Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Το χρέος και η εκφυλισμένη Δημοκρατία.

Οι Καλλιτέχνες, έχουν χρέος να καλλιεργούν. Όχι να κυνηγούν το προσωπικό όφελος, ή την καριέρα και τη δημοσιότητα. Πρέπει να είναι οι φιλόσοφοι της όρασης. Αλλιώς, είναι απλά τεχνίτες, που προσφέρουν ομορφιά ή ασχήμια, αναγκαία βάση για τους μουδιασμένους. Οι τεχνίτες, είναι πρακτικοί και βοηθούν στην καθημερινότητα. Οι Καλλιτέχνες είναι χαοτικοί, και βοηθούν στην γαλήνη.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

 Ο άνθρωπος και το θηρίο


της Χριστίνας Κοντούλη




Το θηρίο στέκεται μπροστά μου, στέκεται δίπλα μου, κουλουριάζετε μέσα στην βοή της πολιτείας κάτω από το τραπέζι, ζητάει από το ποτήρι μου, πίνει από τα χείλη μου την τελευταία σταγόνα, θα καλοπαντρευτεί. Στάζει από το στόμα του στο δικό μου και βρυχάται πως μου χαρίζει την τύχη μα ξέρω πως με κοροϊδεύει αφού γνωρίζει καλά πως πάμε δυο δυο.
Τόσα χρόνια δε σκέφτηκα να του δώσω ένα όνομα κι έτσι καμιά φορά όταν είμαι πολύ κουρασμένος φοράει το δικό μου και μ’  αφήνει να καθίσω κάτω από το τραπέζι σιωπηλά. Δεν με ξεχνάει όμως, με εφοδιάζει με φρέσκα κόκαλα από ψάρια και μου μαζεύει μπουκιές από το λάδι το πιάτο του, σαν μάνα στοργική μου τις ταΐζει στο στόμα. Μ’ αφήνει να ακούσω τις ιστορίες των άλλων αλλά και τις δικές του όταν συζητά με ξένα θεριά, με πηγαίνει πάντα στο σπίτι. Μου βγάζει με τα νύχια τους φακούς από τα μάτια μου, μου φορά την ξεχειλωμένη φανέλα του πατέρα για πιζάμα και ανάβει τον ανεμιστήρα πριν κοιμηθώ. Καμιά φορά άμα έχει πιει πολύ ξεχνάει τα παντζούρια μισάνοιχτα κι ας ξέρει πως μ’ αρέσει να κοιμάμαι στο σκοτάδι. Του αρέσει όταν βλέπω παράξενα όνειρα, τότε έχει την ευκαιρία του να έρθει πάνω μου και να κουλουριαστεί, τότε ξέρει δε θα το διώξω, θα το αγκαλιάσω πιο σφιχτά για να συνεχίσω τον ύπνο μου.
Το θηρίο μου με πιάνει με τα δόντια από το σβέρκο σαν κουτάβι και με ακινητοποιεί, με πιάνει με τα δόντια του από τα χέρια και μου δείχνει το δρόμο που βρήκε για να περπατήσουμε.. Το θηρίο μου έχει μεγάλα κοφτερά δόντια κι είναι άγριο κι απαιτητικό μα καμιά από τις πληγές μου δεν τις έκαμε εκείνο. Κι όμως εγώ ευθύνομαι για όλες τις δικές του πληγές, για κάθε τραύμα του. Σπάνια έμπαινα μπροστά για να το προστατεύσω, το άφηνα στη μοίρα του από φόβο μα εκείνο δε με άφησε ποτέ. Το θηρίο ήταν σοφότερο από μένα. Το θηρίο ήταν εξυπνότερο.
Κάποτε έμεινε καιρό χωρίς φαί, εγώ δεν είχα χρόνο, δεν είχα όρεξη, δεν είχα τίποτα κι έτσι έμεινα νηστικός κι ούτε που πάλεψα την πείνα μου, ούτε που με ένοιαξαν τα κόκαλα μου που φαινόταν στο δέρμα μου, ήθελα μόνο να περάσει ο χρόνος… να τελειώνει ο χρόνος…. Μια μέρα άκουσα βρυχηθμούς μα δεν έδωσα σημασία, θα ήταν η μάταιη ανάγκη μου σκέφτηκα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Μια μέρα άκουσα κλάματα μα δεν με ένοιαξε, σκέφτηκα πως είναι η θλίψη μου που προσπαθούσε να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της, να εδραιώσει την αυτοκρατορία της στο μικρό μου δωμάτιο. Γύρισα πλευρό. Μια μέρα άκουσα χτύπους μα δεν σκέφτηκα τίποτα, έκλεισα τα μάτια, παραδέχτηκα πως τρελάθηκα και παρακάλεσα το χρόνο να τελειώσει τις δουλειές του και να εξετάσει την περίπτωση μου γρήγορα, να μου δώσει τη λύτρωση από τον άδικο κόσμο.
Κοιμόμουν σε ένα δωμάτιο σκοτεινό, απ’ έξω απ’ το παράθυρο υπήρχε μόνο βροχή, διάττοντες αστέρες τάραζαν τον ύπνο μου που και που μα  ως που να ξαραχνιάσω την ελπίδα από το βλέμμα εξατμίζονταν στα απομακρυσμένα νεφελώματα κι εγώ μονάχος στο σκοτάδι έκλεινα πιο σφιχτά τα μάτια για να μη με ξυπνάει το ανέλπιδό τους φως. Τότε δεν άκουσα τίποτα.
Ξάφνου, ένας κρότος μου τάραξε αυτή τη φορά τον ύπνο, μα πάλι δεν έδωσα καμιά σημασία, άκουγα τα βήματα αλλά και πάλι δεν έκανα τίποτα, ξάπλωσα πίσω και περίμενα χωρίς λαχτάρα, χωρίς θλίψη ή χαρά, το αναπόφευκτο. Τέσσερα βαριά πόδια στάθηκαν δίπλα μου, η ανάσα  του απλώθηκε στο δωμάτιό μου, μια μυρωδιά λησμονιάς, πείνας, μια μυρωδιά θανάτου με σήκωσε για τα καλά. Πέταξα από πάνω μου τα βαριά σκεπάσματα, πήδηξα από το κρεβάτι κι άρχισα να ψάχνω την πόρτα σα μανιασμένος μέσα στο έρεβος. Δεν υπήρχε τίποτα, όσο κι αν άγγιζα κι αν ψηλάφιζα κι αν έψαχνα ένιωθα το μέρος να στενεύει κι ανάσα να με πλησιάζει, τα βήματα ακούγονταν πιο δυνατά κι οι βρυχηθμοί με κύκλωναν ολοένα. Ήμουν σίγουρος πως ήμουν νεκρός, ήμουν νεκρός κι ο θάνατος δεν είχε λευκά φώτα, ούτε ανταμώματα με αγαπημένους, δεν είχε γέλια, ούτε χερουβείμ , μονάχα αγωνία, φόβο, σκοτάδι κι αυτό το άγνωστο, ό,τι κι αν ήταν αυτό, αυτό που ετοιμάζονταν να με ξεσκίσει.  Ξάφνου το χέρι μου έπιασε κάτι στερεό πέρα από τους τοίχους, κάτι σαν υφασμάτινη κορδέλα. Το τράβηξα με μανία, τα μάτια μου ήταν κλειστά, σφιγμένα, γεμάτα δάκρυα, ένας επίμονος αναστεναγμός που έφραζε το λάρυγγα και το κορμί μου έκαιγε, έβραζε από τον φόβο. Μια ζεστή ανάσα προσγειώθηκε στα μούτρα μου,  έσφιξα τα μάτια περισσότερο κι έβαλα τα κλάματα, έκλεψα ώρες, χρόνια, αιώνες, δεν είμαι σίγουρος, ως που στέρεψαν τα δάκρυα κι αυτή η ζέστη που ένιωθα δεν έλεγε να φύγει.
Άνοιξα τα μάτια μου κι ένα παράξενο φως όρμισε κάτω από τα βλέφαρά μου. Πονούσα, μα τα άνοιξα περισσότερο…. Έπειτα από λίγο κι όταν πια συνήθισα κοίταξα γύρω μου σαστισμένος, ήμουν ακόμα στο μικρό μου δωμάτιο, όλα τα πράγματά μου ήταν εκεί, όλα, η πόλη ήταν στη θέση της, εγώ ήμουν. Χάρηκα τόσο πολύ που για λίγο δεν πρόσεχα τίποτα άλλο πέρα από το ύψος που έφταναν τα μάτια μου, μέχρι που μια καυτή ανάσα κι ένας εξασθενημένος βρυχηθμός με έκαναν να  ανατριχιάσω. Κοίταξα μπρος μου, το θηρίο είχε σπάσει το κουτί του, στέκονταν τώρα μπροστά μου, πεινασμένο, εξαθλιωμένο, έτοιμο. Έκλεισα ξανά τα μάτια μου και περίμενα, αυτό τελικά θα ήταν το τέλος, έπειτα από τόσο καιρό χωρίς φαΐ ήταν σίγουρο πια πως θα με κατασπάραζε. Έσφιξα τα άκρα στο κορμί μου και ξέσπασα σε κλάματα.
Ξάφνου ένιωσα μια υγρασία στο πρόσωπό μου, άνοιξα τα βλέφαρα. Μπροστά μου ένα κοκαλιάρικο θηρίο, μικροσκοπικό και μισοπεθαμένο με κοίταζε τρυφερά. Σήκωσε το πόδι του αργά κι ακουμπώντας στο χέρι μου έγνεψε με το κεφάλι προς τα κάτω.  Μπροστά μου βρίσκονταν ακουμπισμένα ένα σμάρι τρυφερά κρέατα, αχνιστά ψωμιά με μαλακή ψίχα κι ένα μπολ με νερό… Το θηρίο μου έγνεψε να φάω. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωθα να πεινώ, ένιωθα. Άρπαξα ένα κομμάτι κρέας και το πέρασα στα χείλια μου, η ζουμερή του σάρκα έλιωνε ανάμεσα στα δόντια μου καθώς τα ζουμιά του τρέχαν στο λαιμό μου. Άρπαξα στα χέρια μου το ψωμί. Το καυτό σιτάρι μύριζε ξύλο και στάχτη, τα έβαλα στο στόμα μου κι άρχισα να μασουλάω τόσο δυνατά, τόσο γρήγορα, που να σιγουρευτώ πως είμαι ακόμα ζωντανός λες κι η επιβεβαίωση της ύπαρξής μου εξαρτιόταν από τούτο το καρβέλι. Ύστερα πήρα το μπολ με το νερό και το κατέβασα μονορούφι.
Ανάμεσα στα απαλά κομμάτια του ψωμιού και στα λύπη του κρέατος, ένας λυγμός, μια ταπεινή ανάσα θρυμμάτισε την πείνα μου. Το θηρίο μου με κοίταξε δακρυσμένο κι έκλεισε τα μάτια. Δίχως να σκεφτώ έτρεξα δίπλα του, για μια φορά έτρεξα δίπλα του δίχως να έχω ανάγκη από εκείνο. Όρμισα πάνω του και έσφιξα τη γούνα του στην αγκαλιά μου, φίλησα τα πόδια του, το πρόσωπό του. Καθώς περνούσα τα δάχτυλά μου πάνω στο δέρμα του ένιωσα δέκα λεπτούς μικρούς τοπογράφους να καταγράφουν τα κόκαλά του με περισσή λεπτομέρεια.   Τότε για πρώτη φορά στην εγωιστική μικροσκοπική ζωούλα μου ένιωσα τη μεγαλύτερη θλίψη, την τραγική λύπη της κατανόησης. Άρπαξα το κρέας και του το έφερα στο στόμα μα ήταν πολύ αδύναμο για να μασήσει κι έτσι το μάσησα εγώ και το έβαλα στο στόμα του, πήρα το ψωμί και το έλιωσα στις χούφτες μου προσπαθώντας να το ταΐσω. 
Κάποια στιγμή το θηρίο μου, ζήτησε νερό. Κοίταξα γύρω μα το μόνο νερό που υπήρχε ήταν εκείνο που με μανία είχα καταβροχθίσει εγώ. Τότε άνοιξα το στόμα του κι έβαλα το κεφάλι μου ανάμεσα στα κοφτερά του δόντια μα αυτή τη φορά δεν φοβόμουν, αυτή τη φορά ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Πέρασα γύρω μου το χέρι του και το αγκάλιαζα καθώς τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν. Το θηρίο έγλυψε με ευγνωμοσύνη τα μάτια μου κι όταν πια χόρτασε , γρύλισε ευχαριστημένο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Ύστερα ξάπλωσα δίπλα του κι εγώ κι αποκοιμήθηκα, για πρώτη φορά ονειρεύτηκα ήρεμα με ανοιχτά παντζούρια…. Κι ονειρεύτηκα ένα καλύτερο κόσμο κι ως τώρα που στα λέω αυτά παιδί μου δεν είδα όνειρο κακό ούτε ένιωσα άλλο φόβο.
Ο γέρος σηκώθηκε από το κρεβάτι κι έκανε μερικά δειλά βήματα προς την πόρτα, το θηρίο σηκώθηκε κι εκείνο σιγά σιγά και γέρικο πια δίχως δόντια, με θαμπό τρίχωμα και βαριά περπατησιά κατέβηκε μαζί του τη σκάλα. Ο γέρος ανάσανε ευχαριστημένος που  χρόνος είχε κάποτε ξεχάσει το παράγγελμα του κι ανασκαλεύοντας το χώμα σ’ ένα παρτέρι ντομάτες έσκυψε κι έκοψε ένα ντοματόφυλλο.  Ύστερα το έκοψε στη μέση κι αφού μύρισε τα δυο μισά έβαλε το ένα κομμάτι στο στόμα του και το άλλο στο στόμα του θηρίου. Το θηρίο άπλωσε το πόδι του στο πόδι του γέρου και τον κοίταξε στα μάτια. Ο γέρος κάθισε στο σκαλοπάτι σα μικρό παιδί και το θηρίο σαν κουτάβι ξάπλωσε χαρούμενο δίπλα του.
Ο εγγονός τους κοίταξε χαμογελαστός και χάιδεψε το δικό του θηρίο στη πλάτη.
-Παππού τελικά πως το λένε;
-Άλλοι το λένε Άγγελο, άλλοι Θηρίο, άλλοι το λένε Συνείδηση, άλλοι Ένστικτο παιδί μου
-Κι εσύ πως το λες;
-Εγώ το λέω Εαυτό παιδί μου. Είπε ο γέρος κι ο Εαυτός συμφώνησε ακουμπώντας το κεφάλι του στα γόνατα του ανθρώπου του.
-Τον εμπιστεύεσαι παππού;
Ο γέρος γέλασε. –Το θέμα είναι να με εμπιστεύεται εκείνος. Όλοι ερχόμαστε στον κόσμο με ένα θεριό παιδί μου, κι οι πιο πολλοί αναρωτιούνται αν τελικά το θεριό θα τους πληγώσει, αλλά καλέ μου, αυτό που δε ξέρουν οι πολλοί είναι πως εμείς πληγώνουμε το θεριό. Το θεριό δεν κάμει κακό, ο άνθρωπος κάμει. Το θεριό παιδί μου ξέρει μονάχα να δίνεται. Κι ο άνθρωπος ξέρει να παίρνει, ποιος λες να είναι πιο τρομαχτικός;
Το παιδί αγκάλιασε το θηρίο του, το έσφιξε τόσο δυνατά που το θηρίο δάκρυσε. Το θηρίο έμεινε για πάντα κοντά του, ο άνθρωπος παρέμεινε ασφαλής.





https://bluerabbit26.blogspot.com/2020/07/blog-post.html

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020

Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Κοζάνης 8/9/2020 "Ο υιός του ιού είναι υιός όλων μας".




 

"Ο υιός του ιού είναι υιός όλων μας".

Μια ομάδα ανθρώπων συνήθιζε να συναντιέται. Τώρα επιφυλάσσεται. Μια συνάθροιση ανθρώπων είναι πάντα μια πρωτότυπη εμπειρία για το ασυνείδητο, αλλά επιφυλάσσει και ορισμένες μορφές υποκειμενικότητας..Το ασυνείδητο στις μέρες της Καραντίνας  δεν ανατροφοδοτήθηκε επαρκώς επειδή η κοινωνικότητα  δεν ήταν προεπιλεγμένη.

Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Horizon line sessions της Blender Gallery


Ποιοί είναι οι εικαστικοί που εμφανίζονται στις οθόνες των υπολογιστών μας το καλοκαίρι του 2020;
 
Πότε αρχίζει η δημιουργία ενός έργου και τι σηματοδοτεί το τέλος της; Ποια είναι η δημιουργική διαδικασία του εκάστοτε εικαστικού;
 

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Οι ιστορίες του μπλε λαγού: Στον τρόπο του Αιγόκερω της Χριστίνας Κοντούλη




Στα ιερά της Δήμητρας, Ο Νίσος έβγαζε το στέμμα του σκασμένος από την ανυπόφορη καλοκαιρινή υγρασία και χάριζε απλόχερα το σώμα του στο Σαρωνικό. Οι Λέλεγες κι οι Κάρες ετοίμαζαν τις βαλίτσες τους για της θερινές αποδράσεις που είχαν σχεδιάσει πολύ πριν την απομόνωση των πόλεων. Ήρεμοι τώρα πίστευαν πως κάποτε δεν θα εξαφανιστούν κι ο δρόμος χαραγμένος σε ένα πανάρχαιο  gps  με βάση τον ήλιο θα εμφανίζονταν στις οπτικές οθόνες τους λίγο πριν λοξοδρομήσουν.
Ο Μίνωας είχε ανοίξει την πολεμική του κονσόλα και φορώντας τη διχαλωτή ολόχρυση παντούφλα του καλούσε τον αντίπαλο για game.
Άραγε στη Μήλο τρώνε τον καρπό της γνώσης ή μονάχα τον φορούν για όνομα στα βράχια τους;

"Πειραματικές περιπέτειες πάνω σε μια εκνευριστική τσίχλα" της Χριστίνας Κοντούλη




Ο Φουργκινιόν δεν επιδέχονταν  διορθώσεις στα αντικομφορμιστικά του πειράματα, γι’ αυτό κλειδώνονταν τις Κυριακές στο υπόγειο της γιαγιάς του, μαζί με όλα του τα συγκράματα και τους κιτρινισμένους του ποιητές με τα σκισμένα μπατζάκια από την πολυκαιρία και αναδεύοντας προσεχτικά τα εγκεφαλικά του κύτταρα προσπαθούσε να εξηγήσει τον κόσμο.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

Παραμπομπή στη Κωλογραφία της ζωής

ink on ricepaper, from my collection "Portraits of God"
  Μετά από αρκετό καιρό, αποστασιοποίησης από τον χώρο των εικαστικών μα όχι της Τέχνης, αποφάσισα να ανακοίνωσω την επανέναρξη της εμπλοκής μου μαζί με όλους όσους είνιαι θαμώνες του blog μας. Το τελευταίο καιρό ασχολούμαι με τη τέχνη του ενδύματος (ζωντανού γλυπτού) και με το κόσμο των video-games αφού πλέον αποτελούν μια ισχυρή βιομηχανία (η οποία ξεπερνάει το κεφάλαιο ακόμα και του Hollywood) όχι μόνο ψυχαγωγίας, μα και τέχνης. Εμπλέκοντας σκηνοθεσία, συγγραφή, εικαστικά, και φιλοσοφικά ψήγματα άλλοτε διακριτικά και άλλοτε πιο ξεκάθαρα, καθώς και μουσική και νοητική καλλιέργια.

1/1000

"Τι να κάνεις τις φουσκωμένες gallery και εκθέσεις, τι να τους κάνεις του χίλιους καλλιτέχνες, ή τους δέκα καλύτερους του αιώνα. Τι να κάνεις του σπόρους σου, αν η γη είναι στείρα."

Για όλα όσα συμβαίνουν, όχι μόνο στο σήμερα μα ανέκαθεν. Βάλε τον εγωισμό σου στην άκρη και δώσε λίγο από το φως σου, στα παιδιά. Ευχαριστώ τον Χάρη Κοντοσφύρη για όλα τα κεριά που μου άναψε, ελπίζω να καταφέρω να κάνω το ίδιο στο μέλλον.

 
   Με εκτίμηση στους συμπάσχοντες, και κατανόηση στους άτυχους
Ανδρεοσόπουλος Δημήτρης


Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Η αναγκαιότητα διδασκαλίας της τέχνης από δημιουργούς και η θέση της στο δημόσιο σχολείο

Οι δημιουργοί (καλλιτέχνες) οι οποίοι έχουν πλαισιώσει την πρακτική τους με θεωρητικές γνώσεις(σπουδές), γεφυρώνουν τα γνωστικά κενά εμπειρίας-γνώσης-πραγματικότητας και βοηθούν τους/τις μαθητές/τριες να αναπτύξουν μια βιωματική και αναλυτική κατανόηση της τέχνης. Μέσα από την άμεση επαφή και διάδραση με τις καλλιτεχνικές πρακτικές σε πραγματικές συνθήκες (εδώ φαίνεται και η αναγκαιότητα ύπαρξης εργαστηριακών υποδομών καθώς και συμμετοχής στα τοπικά δρώμενα) αποκτούν φωνή οι μαθητές/τριες.
Ιδιαίτερα τα συμμετοχικά-συνεργατικά project ενισχύουν την οριζόντια δυναμική και την ισοτιμία στην δράση/πράξη. Επιπλέον η τέχνη όταν διδάσκεται από δημιουργούς-βιωματικά, επιτρέπει να έχουμε πιο ξεκάθαρη κατανόηση του πραγματικού κόσμου (κοινωνικές, πολιτισμικές και επικοινωνιακές συνθήκες). Ενισχύει την αλληλεπίδραση, την αλληλουποστήριξη και την εμπιστοσύνη(δομικά στοιχεία του κοινωνικού κεφαλαίου).
Οι αναπαραστάσεις των ανθρώπων για τον εαυτό τους, τους άλλους ανθρώπους και την κοινωνία, επιδρούν και μετασχηματίζουν τη συμπεριφορά τους. Η τέχνη ως συμβολικός κώδικας, επιτρέπει την πρόσβαση, επεξεργασία και τον μετασχηματισμό τους.



Με αυτό το κείμενο έθεσα- όσο πιο απλοϊκά μπορούσα- το συλλογισμό μου σχετικά με την αναγκαιότητα ύπαρξης των τεχνών στο δημόσιο σχολείο και τη συμβολή της ιδιότητας του διδάσκοντα (στην μεταβίβαση του πολιτισμικού και ανθρώπινου κεφαλαίου).
Εμπνεύστηκα από τις ουσιώδεις διαφορές μεταξύ ποιοτικής και ποσοτικής προσέγγισης στην κοινωνική έρευνα, όπως και τον επιστημολογικό διαχωρισμό ανάμεσα στο κριτικό και θετικιστικό παράδειγμα.
Δεν υπάρχει κάτι να αποδείξουμε. Χρειάζεται όμως, νομίζω, να θέσουμε εκ νέου, τα ερωτήματα, τις παραδοχές και το πλαίσιο της παιδείας ως κοινωνικό αγαθό!


Στη φωτογραφία μαθητές και μαθήτριες της Α Δημοτικού σε σχολική εκδρομή στη φύση: θέμα οι ανθισμένες ροδακινιές στη Βέροια. (2018-2019) 

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Η Ιστορία και η Κληρονομιά-(υεΠέαιΤιειοΟΣ)


Παραπομπή στην μαλακία--->


   Αυτό ήταν το πρώτο του βήμα στην αυτοθυσία, όσο πίστευε ακόμα στην αθνρωπότητα.
Το επόμενο θα είναι το τελευταίο, το σενάριο ενός εξτρίμ συναισθηματικά και οπτικά δρόμενου, όπου θα καταθέσει μια κληρονομιά στο είδος μας, όχι μόνο σε όσους τυχαία παρευρεθούν. Αν είναι στη μοίρα του να επιλέξει, το πως θα φύγει από αυτό το κόσμο, να είστε σίγουροι πως θα μάθουν για τον μικρό και αδιάφορο άνρθωπο που ονομάζεται Δημήρης Ανδρεοσόπουλος, χωρίς κανένα νόημα ύπαρξης και ουσίας, όλοι σε όλο το κόσμο. Παιδιά και μεγάλοι, καλλιτέχνες και μη, θρησκευόμενοι και άθεοι. Θα αφήσει ένα στίγμα μικρό σαν κουκίδα στον καμβά της σύντομης ιστορίας της ανθρωπότητας. Μια κουκίδα ανάμεσα στο κρανίο και τον εγκέφαλο που δεν θα μπορεί κανείς να ξύσει όσο και να φαγουρίζεται. Ίσως αυτός ο κάποιος οδηγηθεί στην αυτοκτονία. 
  Αν δεν είναι στη μοίρα του, θα πεθάνει σα ζώο από φυσικά αίτια, στη ροή του ποταμού της ζωής. Η Γη επιβιώνει, η Ανθρωπότητα μετράει μέρες ζωής. Το χάος επικρατεί, η Άγνοια και η ματαιοδοξία, σε κάθε πτυχή της ύπαρξης σας. Μιλάτε και δεν λέτε τίποτα, ακούτε και καταλαβαίνετε τίποτα, κοιτάτε και βλέπετε ο,τι επιλέγετε να δείτε. Υπάρχετε και εκφυλίζετε. Σταυρώστε τον, ναι, εκείνον που δεν είναι κατανοητός, τον τρελό. Κάψτε τον και διαγράψτε τα κακώς κείμενα, ελαφρώστε το μαξιλάρι στο οποίο αράζει το κουτί του εγκεφάλου σας. Χύστε από οργασμό καθώς διασώζετε καθημερινά τη βιτρινά σας και με τα υγρά καθαρίστε τα γυαλιά σας. Είστε ευλογημένοι, και καλότυχοι, εσείς και όσοι.
Ξορκίστε τη κατάρα της συνείδησης. Σώστε το είδος μας, εξαφανίζοντας το.

=)

Είδωλα

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020

Ατομική Έκθεση NWW (new wild world)- Χάρης Μαργαρίτης 

Ο κόσμος άλλαξε πια και μαζί με αυτόν εαυτός. Δεν αντικρίζεται  ο συνάνθρωπος όπως πριν. Η μοναχικότητα ενός φόβου πραγματικού φαντάσματος,  τρομάζει. Η εισπνοή κρύβει κίνδυνο και γίνεται πολύτιμη. Η όσφρηση δεν μυρίζει, αλλά γνωρίζει, ότι υπάρχει εκεί, κάπου. Η αφή κάνει άγγιγμα σκεπτόμενο. Η αγάπη και η αγκαλιά κρατάει απόσταση πια. Η όραση ψάχνει απεγνωσμένα το αόρατο. Βγάλε τα ρούχα, μεταφορά αρρώστιας. Τι θα ακουστεί σήμερα; Το χαμόγελο κρύβεται. 

 Καλώς ήρθες στον Καινούριο Άγριο Κόσμο. 

(Θα έχει χρώμα η μοναξιά και η σκέψη, για να φαίνεται πιο όμορφη.)



Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Ναυτικό ημερολόγιο – Τα δαχτυλίδια του βαφτιστή κι ο αβάφτιστος που κράτησε το όνομά του. Της Χριστίνας Κοντούλη






-Οι όμορφοι άνθρωποι είναι όμορφοι όπως και να ‘χει, δεν χρειάζονται στολίδια. Το μεγαλύτερο στολίδι σ’ ένα σώμα  ή ένα πρόσωπο είναι ο χαρακτήρας. Ναι τα σώματα είναι όμορφα, ναι τα πρόσωπα είναι όμορφα κι αυτό είναι κάτι ελκυστικό, σε έναν κόσμο όπου το διαφορετικό είναι άσχημο, μήπως είμαστε όλοι άσχημοι; Έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι διαφορετικοί.

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

20 Χαϊκού από τον Γιώργο Πανταζή

Οι ιστορίες του μπλε λαγού: "Ο κύριος άτυχος " της Χριστίνας Κοντούλη


Ο κύριος άτυχος φορούσε πάντα καφέ παπούτσια με κορδόνια που έφταναν την έκταση των χεριών του στην ανάταση. Στα μάτια του είχε ένα ζευγάρι τριανταφυλλί γυαλιά ηλίου και γύριζε από σπίτι σε σπίτι πουλώντας εγκυκλοπαίδειες για τραίνα. Ήταν κρίμα θα έλεγε κανείς πως ποτέ δεν είχε κάνει ένα ταξίδι μακρύτερα από την μικρή γειτονιά του. Όμως κάθε φορά που αποφάσιζε να φύγει κάποιο παράδοξο γεγονός του στοίχιζε ακόμη ένα αχρησιμοποίητο εισιτήριο και λίγο βάρος στη διάθεσή του. Σκέφτονταν μερικές φορές πως θα ήταν μέσα στο μικρό βαγονάκι, έχοντας κατεβάσει το παράθυρο για να χτυπάει ο αέρας το πρόσωπό του, καθώς θα άπλωνε τα πόδια του ευχαριστημένος στο απέναντι κάθισμα. Δίπλα του η γυάλα με το χρυσόψαρό του, τον Φέλιξ θα ήταν στερεωμένη στο παλιό σακάκι του και το νερό της θα τρεμούλιαζε πότε
άγρια πότε απαλά ανάλογα με την πορεία τους.
 Ο κύριος Φέλιξ Λεβί, όπως ήταν και το δικό του όνομα, δεν είχε φύγει ποτέ από την πόλη. Πάντοτε λαχταρούσε να δει όλα εκείνα τα μέρη που είχε μάθει στο σχολείο, να γευτεί τους ξενικούς καρπούς και να πιεί μια τεκίλα φραγκοστάφυλο πλάι σε μια ευγενική συντροφιά μιλώντας όχι πια για όνειρα μα για την πολυτάραχη ζωή του. Οι συγγραφείς και οι ζωγράφοι θα των ενημέρωναν για τις τελευταίες εξελίξεις στον κόσμο της τέχνης ενώ οι ηθοποιοί θα πόζαραν με στόμφο και αυταρέσκεια μπροστά στο ειδυλλιακό τοπίο κρατώντας στα χέρια τους τα αυριανά αριστουργήματα που ακόμη δεν είχαν γραφτεί. Το βράδυ θα πήγαινε σε κάποιο τοπικό μπαρ όπου θα τους εντυπωσίαζε όλους με τις άψογες δεξιοτεχνικές του κινήσεις πάνω στα πλήκτρα του παλιού του ακορντεόν. Δεν θα χρειάζονταν πια την βαλίτσα με τις εγκυκλοπαίδειες γιατί θα γέμιζε τα χέρια του με άγριες, ελεύθερες νότες.
Ο κύριος Φέλιξ Λεβί έπινε τον καφέ του στο μπαλκόνι. Ξάφνου ένα ηλίθιο παραθρεμένο περιστέρι πέταξε πάνω από το φρεσκολουσμένο του κεφάλι και μια χοντρή κουτσουλιά μαρκάρισε το ανυποψίαστο κρανίο του βγάζοντάς τον από τα όνειρά του. Γρήγορα έτρεξε στο μπάνιο. Η κουτσουλιά είχε κιόλας διασχίσει το μέτωπό του κάνοντάς τον ναμοιάζει με ξεβαμμένο κλόουν. Πάντα ευγενής και οπτιμιστής κύριος Φέλιξ σκούπισε την "εικαστική παρέμβαση" του περιστεριού από το πρόσωπό του και φόρεσε το πουκάμισό που είχε αφήσει να στεγνώνει από την χτεσινή βροχή.




-"Τι να γίνει.." είπε χαμογελαστά κι ετοιμάστηκε για την δουλειά του.
Κάθε πρωί περνούσε από τον σταθμό των τραίνων σιδερένιες ρόδες τους ηχούσαν σαν τη γλυκύτερη μουσική στα αυτιά του καθώς απομακρύνονταν αφήνοντας πίσω πολύχρωμα ρούχα, χαρούμενα ή νευρικά πρόσωπα, λογιών λογιών λέξεις και φράσεις που απλώνονταν
σε όλη την έκταση του σταθμού πλημμυρίζοντας τον αέρα με κάτι από εξωτικό πανηγύρι. Ύστερα οι "διασκεδαστές" του απομακρύνονταν σιγά σιγά κι έμενε πάλι μόνος.
-"Μια μέρα θα τα καταφέρω" σκέφτηκε, "όμως γιατί να μην είναι σήμερα αυτή η μέρα;"
συνέχισε και έχωσε το χέρι του βαθιά στην τσέπη. Δυστυχώς το μόνο που υπήρχε εκεί ήταν ένα λιωμένο μπισκότο, μια καραμέλα βουτύρου, ένα μεταναστευτικό κουμπί άγνωστης προελεύσεως και μερικά ψηλά που δεν έφταναν παρά για ένα πακέτο τσιγάρα από τα μικρά. Απογοητευμένος ο κύριος Φέλιξ ξεφύσησε ξανά και συνέχισε τον δρόμο του.
-"Τι να γίνει.."
Θα ήταν μεσημέρι όταν ο φίλος μας πήρε το δρόμο του γυρισμού. Οι σκονισμένες εγκυκλοπαίδειες του είχαν κερδίσει άλλη μια μέρα φαγητού κι ίσως μια φθηνή μπύρα. Ξάφνου ένα χαρτί κόλλησε στο παπούτσι του. Τα χρώματά του του τράβηξαν την προσοχή ."αύριο κληρώνει" αναγράφονταν στο μπροστινό μέρος με χοντρά γράμματα. Ωστόσο ο
κύριος Φέλιξ δεν έδωσε σημασία. Προχώρησε μερικά τετράγωνα ως που το χαρτί ξεκόλλησε από την σόλα του. Στάθηκε για ένα λεπτό να ξεκουμπώσει το σακάκι του. Έκανε ζέστη. Μπροστά του, στην βιτρίνα ενός ταξιδιωτικού γραφείου στέκονταν το όνειρο, μερικές διαφημιστικές αφίσες προορισμών φλέρταραν μαζί του επιδυκνείοντας τα κάλλη τους, καλώντας τον σε μέρη εξωτικά, είδη αν τέντωνε τα αυτιά του μπορούσε να ακούσει τις ισπανικές κιθάρες, να μυρίσει τα μπαχαρικά στις αγορές της Αλεξάνδρειας και να γευτεί το τσάι του στις γειτονιές της Πόλης ,ο αέρας στα Χάιλαντς ήταν παγωμένος τέτοια εποχή, τα πόδια του βούλιαζαν στα σοκάκια του Εδιμβούργου και τα ψηλά κάστρα περίμεναν να του φανερώσουν τα μυστικά τους περάσματα.
Ξάφνου ένα χαριτωμένο χέρι ανασκάλεψε τις ονειροπολήσεις του. Μια χαμογελαστή κυρία με κόκκινο φουστάνι του έγνεψε μέσα από το τζάμι.
Ο κύριος Φέλιξ σήκωσε το χέρι του μα πριν προλάβει καλά καλά να επιστρέψει τον χαιρετισμό ένα αμάξι πέρασε δίπλα του και τον γέμισε με τα απομεινάρια της χτεσινής καταιγίδας. Όταν γύρισε το κεφάλι του
το όνειρο στο τζάμι είχε γεμίσει λάσπες και η χαμογελαστή κυρία είχε εξαφανιστεί.
-"Τι να γίνει...¨ είπε και συνέχισε τον δρόμο του.
Όταν έφτασε σπίτι κρέμασε το χαμόγελό του στην κρεμάστρα κι έβγαλε το σακάκι του. Ο Φέλιξ τον περίμενε μέσα στην ατάραχη γυάλα του, εξερευνώντας ξανά και ξανά το μικροσκοπικό κλουβί της μνήμης του, μέσα στο χρυσαφένιο μυαλό του σίγουρα η έκσταση  ήταν σταθερή αφού κάθε τρία λεπτά αντίκριζε το άγνωστο. Η καρδιά του θα χτυπούσε
κάθε συνεχώς από τη γλυκιά αγωνία της ανακάλυψης αφού μπορεί η σκέψη του να χάνονταν τόσο γρήγορα όμως οι χτύποι του ήταν είδη έτοιμοι να δεχτούν την περιπέτεια.
-"Τι παράξενο συλλογίστικε" ο κύριος Λεβί, "να έχεις μόλις δει τον κόσμο και να το ξεχνάς όμως η καρδιά να έχει τη δική της μνήμη".
-"3, 12, 22 , 7, 15..." Ο πρώτος αριθμός του λαχείου, "επαναλαμβάνω..." ο κύριος
Λεβί άπλωσε τον αφρό στο πρόσωπό του και γύρισε το κουμπί του ραδιοφώνου σφυρίζοντας ένα σκοπό που είχε ακούσει μικρός στα γενέθλια της Σάλι Μπέρκμαν.
Η κυρία Λόλα Μακφάρλαντ αγαπούσε τις μεσημεριανές ώρες, άπλωσε τα τρυφερά χεράκια της και τραβώντας τις τελευταίες πινελιές στο έργο της βγήκε να καπνίσει στο μπαλκόνι. Η δουλειά την είχε κουράσει σήμερα, θα'θελε τόσο να βρίσκονταν στο πατρικό της σπίτι, χωμένη στα απαλά σεντόνια που μύριζαν απορρυπαντικό λεμονιού. Η μαμά της
έφτιαχνε πάντοτε τάρτα λεμόνι τα καλοκαίρια... Είχε συνδυάσει την απαλή μυρωδιά, την άγρια γεύση με μια ήρεμη παιδική ανάμνηση. Σαν την ύστατη δοξαριά του ακριβότερου βιολιού της ορχήστρας, στέκονταν στον αέρα διασχίζοντας την τεντωμένη σιωπή ακόμη κι όταν το κονσέρτο είχε τελειώσει. Ξάφνου από το απέναντι παράθυρο
αναδύθηκε μια απαλή νότα της αγαπημένης της μελωδίας. Η κυρία Λόλα άπλωσε το χέρι να χαιρετήσει μα ο κύριος Λεβί είχε κιόλας κλείσει το μπουκαλάκι με την κολόνια. Τι παράξενο που τον έβλεπε για δεύτερη φορά σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια. Τον θυμόταν νέο. Είχε περάσει καιρός πια, τα α μαλλιά του αραίωσαν και θάμπωσαν και το
πρόσωπό του είχε σκαφτεί από βαθιές ρυτίδες όμως διατηρούσε πάντα την ίδια ευγενική όψη. Η κυρία Λόλα έτρεξε γρήγορα στην κρεβατοκάμαρά της κι αφήνοντας τα μαλλιά της να πέσουν λυτά στους ώμους της, τράβηξε ένα φουστάνι από την ντουλάπα. Το φόρεσε γρήγορα κι ετοιμάστηκε να βγει. Ένα ξαφνικό τηλεφώνημα όμως έκοψε τα σχέδιά της. Ο κύριος Λεβί κάθισε στο μπαλκόνι. Πήρε στα χέρια του τη σκούρα βαλίτσα κι έβγαλε από μέσα το ακορντεόν.
Η γειτονιά σιώπησε. Το ακορντεόν με τις πράσινες γιρλάντες ζητούσε την ακρόαση του κοινού. O κύριος Φέλιξ ήταν ένας καθημερινός άνθρωπος, δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο ή αξιοπρόσεχτο, εύκολα τον μπέρδευες με κάποιον άλλο όμως όταν κρατούσε το ακορντεόν, το καλοκαίρι σταματούσε στο μπαλκόνι του και κάθονταν ανάμεσα στους ατροφικούς του πανσέδες, με ματωμένα γόνατα και ιδρωμένο μπλουζάκι, με το παγωτό να τρέχει στα δάχτυλα δίχως να το αγγίζει η γλώσσα και μάτια εκστατικά όπως του εφήβου, το καλοκαίρι φορούσε το πρόσωπο των σκονισμένων φωτογραφιών από τα παιδικά του χρόνια  κι ανέσυρε μέσα από το ασπρόμαυρο σκηνικό εκείνο το ριγέ μπλουζάκι τόσο του άρεσε. Ντύνονταν όλο εκείνον, τόσο που όποιος περνούσε εκείνη την ώρα από την γειτονιά, δεν ήξερε πως να μιλήσει για την εποχή και την φώναζε με το όνομα του κύριου Λεβί. Ο κόσμος ντύνονταν από Φέλιξ. Οι ρυτίδες του έσβηναν και τα μαλλιά του ξανάβρισκαν το νεανικό τους χρώμα, η πλάτη του ίσιωνε και τα δάχτυλά του έτρεχαν σαν καστανά άλογα σε μια ευλαβική κούρσα προς το άγνωστο. Ο κύριος Φέλιξ κατείχε το μυστικό της νεότητας και το φιλούσε ανάμεσα σε σκονισμένα πλήκτρα και σκούρα κουμπιά. Για λίγο ο χρόνος σταματούσε σ'εκείνη τη γειτονιά της Μονμάρτης κι ο Ντόριαν Γκρέυ σφάδαζε μέσα από τις σελίδες του ζηλεύοντας που δεν μπόρεσε να βρει το μυστικό.
Ύστερα ο κύριος Λεβί έκλεινε πάλι το ακορντεόν στη βαλίτσα και το καλοκαίρι ξανάβρισκε το όνομά του .Η κυρία Λόλα άπλωσε και πάλι το χέρι της σαστισμένη. Έκανε να φωνάξει το όνομά του όμως η ζέστη της μπούκωνε το λάρυγγα, αφήνοντας μονάχα έναν αναστεναγμό. Ο κύριος Λεβί γύρισε παραξενεμένος, πρώτη φορά άκουγε κάποια αντίδραση στη μουσική του... ή μάλλον όχι ,δε ήταν η πρώτη φορά, κάποτε, όταν ήταν νέος θυμόταν να είχε ακούσει έναν τέτοιο αναστεναγμό. Έκανε να γυρίσει τους ώμους του όμως σκούντηξε το τραπεζάκι κι έχυσε όλη την κούπα με τον καφέ πάνω του.
-"Τι να γίνει.." συλλογίστικε χαμογελαστά και σηκώθηκε να φέρει μια πετσέτα.
Όμως η μαγική του φράση δεν ήταν πια και τόσο μαγική, κάτι είχε καθίσει στο κορμί του σαν πυρετός κι έκαιγε λίγο λίγο τις άκρες της."Τι να γίνει..”.Ο κύριος Φέλιξ έτρεξε στο παράθυρο, ήθελε να ξανακούσει αυτόν το αναστεναγμό, τα μάτια του καρφώθηκαν στον έξω κόσμο, ένιωθε τη γυάλα να σπάει. Το σούρουπο χόρευε στα γέλια των περαστικών και τις παλιές κεραίες στις ταράτσες, οι λάμπες του δρόμου είχαν ανάψει και στο απέναντι μπαλκόνι μια κυρία τάιζε την γάτα της φορώντας μια ημιδιάφανη γαλάζια ρόμπα. Ο κύριος Φέλιξ σήκωσε το χέρι του μα
ξαφνικά μια πολύχρωμη διαφήμιση προσγειώθηκε στο πρόσωπό του.
-"3,12,22,7,15... επαναλαμβάνω, ο τυχερός μας ακόμη δεν έχει βρεθεί..."
Ο κύριος Φέλιξ άλλαξε το σταθμό. Τώρα ένα βαλς απλώνονταν χρωματίζοντας πορτοκαλί του τοίχους του σπιτιού του καθώς το φως της λάμπας είχε αποφασίσει να σκηνογραφήσει το σκηνικό μέχρι την τελευταία γωνία των τοίχων. Έσφιξε στα χέρια του το διαφημιστικό φυλλάδιο καθώς η Πράγα τσαλακώνονταν ανάμεσα στα δάχτυλά του και τέντωσε το αυτί του να ακούσει.
Η κυρία με την γαλάζια ρόμπα τραγουδούσε ένα τραγούδι που ήξερε καλά. Εκείνο το βράδυ έμοιαζε με όλα τα άλλα, παρέες ξεπηδούσαν στους δρόμους χαχανίζοντας, πειράγματα και φθηνές μπύρες έστηναν το σκηνικό του, οι μαθήτριες σχολούσαν σε λίγο από το φροντιστήριο κι οι μαγαζάτορες έκλειναν βιαστικά τα ρολά χώνοντας το χέρι στην τσέπη με νωχελικά πρόσωπα, αγχωμένοι υπάλληλοι μιλούσαν στο τηλέφωνο 
κλείνοντας σοβαρές δουλειές και ραντεβού κι οι γέροι μονοπωλούσαν το καφενείο από κάτω. Όμως ήξερε εκείνο το τραγούδι κι η σκηνή είχε κιόλας στηθεί .Ο κύριος Φέλιξ άνοιξε την βαλιτσούλα του και παίρνοντας στα χέρια του το ακορντεόν έγνεψε στη δική του γλώσσα. Η κυρία Λόλα σήκωσε το βλέμμα της ανοιγοκλείνοντας τα χείλια. Για πρώτη φορά συναντήθηκαν. Ένα άρωμα λεμονιού χώθηκε επιτακτικά στις
μύτες και η μουσική πλημμύρισε τη σκηνή. Οι περαστικοί σήκωσαν τα μάτια προς τα πάνω και το καλοκαίρι έχασε το όνομά του για τα καλά.
Όταν σταμάτησε η μουσική ήταν είδη τρεις το ξημέρωμα. Ο δάσκαλος έκλεισε το ράδιο και πήγε να κοιμηθεί. Η Σιμόν κοιμόταν ήσυχα στο κρεβάτι, είχε τρεις βδομάδες ακόμη προθεσμία να παραδώσει τον πίνακα. Τράβηξε το σεντόνι από το πρόσωπό της και την φίλησε, έπειτα έβγαλε τα ρούχα του κι αφού ξάπλωσε δίπλα της έκλεισε τα μάτια. Αύριο
άνοιγαν τα σχολεία κι αυτή η ζέστη ήταν βασανιστική. Το μόνο που δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν αυτή η σπασμένη γυάλα στο δρόμο κι εκείνη η χαζή γάτα που αντί να φάει το ψάρι, το κράταγε αγκαλιά. Καθώς τα μάτια του έκλειναν από τη νύστα, το μόνο που είχε μείνει στο μυαλό του ήταν εκείνο το βαλσάκι, ο ήχος του ακορντεόν και πως θα ήταν αν δεν ήταν άνθρωπος, πόσο ξένοιαστη θα ήταν η ζωή του αν ήταν κάποιο ζώο. Κι ύστερα, τι περίεργη εικόνα! Αυτό το ψάρι θα πρέπει να ήταν πολύ τυχερό, να βρεθεί στην αγκαλιά μιας γάτας που δεν ήθελε να το φάει..Μα να το κρατάει με τόση στοργή.
-Ελπίζω η γαμημένη να βγάλει το σκασμό γιατί νυστάζω.
Είπε κι αποκοιμήθηκε καθώς η γάτα τραγουδούσε αυτό το παράξενο νιαούρισμα. Έμοιαζε λίγο με το τραγούδι του ραδιοφώνου.
-"3,12,22,7,15..., αύριο μπορεί να σταθώ τυχερός όπως αυτό το χαζοψάρι, θα΄πρεπε να το λένε Φέλιξ το ηλίθιο..αλλά τι ξέρει αυτό, αν ήταν άνθρωπος θα είχε σίγουρα κερδίσει το λαχείο!"




https://bluerabbit26.blogspot.com/2019/02/blog-post_15.html

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Ανοικτό Κάλεσμα για συν-δημιουργία εικαστικού έργου


Αγαπητοί φίλοι και φίλες, γνωστοί και άγνωστοι,

Ονομάζομαι Ιουλία Χαραλάμπους και είμαι Εικαστικός καλλιτέχνης .
Αυτήν την περίοδο στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος «Τέχνη και Δημόσια Σφαίρα» έχω ξεκινήσει ένα project / έργο με συλλογικό χαρακτήρα, με στόχο να ακουστεί η «Φωνή μας».
Σας καλώ, εάν το επιθυμείτε, να συμμετάσχετε στην δημιουργία του έργου με τίτλο ''άτιτλο'', στέλνοντάς μου ένα βίντεο (τραβηγμένο με το κινητό), διάρκειας 5-10 δευτερολέπτων, μέσα στο οποίο θα διατυπώσετε ΜΟΝΟ μία λέξη (- όποια λέξη επιθυμείς και σε εκφράζει) .
Την λέξη που θα επιλέξετε μπορείτε να την διατυπώσετε όπως επιθυμείτε, για παράδειγμα σιγά, φωναχτά, αργά, συλλαβιστά, με χαρά ή με κυνισμό κτλ.
Στην εικόνα του βίντεο μπορείς να φαίνεσαι εσύ δηλαδή το πορτρέτο σου ή Βέβαια να δείχνεις κάτι άλλο ή και τίποτα το συγκεκριμένο, για παράδειγμα ένα χρώμα-το παράθυρο-το πάτωμα κτλ.
Αυτά τα βίντεο θα συλλεχθούν - θα μονταριστούν και τέλος θα τα συνθέσω-συνδέσω σε ένα βίντεο όπου θα είναι όλα μαζί με στόχο να σχηματιστεί ένα συλλογικό "Ποίημα".
Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι υπάρχει η πρόθεση, ενδεχομένως, το έργο να παρουσιαστεί στο διαδίκτυο ή σε εικαστική έκθεση.
Για αυτό μαζί με το βίντεο σας παρακαλώ, οπωσδήποτε, να στείλετε το όνομα σας ή ένα ψευδώνυμο.
Τέλος είναι σημαντικό να σας ενημερώσω ότι θα συμπεριληφθείτε ως συν-δημιουργοί του έργου αυτού.
Μπορείτε να μου στείλετε τα βίντεο σας μέχρι και της 31 Μαΐου 2020.

Αναμένω με ανυπομονησία της λέξεις σας εδώ:
( facebook.com/iouliacharal) ή στο email: iuliachara@gmail.com
Ps1:Τα Βίντεο τα οποία θα στέλνονται χωρίς ονοματεπώνυμο ή ψευδώνυμο δεν θα περιληφθούν στο εν λόγο εγχείρημα - έργο.
Ps2: Η υλοποιήσει του έργου δεν θα γίνει για κερδοσκοπικούς σκοπούς.
Ps3: Για οποιαδήποτε διευκρινιστική ερώτηση ή απορία μπορείτε να με βρείτε εδώ: ( facebook.com/iouliacharal) ή στο mail: iuliachara@gmail.com
Ps4: Εάν επιθυμείτε να βοηθήσετε στην μεγαλύτερη συμμετοχή και συλλογή βίντεο μπορείτε να προωθήσετε το παρόν μήνυμα κάνοντας το κοινοποίηση στον τοίχο σας στο facebook είτε σε προσωπικό μήνυμα σε φίλες και φίλους .

Σας Ευχαριστώ πολύ για τον Χρόνο σας,
Φιλικά,
Ιουλία Χαραλάμπους
Εικαστικός

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΉ ΟΜΑΔΑ ΕΝ ΦΛΩ ΣΤΟ PLATFORMS PROJECT NET 2020 , ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΑΘΗΝΑΣ ,ΑΙΘΟΥΣΑ Ν. ΚΕΣΑΝΛΗΣ από τις 14 Μαΐου έως 31 Μαΐου 2020




   Ζωή Αντύπα"Note#1"


Η ατομικότητα ως ταυτότητα. Η ατομικότητα ως συνθήκη, το άτομο ως διακριτή οντότητα. Η ατομικότητα μέσα από τη συλλογικότητα, η ατομική έκφραση σε ένα συλλογικό δίκτυο. Η έμφυλη ταυτότητα για το άτομο και για το σύνολο. Αυτές είναι έννοιες τις οποίες επιχείρησε να προσεγγίσει φέτος η εικαστική ομάδα.

Τα έργα όλων των καλλιτεχνών είχαν τη μορφή του video και επρόκειται να προβληθούν στον χώρο με τον αριθμό 36 της αίθουσας Κεσσανλής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα.

ΕΝ ΕΤΕΙ covid 19 - Κατερίνα Κουνάβη



Κατερίνα Κουνάβη,

 Οι ιδέες δεν δημιουργούνται έρχονται σε μένα σαν τυχαίες συμπτώσεις. Μέσα μου, πραγματικά σαν από κάπου μέσα μου. Από ένα μικρό και σκοτεινό μέρος, τυφλό μέρος μέσα μου Αυτές τις δύσκολες μέρες συνεχίζεται αδιάκοπα ένα παιχνίδι με την Τέχνη. Τώρα ποια Τέχνη…… Ένας άλλος κόσμος που η ομορφιά του με συνεπαίρνει. παίρνει το θάρρος και με ξυπνά από τον βαθύ μου ύπνο δείχνοντας μου την παράσταση της πάνω σε μια ξύλινη σκηνή όπου πολύ εύκολα αν κάνω ένα βήμα χάνομαι στην αγεφύρωτη άβυσσο της Τέχνης. Μια ατέρμονη αναμέτρηση εν έτει  covid 19.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

Κάθε Μέρα LIVE μουσική μετάδοση από την ΣΟΝΕ

Κάθε μέρα από την σελίδα της ΣΟΝΕ στο Facebook στις 21:00, Live μουσική μετάδοση για εσάς!

Συνδεθείτε καθημερινά στις 21:00 με την σελίδα Συμφωνική Ορχήστρα Νέων Ελλάδος - Youth Symphony Orchestra of Greece

Η ΣΟΝΕ δίνει βήμα σε νέους καλλιτέχνες να παρουσιάσουν τη δουλειά τους.

Κάθε μέρα στις 21:00 εμφανίζεται ένας διαφορετικός καλλιτέχνης μέσα από την επίσημη σελίδα της ΣΟΝΕ στο Facebook. Καλή Θέαση!

Πηγή:
Με εκτίμηση: ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΝΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΣΟΝΕ)

Σ.Ο.Ν.Ε. - Συμφωνική Ορχήστρα Νέων Ελλάδος : https://www.facebook.com/SymfonikiOrxistraNeonEllados/?eid=ARAo6WyIQ8_WBxTm9kbHVaA9UNB3ZR9Sb3yWBTuO6WeqyoslkgBWlwvUkI4EKk33xER5EV3x3-H1HujX&timeline_context_item_type=intro_card_work&timeline_context_item_source=100044183988420&fref=tag&idU=3

Ο Νικόλας Αντωνίου σε εξ αποστάσεως παρουσίαση την Παρασκευή 8/5/2020 στις 10πμ στην εικονική αίθουσα του 2 έτους




Ο Νικόλας Αντωνίου είναι απόφοιτος της Σχολής Καλών τεχνών Φλώρινας και του 3ικαστικού 3ργαστηρίου. Θα μας συστήσει  την εικαστική του διαδρομή των τελευταίων οχτώ χρόνων σε εξ αποστάσεως παρουσίαση την Παρασκευή 8/5/2020 στις 10πμ στην εικονική αίθουσα του 2 έτους. Έχει πραγματοποιήσει δέκα ατομικές εκθέσεις από το 2013.