειρά σαν καθαρτήρια είναι τα ποιήματα του Σκιαθά. Λερώματα λέξεων, ασάφειες απολογισμών, ευφροσύνη λύπεων, ανέκφραστα κατορθώματα, τα μύρια όσα δηλαδή. Αληθινή ποίηση είναι η ίδια η Ευγενία, με όλα αυτά τα πληθωριστικά ποιήματα, σε παλαιωμένες κάμαρες, με τα παιδικά της παιχνίδια. 


Η κόκκινη ομπρέλα
Κάτι µεταξύ επτά και οκτώ το πρωί. Γενάρης. Τα Χριστούγεννα ακόµα
στις πλατείες. Το νερό ξεχασµένο παντού. Η κυρία Ηλέκτρα Στασινού
κατέβηκε τη µεγάλη µαρµάρινη σκάλα του µαιευτηρίου
και έφτασε στο κέντρο της πλατείας κρατώντας µια κόκκινη οµπρέλα, δώρο του κό-µητα Καποδίστρια στον πάππου της Νικόλα Στασινό των ανακτόρων. Μόνη, τελείως µόνη, να κρατά ανοιχτή τη µεγάλη κόκκινη
οµπρέλα. Την πλησιάσαµε µε τον τρόπο του ελαφιού που σκύβει να
πιει νερό. Χαµηλόφωνα της τραγουδήσαµε, κυρία Ηλέκτρα, δεν βρέ-
χει. Εκείνη δεν µας απάντησε. Με τον ίδιο ρυθµό επαναλάβαµε δεν
βρέχει, κυρία Ηλέκτρα.
Γύρισε και µας κοίταξε µε στοργή και µε απορία µας είπε: Αυτή
η κόκκινη οµπρέλα είναι το µόνο µου στήριγµα. Είναι το µόνο µου
στήριγµα αυτή η κόκκινη οµπρέλα.
`
*
Η Μοναξιά του Νικολάου Καρούζου
Ο Νίκος Καρούζος µιλούσε συχνά για τη ζωή όπως άκουγαν τα που-
λιά τους ανέµους.
Ο Εντγκάρ Ντεγκά µιλούσε πολύ καλά για το σώµα και σίγουρα
για τη ψυχή των χορευτριών του στη λίµνη των κύκνων.
Αφύλαχτη είναι η ψυχή όταν τη βρίσκει ο βοριάς της µοναξιάς
έγραφε κάπου σε ένα µάρµαρο ο Γιαννούλης Χαλεπάς.
Όσο υπάρχει Ιόνιο, Αιγαίο, Άθως, δεν πρόκειται να χαθούµε ανέ-
φερε ο παππούς Οδυσσέας Ανδρούτσος και επανέλαβε µε τον τρόπο
των βυζαντινών Ελλήνων ο Νικόλαος Καρούζος: Ήξερα για το πώς
και το γιατί των ύµνων για τους αγέρηδες των πελάγων των Ελλήνων.
Με αυτούς, είπε ο Γιάννης Τσαρούχης, ας κεντήσουµε και πάλι τις
σηµαίες των ερώτων µας.
`
*
Μια μακρινή πρόγονος η Ντόνα Μάαρ
Οι Απουσίες δηµιουργούν
απουσίες,
οι παρουσίες και πάλι απουσίες,
σε όλες τις γαίες,
που φύτεψαν οπώρες
οι Μεγαρείς
και έβαζαν
στα σύννεφα
κυπαρισσιών καθρέπτες
οι Ελευσίνιοι.
Όλες τις απουσίες βίωσα
µε τη δική σου παρουσία.
Μα όλες είχαν σπήλαια
γεµάτα τιµαλφή,
κάµπους σπαρµένους ψυχανθή
και κοµπανίες µε έγχορδα
που γύρναγαν ψάλλοντας παρακλήσεις.
Σε επτά ξωκλήσια σε έταξα
να γίνεις λυγερή µε θάλασσες στα µάτια
και στο κορµί σου την ειρήνη της γιορτής
να στήσουν οι Αγγέλοι.
Βούρκωσα γράφοντας
ονόµατα
σε όσα χαρτάκια έµειναν
παγκάρια να στολίζουν.
`
*
Δραπέτης Χρόνος
Είχε προχωρήσει για τα καλά ο αιώνας.
Σ’ ένα µεγάλο µπόγο
όλα τα ασηµικά της φάρας του Γιαννούλη Χαλεπά,
µε µια αλλαξιά εσώρουχα του στρατηγού της επανάστασης,
Ιωάννη Ρούκη εξ Ευβοίας
και
τις επτά ταριχεύσεις του Εγώ,
διπλοραµµένες σε µια φόδρα του ταγέρ
της Μαντούς Μαυρογένους.
Έτσι φορτωµένοι, περάσαµε τη Γέφυρα του Ευρίπου,
µε χιλιάδες κλουβιά ωδικών
να γεµίζουν
πούπουλα µε χρώµατα τις όχθες του µοιραίου
τραβήξαµε κατά την άβυσσο των σιωπηλών λιµένων
της πόλεως του Ανακρέοντος.
Τις µέρες των πανηγυρισµών
του πολιούχου Πέδρο Ανδρέα Βαγέχο.
Πραµατευτάδες των εµφυλίων της ψυχής,
µε λέξεις, στίχους και σκέψεις,
ανοίξαµε τις εκκλησιές
και σώσαµε στα µανουάλια φως,
για τις µεγάλες νύχτες
και αυτού του θέρους,
για τις µεγάλες νύχτες
και αυτού του αφανισµού.
Των προγόνων.
Των γεννητόρων.
Των συγγενών.
Των επιγόνων.
`
*
Οι ασθένειες του Κόµητος
Την πρώτη φόρα έµαθε
για τους τρεις θανάτους
του κόµητα Ιωάννη Καποδίστρια.
Τα αµέσως επόµενα χρόνια
έµαθε
για τα ενέχυρα
του ήρωα της αντίστασης
κόµητα Ιωάννη Καποδίστρια.
Αρκετά µετά έµαθε
για τις παθήσεις του νοός
του κόµητα Ιωάννη Καποδίστρια.
Σήµερα έµαθε επακριβώς
για την απόσταση βολής
των δολοφόνων
του κόµητα Ιωάννη Καποδίστρια.
Στο µέλλον ίσως µάθει
και για τον κόµητα Ιωάννη Καποδίστρια.
`
*
Σελίδες Ημερολογίου
για το κάλλος των συγγενών
Στις άταιρες οδοιπορίες της κερδοσκόπου ψυχής µας,
κατράµι Θιακό, το τώρα που άγουρο θα γίνει µέλλοντας,
άλλοτε νεκρός και άλλοτε στρατοδίκης, µε σηκωµένο το δάχτυλο,
για την Ελλάδα που πιστέψαµε,
και
ας είναι και αυτή στην τάβλα καρφωµένη.
Φριχτά σύµβολα στα κόκκαλα των λόφων,
οι κρεµασµένες ήττες µας,
στα λιόδενδρα,
φριχτές και οι µέρες των δοσίλογων ερώτων µας.
Μικροµάγαζα µε στρατοδίκες λοιπόν έκτοτε οι µέρες µας,
εκεί στην Αλεξάνδρεια των Θερµοπυλών,
εκεί που γράφτηκαν τα µανιφέστα του ήλιου.
Στην τάβλα της ζωής αυτού του τόπου
µε γάντζο καρφωµένη η ψυχή µας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου