Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Mια Διάλεξη με βιολί του Peter Schumann

Η Παλιά Τέχνη του Κουκλοθεάτρου στην Νέα Παγκόσμια Τάξη

Ο ΠΕΤΡΟΤΣΟΥΛΟΥΦΗΣ 
Η ΠΑΛΙΑ  ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟΥ   ΣΤΗ ΝΕΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΤΑΞΗ
 Mια Διάλεξη με βιολί του Peter Schumann /Bread & Puppet Theatre 1993
 Μετάφραση: Στάθης Μαρκόπουλος, Κουκλοθέατρο Αγιούσαγια!, Ιούνιος 1998

Από τον Πόλεμο του Περσικού Κόλπου και μετά, όλοι μας, μεγάλοι ή μικροί, σκοτεινοί ή λαμπεροί, ζούμε την Παγκόσμια Νέα Τάξη. Αυτό ανακοινώθηκε από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, και κάτι ξέρει αυτός. Το δυνατό χέρι-τιμωρός του Πρώτου Κόσμου δημιούργησε μια υπέροχη αίσθηση συλλογικότητας μεταξύ των εκλεκτών, οι οποίοι επιλέχτηκαν απ’ τον Θεό και την ιστορία να βρίσκονται σ’ αυτή τη θέση. Εμείς, οι Πρώτοι, επιβεβαιώσαμε περίτρανα την πρωτιά μας. Και οι πολιτικές και οικονομικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις της αίσθησης της δύναμης και του δίκιου μας, πρόκειται ν’ αποδώσουν ακόμα καρπούς. Η κακόμοιρη τέχνη του κουκλοθέατρου, της οποίας η ύπαρξη ίσα που γίνεται αντιληπτή από την μεγαλοδύναμη πολιτική και την επιβλητική της κουλτούρα (ραμμένη στα μέτρα του αγοραστή) πρέπει ωστόσο να απαντήσει σ’ αυτή τη Νέα Τάξη και να ξανα-αναλογιστεί το γιατί και το πως της κακόμοιρης ύπαρξής της.

Το ενοχλητικό ερώτημα είναι: πώς μπορώ να χρησιμοποιήσω τόσες λέξεις όσες είμαι έτοιμος να χρησιμοποιήσω, για ένα θέμα που ξεχωρίζει για την απουσία λόγου του; Γιατί η τέχνη του κουκλοθέατρου είναι εξοπλισμένη με μια σκεπτικιστική φαγούρα ενάντια στη συνηθισμένη μας υπερβολική χρήση λέξεων. Οι ωφελιμιστικές φλυαρίες, οι γεμάτες αυτοπεποίθηση επικοινωνίες που επιβεβαιώνουν και στολίζουν την ζωή μας, ακούγονται ύποπτες στα αυτιά μου, όσο τα αυτιά μου είναι κουκλοθεατρικά αυτιά. Γιατί; Διότι οι λέξεις έχουν την τάση να σταθεροποιούν τις φυσιολογικά περιρρέουσες αβεβαιότητές μας μ’ έναν ωραίο τρόπο, έναν τρόπο που έπειτα μας επιτρέπει να τις χρησιμοποιήσουμε  με την περίφημη ανθρώπινη πραγματιστική αποφασιστικότητα μας, να τις χρησιμοποιήσουμε για τους δικούς μας σκοπούς. Και πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι από τη στιγμή που με τόσο ζήλο χρησιμοποιούμε προς όφελος μας τον κόσμο και τις λέξεις που αντιπροσωπεύουν τον κόσμο, αυτές οι λέξεις τις οποίες συσσωρεύω εδώ στο όνομα του κουκλοθέατρου, έχουν αξία μόνο για μερικά δευτερόλεπτα, διότι κατά τη διάρκεια αυτών των δευτερολέπτων ο γαλαξίας μας και οι χιλιάδες γειτονικοί του γαλαξίες, πορεύονται στο διάστημα με ταχύτητες μεγαλύτερες των 400 μιλίων το δευτερόλεπτο, ελκυόμενοι από τη δύναμη βαρύτητας μιας τεράστιας άγνωστης μάζας, πέραν της αστρονομικής ματιάς μας.
Επαναλαμβάνω: το κουκλοθέατρο έχει το ταλέντο να τα καταφέρνει χωρίς την γλώσσα! Στην πραγματικότητα προτιμά την απουσία του λόγου παρά την κατηγορηματική χρήση του και αυτό το διαφοροποιεί ξεκάθαρα από το θέατρο των ηθοποιών. Η λειτουργία της γλώσσας στο κουκλοθέατρο είναι μία λειτουργία ανάμεσα σε πολλές άλλες, ενώ, στο θέατρο των ηθοποιών από την γλώσσα ξεπηδάει ο λόγος ύπαρξής του. Στο κουκλοθέατρό μας αυτή η τσιγγουνιά στις λέξεις δεν οφείλεται σε κάποια ιδιαίτερη αισθητική λογική, αλλά σε δύο πολύ απλούς και ειλικρινείς λόγους: (1) Οι ίδιες οι κούκλες είναι μουγκές,   (2) Παρόλο που είναι γεννημένες στην Αμερική, δεν αποτελούν μέρος του “δάγκωσε-τον-άλλο-στο λαιμό” καπιταλιστικού συστήματος, ενός συστήματος που μας στρέφει ενάντια στους εαυτούς μας όχι μόνο στο χώρο της αγοράς, αλλά και της γλώσσας επίσης.
Ποιος ελέγχει τη γλώσσα; Ποιος καταφέρνει να εξάγει συμπαγή αποτελέσματα από αυτήν; Ποιος την ελέγχει και ποιος ελέγχει κι εμάς μέσω αυτής; Τα επιτυχώς παντρεμένα εμπορικά και πολιτικά συμφέροντα που κανονίζουν και καταστρέφουν τις ζωές μας, είναι αυτό που είναι χάρη  στις λέξεις, χάρη στη χειραγωγική δύναμη των λέξεων. Κάθε εκμετάλλευση, από την εκμετάλλευση της βιόσφαιρας μέχρι την εκμετάλλευση πληθυσμών ή τμημάτων του πληθυσμού, πρέπει πρώτα να πουληθεί σε μας. Πρέπει να την αγοράσουμε, όπως λέμε. Πρέπει να τη αγοράσουμε και, αφού πεισθούμε καλά-καλά, ναι, την αγοράζουμε.
Η πάλη ενάντια στη γλώσσα, ο ξεσηκωμός ενάντια στην ωφελιμιστική, καπιταλιστική και απατηλή γλώσσα, βρίσκεται στην καρδιά κάθε κινήματος που μάχεται την καταστροφή, η οποία, σε ευγενικούς και γλυκούς τόνους, αυτοαποκαλείται “κυβέρνησή μας” και διατείνεται ότι ελέγχει μόνο την οδική κυκλοφορία, αλλά στην πραγματικότητα κυβερνά και τις ψυχές μας.
Ακόμα και η τέχνη της δοξολογίας, που μέχρι πρόσφατα απευθυνόταν μόνο στον Θεό, διατίθεται τώρα αποκλειστικά μέσω εταιριών που ειδικεύονται στην δοξολογία. Τα μουγκά αντικείμενα του επαγγέλματός μας, οι κούκλες μας, που μας διδάσκουν τη σιωπή, μας διδάσκουν ακόμα και τη γλώσσα που υπερασπίζεται τη σιωπή. Πρώτα με τραυλίσματα και μωρουδιακά επιφωνήματα, με αργές επαναλαμβανόμενες κραυγές, που μόνο τυχαία εξελίσσονται σε προτάσεις και παραγράφους. Αργότερα με ανάγνωση και κολλάζ αποκομμάτων προϋπάρχουσας γλώσσας, της γλώσσας των εφημερίδων, αυτή την περίεργη ποίηση που ονομάζουμε πληροφορία. Όλα αυτά είναι μέρος της προκαταρκτικής εκπαίδευσης στο σχολείο του κουκλοθέατρου.
Στο θέατρο των ηθοποιών, η γλώσσα αντανακλά την ανθρώπινη σκέψη και τις ανθρώπινες κοινοτοπίες, αλεσμένες και πλασαρισμένες από τους ηθοποιούς και τις μιμητικές τους προσπάθειες. Η ηθοποιία είναι μια τέχνη που οι ηθοποιοί μαθαίνουν από τις πρακτικές των παιδιών που μεγαλώνουν, τα οποία μιμούνται τους μεγάλους ώστε να μπορέσουν να μπουν στον κόσμο τους, με τον ίδιο τρόπο που μιμούνται τα άγρια ζώα για να διώξουν το φόβο τους προς αυτά. Δυστυχώς ο ηθοποιός στερείται της σοβαρότητας του παιδιού σ’ αυτό το παιχνίδι και πρέπει να αντικαταστήσει τη ζωτική ανάγκη του παιδιού με γυμναστικές ασκήσεις που φαίνεται να εκπαιδεύουν τους υποκριτικούς του μυς και να λύνουν τα μιμητικά προβλήματα της προσωπικότητάς του. Οπωσδήποτε, η εκπαίδευση του ηθοποιού έχει σαν στόχο να εντείνει την απάτη που υποτίθεται θα μεταφέρει τον θεατή πάνω από το κενό της απούσας πραγματικότητας. Ωστόσο δεν είναι αυτό το κενό, μεταξύ τεχνητής και φυσικής πραγματικότητας, που είναι τόσο ενοχλητικό. Σ’ αυτό το επάγγελμα αυτό που ενοχλεί είναι η υπερβολικά γενναιόδωρη αντιμετώπιση της οικειότητας, η ύποπτα οικεία οικειότητα. Και ειδικά η αντιμετώπιση δύο ειδών οικειοτήτων: (1) Της οικειότητας της κρεβατοκάμαρας, της οποίας η τέχνη της ερωτικής πράξης αναπαρίσταται τόσο ηρωικά, που εσύ, ο επισκέπτης που πλήρωσε, αναρωτιέσαι γιατί σ’ έχουν αποκλείσει απ’ αυτήν. (2) Της οικειότητας του πόνου, της πρόκλησης και του βάσανου του πόνου. Ο αληθινός πόνος στη ζωή είναι ένας συγγενής του θανάτου, κάτι που μας τρομοκρατεί, συχνά ένας επισκέπτης πολύ συνεπής. Ο λεπτομερειακά αναπαριστούμενος από τους ηθοποιούς πόνος, κοροϊδεύει-παρωδεί τα ζωτικά μέσα που κάνουν τη φύση μας ικανή να πολεμά τον πόνο ή να τον υπομένει με αξιοπρέπεια.
Η ειλικρινής οικειότητα, αν όχι τίποτε άλλο, μοιάζει να είναι το εθιστικό καρύκευμα με το οποίο η βιομηχανία του κινηματογράφου - ο πιο φανερός εκθέτης της τέχνης του ηθοποιού - έχει αγκιστρώσει την ανθρωπότητα. Στην προεκλογική εκστρατεία των τελευταίων προεδρικών εκλογών, η προσεκτικά σχεδιασμένη εικόνα οικογενειάρχη, ξεχειλισμένη από συναισθηματισμό πουλάει τον υποψήφιο τόσο αποτελεσματικά όσο και η σαπουνόπερα -από την οποία έχει δανειστεί αυτόν τον οικογενειακό συναισθηματισμό -πουλάει μαργαρίνη. Τελικά, η τέχνη της ηθοποιίας έχει το εξής αποτέλεσμα: ο πιο δοξασμένος απ’ όλους τους υποκριτικούς ρόλους, ο ρόλος του ηγέτη του Πρώτου του Κόσμου (γνωστός επίσης απλά ως: ο κόσμος) παίζεται τόσο ξετσίπωτα που θάλεγε κανείς ότι είναι αληθινός.
Θυμηθείτε, όχι πολύ καιρό πριν, ο Μπρεχτ, έριξε μια ματιά στην ιστορία του θεάτρου και αντιλήφθηκε ότι το δίλημμα του ηθοποιού που προαναφέρθηκε, μπορούσε να γιατρευτεί αν επιτρεπόταν στον ηθοποιό να διασκεδάσει με την τέχνη του, αντιμετωπίζοντάς την σαν μια τέχνη εξαπάτησης. Και ο Μπρεχτ πήγε στο Χόλυγουντ και, με μισή καρδιά, πολέμησε μαζί του γι’ αυτό το θέμα. Αλλά το Χόλυγουντ καταλαβαίνει πολύ καλά την ανθρώπινη αδυναμία στην πλήρη εγκατάλειψη, την επιθυμία ν’ αφήσουμε τους εαυτούς μας και τις δίχως επιβράβευση ζωές μας, την ανάγκη για ένα μαξιλάρι για το μυαλό μας, η οποία μετατρέπεται σε δικαιολογία για κάθε βαρβαρότητα. Και το Χόλυγουντ γνωρίζει ότι η διασκέδαση στην οποία μας σπρώχνει δεν είναι σαν τις διασκεδάσεις που θα διαλέγαμε μόνοι μας. Όχι! Αυτή η διασκέδαση είναι μια οικονομική εξουσία πρώτης τάξης και σαν τέτοια έχει έναν απώτερο στόχο, το στόχο της Νέας Παγκόσμιας Τάξης,  μια δυνατότητα κυριαρχίας, όχι μόνο πάνω στον κόσμο αλλά και πάνω στις σκέψεις και τα όνειρά του.
Συγκριτικά, το κουκλοθέατρο είναι μάλλον αθώο και χαζό και η Νέα Παγκόσμια Τάξη του είναι τόσο επικίνδυνη όσο η εξύμνηση του πράσινου χρώματος ή η ευθυγράμμισή του [κουκλοθέατρου] με τα σκουπίδια που τόσο λατρεύει. Το κουκλοθέατρο συμμετέχει σε έναν ασαφή ή χαλαρά διαρθρωμένο - και άρα όχι κάθε στιγμή καθοριζόμενο εκ νέου - κόσμο, συμμετέχει σε μια παγκόσμια τάξη που δεν ανακαλύφθηκε από τον Κολόμβο και είναι το ακριβώς αντίθετο από τη Παγκόσμια Νέα Τάξη του κυρίου Μπους.
Τα πράγματα, οι ζωγραφιές και τα γλυπτά που αποτελούν τη σάρκα του κουκλοθέατρου, αντιστοιχούν σε αυτήν την ασαφή τάξη και συντάσσονται με μια περίεργη φιλοδοξία: να παρέχουν στον κόσμο μια αδιάσπαστη και ανεξέλεγκτα μεγάλη εικόνα του εαυτού του, μια εικόνα που μόνο το κουκλοθέατρο μπορεί να ζωγραφίσει, μια εικόνα που δοξάζει και επιτίθεται ταυτόχρονα, ένα teatrum mundi  που περιλαμβάνει τον πόθο να είναι ο κόσμος του αυτό που μπορεί να είναι. Το κουκλοθέατρο δεν συνίσταται μόνο από πράγματα και από ζωές που κατέχονται απ’ αυτήν την έμμονη ιδέα, Στις πρακτικές του γνωρίζει τα τυπικά και ουσιαστικά χαρακτηριστικά-ποιότητες των πραγμάτων και στις παραγωγές του παραμένει υπόχρεο σε αυτά. Και πραγματικά η ψυχή των πραγμάτων δεν αποκαλύπτει τον εαυτό της τόσο εύκολα. Αυτό που λέγεται μέσα από τη χειρονομία μίας κούκλας είναι ανεξέλεγκτο και οπωσδήποτε δεν ταιριάζει στην συγκεκριμένη στοχοθέτηση στη βάση της οποίας βομβαρδίζεται το σύγχρονο κοινό.
Όταν η κούκλα κατασκευάζεται αποκτά το δικό της πολύπλοκο πρόσωπο, το οποίο δεν πρέπει να υποβιβάζεται σε υπηρέτη του θεατρικού χαρακτήρα και της ιστορίας. Η κούκλα ακριβώς λόγω αυτής της απόστασης από τη σκοπιμότητα, μπορεί να λειτουργήσει σαν αυτόνομος πράκτορας σε ιστορίες που δεν γνωρίζουν γι’ αυτήν και τις οποίες έτσι μπορεί να επηρεάσει αποτελεσματικά.
Τι είναι αυτό το κουκλο-teatrum mundi; Είναι σίγουρα πολύ περισσότερα από τον εγκυκλοπαιδικό του όγκο και ενδιαφέρον και περισσότερα από την όμορφη μεγαλομανή ολότητα του κόσμου και περισσότερα απ’ όλες τις κρεβατοκάμαρες και τις κουζίνες του κόσμου και περιλαμβάνει πολύτιμα συστατικά όπως τα πολύτιμα μαγικά βότανα και τις μεγαλοπρεπείς αντιλόπες και τις μεγαλοπρεπείς κατσαρίδες του κόσμου και δεν αποκλείει τις χιλιάδες επαίσχυντες κανονικότητες που σημαίνουν τόσο λίγα και των οποίων οι μικρές σημασίες είναι τόσο σημαντικά περιεκτικές όσο και η σημασία όλου του κόσμου.
Αυτό το κουκλο-teatrum mundi, το οποίο καθίσταται δυνατό μέσα από τα καταπληκτικά ταλέντα των κουκλών και την καταπληκτική χάρη των πραγμάτων, αυτό το κουκλο-teatrum mundi πηγάζει από τους μάγους από την εποχή που η τέχνη ήταν ταγμένη τέχνη και ίσως είναι αλήθεια να πούμε ότι το κουκλο-teatrum mundi ποτέ δεν κατάφερε να γίνει αυτό που θα ήθελε. Είναι δηλαδή ανολοκλήρωτο όσο και αρχαίο θέατρο.
Η σύγχρονη δημοκρατική μας υποψία ενάντια στις τέχνες γενικά είναι ότι ασχολούνται ανέλπιδα μόνο με τους εαυτούς τους, ότι ασφυκτιούν από την ίδια τους την σοφία, από τον περιορισμό τους στις “καθώς-πρέπει” σφαίρες λειτουργίας, ότι λιμοκτονούν από την επιτυχία και την προσβασιμότητά τους. Γιατί; Διότι η ιστορικά εγγυημένη αθωότητά τους δεν είναι και τόσο αθώα, καθώς το βασικό επάγγελμα όλων έχει αντικατασταθεί από αυτό του καταναλωτή σε μια καταναλωτική κοινωνία. Κάτι το οποίο ποτέ δεν πιστεύαμε ότι θα μπορούσε να μας συμβεί, όμως μας συμβαίνει, ένας θεός ξέρει πως. Σήμερα, η κατανάλωση, την οποία μαθαίνουμε από μικροί να εξασκούμε επιμελώς, αποτελεί προτεραιότητα πάνω από κάθε τι άλλο, συμπεριλαμβανομένων και των ιερών μας αγελάδων και των ιερών μας τεχνών.
Ναι, η υποψία ενάντια στην παραγωγικότητα της σύγχρονης τέχνης μας επεκτείνεται και στις ιερές μας αγελάδες. Η επαγγελματοποιημένη έλλειψη νοήματος μεγάλου μέρους της πιο υψηλής σύγχρονης τέχνης είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ένας χαριτωμένος διασκεδαστής της φρικαλέας πραγματικότητας του Πρώτου Κόσμου στον οποίο εμείς και οι τέχνες μας είμαστε ενσωματωμένοι. Η εκλέπτυνσή μας προσπαθεί, αλλά δεν μπορεί, να μας αποδεσμεύσει από τις βαρβαρότητες που διαπράττουμε ως μέλη του κλαμπ των πλουσίων. Στο κλαμπ το οποίο πληρώνουμε την συνδρομή μας, ένα κλαμπ αηδιαστικό για τους θεούς και απεχθές για τον πολύ κόσμο που υποφέρει από αυτό.
Η γλυπτική δεν είναι απαλλαγμένη απ’ τους σεισμούς, ούτε η μουσική απ’ τα ηφαίστεια, και κατά τον ίδιο τρόπο,  καμιά από τις τέχνες δεν είναι απαλλαγμένη από την πολιτική. Φυσιολογικά, το κουκλο-teatrum mundi δεν αποτελεί φάρμακο ενάντια στη θεσπισμένη κυριαρχία της κατανάλωσης. Εμείς, που δεν υποφέρουμε πραγματικά και πολύ από την μόνιμη υπερκατανάλωση, επίσης δεν χρειαζόμαστε γιατρικό απ’ αυτήν. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι πολύ απλό: έναν καινούριο κόσμο. Και αυτός ο Νέος Κόσμος είναι πολύ αναγκαίος! Και επειδή είναι τόσο πολύ αναγκαίος, πρέπει επίσης να είναι -ελπίζουμε- πραγματοποιήσιμος. Αλλά η αδυναμία διασάφησης αυτού του Νέου Κόσμου και η μη διαθεσιμότητα της γλώσσας που χρειάζεται για να αποσπάσουμε την περιγραφή του από τις ισχύουσες περιστάσεις είναι τόσο γιγάντια, όσο και η αναγκαιότητά της.
Και ωστόσο θα ήθελα να επαναλάβω ότι το κουκλοθέατρο, με τον πόθο να γίνει ένα teatrum mundi, δεν μπορεί να αφομοιωθεί από τον μηχανισμό αφομοίωσης του πολιτισμού μας και άρα θα ήταν καλύτερα να ειδικευτεί στην μη-βιωσιμότητά του παρά να συνεργάζεται με τους συνεργάτες και τα αδηφάγα αρπακτικά. Γιατί; Διότι ο κολασμένος κόσμος χρειάζεται την αλληλεγγύη του, ενώ η καταναλωτική κοινωνία τα καταφέρνει μια χαρά και χωρίς αυτό. Αλληλεγγύη όχι μόνον προς τον ανθρώπινο κολασμένο κόσμο, αλλά επίσης προς τον κόσμο που κολάζεται απ’ τους ανθρώπους, έναν κόσμο τον οποίον η ιουδαιο-χριστιανική ηθική μας μας έχει διδάξει να θεωρούμε ιδιοκτησία μας, έναν κόσμο στον οποίο τελικά όλοι θα έχουμε την τιμή να συμμετέχουμε, είτε σαν τροφή για τα σκουλήκια, είτε σαν στάχτες.
Το θέατρο των ηθοποιών είναι νομιμόφρον και σαν τέτοιο αναφέρεται: νομιμόφρον θέατρο. Το κουκλοθέατρο στον δυτικό κόσμο έχει υπάρξει περισσότερο παράνομο παρά νόμιμο, κι έτσι αναφέρεται απλά ως: κουκλοθέατρο. Η παραδοσιακή απόσταση του κουκλοθέατρου από τη σοβαρότητα και ο φαινομενικά ακοινώνητος χαρακτήρας του στάθηκε η σωτήρια λέμβος του, ένα αρνητικό προτέρημα που επέτρεψε σ’ αυτήν την τέχνη ν’ αναπτυχθεί. Το σύνηθες παράπονο των σύγχρονων κουκλοπαικτών για την χαμηλή και γελοία κοινωνική τους θέση, δυστυχώς δεν σέβεται την ίδια τους την τέχνη ή αποδεικνύει μια ανίσχυρη προσπάθεια να πουλήσουν την δουλειά τους σαν “σοβαρή τέχνη” όπως λένε.
Στο μεταξύ οι Γερμανοί συνάδελφοι μας βρήκαν μια έξυπνη λύση για το πρόβλημα της κοινωνικής θέσης του κουκλοθέατρου, αναβαπτίζοντας το: Figuren-theater (θέατρο αντικειμένου) - έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να τους κατηγορήσει ότι σχετίζονται με τον Kaspar, τον Punch ή τον Petrushka. Είναι ένα λυπηρό γεγονός, αλλά οι σύγχρονοι κουκλοπαίκτες προσπαθούν εναγώνια να γίνουν μέρος του αξιοσέβαστου νομιμόφρονος θεατρικού στερεώματος. Θέλουν να ξεφύγουν από την προφανή παιδικότητα, τη φρεσκάδα, την έλλειψη σεβασμού και τον πολιτικό λόγο, να πάνε μακριά από τον καθαρό (ή τον δηλητηριώδη) αέρα των δρόμων στους οποίους [δρόμους] δίκαια ανήκουν τέτοιοι συνδυασμοί κραυγαλέας αλήθειας και ωμής βλασφημίας.
Η γελοιότητα του κουκλοθέατρου είναι πραγματική γελοιότητα και δεν έχει καμία σχέση με το χιούμορ. Το χιούμορ θέλει να είναι αστείο. Το γελοίο είναι γελοίο ακριβώς γιατί θέλει να είναι σοβαρό μα δεν το καταφέρνει. Γιατί; Διότι αντιπαρατάσσει χαρτοπολτό ενάντια στην κυβέρνηση, διότι πολεμάει με ξύλινα σπαθιά ενάντια στις μηχανές της κυριαρχίας.
Σαν Γερμανός, γνωρίζω αυτή τη γελοιότητα με έναν ειδικό τρόπο. Το γεγονός ότι το Άουσβιτς έγινε πραγματικότητα παρά την ύπαρξη του Μπαχ, υποβίβασε τον Μπαχ στην γελοιότητα, τον μετατόπισε, ας πούμε, στο επίπεδο του κουκλοθέατρου. Σαν Γερμανός, έχω μια φυσική συνείδηση της γελοιότητας των τεχνών, συνείδηση του γεγονότος ότι η σοβαρότητα και άλλα παρόμοια πομπώδη αντίθετα του γελοίου, έχουν λυγίσει στα γόνατα, έχουν τσακιστεί. Εκτός ίσως από την πρόσφατη άνοδο στο πεδίο της αισθητικής, όπου η τέχνη κυριαρχεί σαν ο τελετάρχης της οικονομίας της αγοράς, όπου η τέχνη ζει σαν ένα προϊόν της σειράς ανάμεσα σε άλλα προϊόντα.
Εβδομήντα χρόνια πριν, ο Κουρτ Σβάϊτερς είπε: "Απαιτώ την άμεση εξάλειψη κάθε κακού!" Ναι! Αλλά όταν αρχίσεις να αποκαλείς τα κακά με τ’ όνομά τους και να τους επιτίθεσαι ξεχωριστά, εύκολα τα χάνεις, καθώς χάνεις επίσης κι αυτή την παράλογη προστακτική η οποία δεν είναι μόνο ντανταϊστική και προτιθέμενη να σατιρίσει τις κοσμο-βελτιωτικές μας φιλοδοξίες, μα ένα σάλπισμα που κάνει ακριβώς αυτό.
Κι ακόμα, υπάρχει άλλη μια όψη του γελοίου, που σχετίζεται με την ελευθερία των τρελών και που κάνει δυνατή την αντιμετώπιση θλιβερών και αποθαρρυντικών και πολύ θλιβερών και πολύ αποθαρρυντικών περιστάσεων, με ένα είδος κεφιού. Και δεν εννοώ το έμφυτο κέφι του επαγγέλματός μας, όπου όλα είναι πάντα υπερβολικά μικρά ή υπερβολικά μεγάλα για τον μέσο θεατή - με το μικρό να παραπέμπει στον νανισμό και την παιδικότητα καθώς και την τάση να χαριτωμενοποιούμε τα ανθρώπινα ελαττώματα και με το μεγάλο να παραπέμπει σε μια δαιμονοποίηση και υπερ-διαστασιοποίηση συχνά τίποτε περισσότερο παρά μετρίων πνευμάτων. Μιλάω για ένα παραγωγικό κέφι, παρά τις σκληρές συνθήκες, έναν τρόπο δουλείας αντίθετο με το λάγνο ρεαλισμό του κινηματογράφου που επιστρατεύει τα βάσανα των άλλων για την εμπορευματοποίησή τους.
Αυτό το κέφι προέρχεται από την ίδια αποστασιοποίηση με την οποία οι κουκλοπαίκτες δουλεύουν αυτόματα και την οποία ο κύριος Μπρεχτ προσπάθησε να αναγάγει σε αρχή έξυπνης θεατρικής δουλειάς. Όμως υπάρχουν περισσότερα σ’ αυτό. Η απουσία προϋπολογισμού του αποτελέσματος, μια υγιής περιφρόνηση της πραγματιστικής στοχοθέτησης του εμπορικού σχεδιασμού. (Στο Διάολο ο πραγματισμός!) Και ακόμα μια σοβαρή διαφωνία με την πλουραλιστική μας ελευθερία την οποία ο Μαρκούζε περιέγραψε σαν βολική, απαλή, λογική και δημοκρατική αν-ελευθερία.
Όμως εμείς, οι κουκλοπαίκτες του κόσμου, πρέπει να αποσχιστούμε, πρέπει να κινήσουμε. Όπως είπε ο Γερμανός κουκλοπαίκτης Χόλντερλιν:...να κατανοήσουμε την ελευθερία που πρέπει ν’ ανατείλει ή όπως είπε ο κόκορας στον γάιδαρο, στους «Μουσικούς της Βρέμης»: Ελάτε, παντού μπορούμε να βρούμε κάτι καλύτερο απ’ τον Θάνατο.

ΠΗΓΗ:http://www.rebelnet.gr/articles/view/the-old-art-of-puppet-theatre-in-the-new-world-order

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου