Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστίνα Κοντούλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστίνα Κοντούλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο-συνέχεια....της Χριστίνας Κοντούλη

 Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο-συνέχεια....


"Όταν διηγούνταν του ήταν εύκολη η δημιουργία από το μηδέν, μα στη ζωή δεν είχε ιδέα πως να κάνει το λεμόνι πέτρα κι ούτε ήταν σίγουρος πως η φόδρα θα έλαμπε το ίδιο με το μετάξι, κι αν το έκανε, θα ήταν τάχα καλό;" 

της Χριστίνας Κοντούλη

Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

...της Χριστίνας Κοντούλη

 Τι είναι τέχνη; Ποια ταξίδια μπορεί να μας προσφέρει η ερώτηση αυτή; Κάθε πότε διεκδικεί από εμάς, από πριν, από μετά μας, την απάντησή της; Ας σκεφτούμε τον ορισμό της ως την εικόνα μια παραλίας, κι ας τρέξουμε, ας παίξουμε κι ας εξερευνήσουμε , αφήνοντας την φαντασία μας να κάνει το σκουπίδι αστρόπλοιο και τη μορφοποίηση , συνέντευξή μας, αναίρεση, σκοπό και καταφύγιο μιας άψογα ατελούς φύσης.

της Χριστίνας Κοντούλη

Κυριακή 10 Απριλίου 2022

Επόμενο κεφάλαιο. Οι φίλοι μας βρίσκονται πια στην Αλεξάνδρεια. Της Χριστίνα Κοντούλη

 Επόμενο κεφάλαιο. Οι φίλοι μας βρίσκονται πια στην Αλεξάνδρεια. Ο Χριστόφορος  πρόκειται να επισκεφτεί το πατρικό του σπίτι καθώς το όνειρο ανασυντίθεται και αναπλάθετε. Δεν πειράζει αν δεν καταλαμβάνεται ή αν δυσκολεύστε με την ροή, άλλωστε οι μισές ιστορίες, η μισή αλήθεια δηλαδή, δημιουργεί την υπόλοιπη μέσα μας. Το νερό πάντα ρέει με τον τρόπο του μα και με εκείνον που νομίσαμε ήδη.......


Κεφάλαιο δέκατο τρίτο

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2022

Οι καλύτεροί μου φίλοι. Της Χριστίνας Κοντούλη

Οι καλύτεροί μου φίλοι

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

Οι καλύτεροί μου φίλοι είναι σαν τα σύννεφα. Ταξιδεύουν τον κόσμο όλο, δίχως να το σκεφτούν, γίνονται, μάζες, γίνονται συλλαλητήρια και επαναστάσεις, οι καλύτεροί μου φίλοι είναι διαδηλώσεις ουτοπίας μέσα στην καταχνιά της πραγματικότητας. Μοιάζουν με τον αστερίσκο του Uderzo , καθημερινά πλάσματα, μπορείς να τα δεις παντού. Έξυπνα, παράξενα, καβγατζίδικα , πολυμήχανα στις πόλεις, αδέξια στην φύση  και ταιριαστά στα ταβερνεία. Οι φίλοι μου κάθονται σε όλα τα τραπέζια και μοιράζονται τα ποτήρια τους. Οι φίλοι μου, ταξιδεύουν με παράφορα όνειρα στην φτέρνα κι αγαπιούνται παράνομα, οι φίλοι μου κατοικούν σε περίεργα και πολυσύχναστα σπίτια, φέρουν στα χείλη το ποτήρι όπως θα φέρναν την μεταλαβιά οι πιστοί κι έχουν για εκκλησία τους το γέλιο, την προτροπή , την κρίση και την μετάνοια, τους στίχους κάποιου χαμένου ποιητή που δεν πρόλαβε να τους γνωρίσει.  Ταξιδεύουν αντάμα με τον μικρό Μαλτέζο του Pratt  και ξαπλώνουν αθόρυβοι απέναντι από την έναστρη νύχτα. Με χοδοροφσκικούς συναισθηματισμούς και αλληγορίες ανταμώνουν μαυρομάτες πάνω από την σαλάτα τους και λείπουν. Οι φίλοι μου ταξιδεύουν ανάμεσα στους γαλαξίες τα βράδια κι άθελά τους κάνουν τα πόδια μου να τρέχουν στον ύπνο μου, πίνουν ένα κρασί στην απουσία μου και δακρύζουν στη θύμησή μου, οι φίλοι μου ταξιδεύουν στο χρόνο και διεκδικούν τον χώρο τους, με ονόματα, με σιωπηλές σοφιστείες και παράφωνα τραγούδια. Κάνουν λάθος στις κλίμακες και ανοίγουν το στόμα δίχως τον φόβο της επίκρισης , παρά δίνουν μια επίχριση ρυθμικού χτύπου στις νότες. Οι φίλοι μου είναι παλμοί, κάθε τους όνομα κι ένας χτύπος, κάθε χτύπος μια σκέψη, μια θύμηση, κάθε τους χτύπος και μια μέρα ζωής για μένα, κάθε τους χτύπος και μια μικρή επανάσταση, κάθε τους χτύπος και μια συλλαβή. Οι φίλοι μου είναι λέξεις που στάθηκαν άψογα η μια δίπλα στην άλλη, είναι οι κόκκοι της άμμου, είναι οι σταγόνες της θάλασσας, οι φίλοι μου είναι ένα αρχαίο μυστικό, ένα μωσαϊκό κρυμμένο, οι καλύτεροί μου φίλοι είναι ελεύθεροι. Τους γνωρίσατε στο στίχο, στον τοίχο, στο πρόσωπο, στην φωνή, στην ιστορία, σε μια υδατογραφία, στο πρωινό τσιγάρο, όλοι γνωρίζουν τους φίλους μου κι όλοι αράξαν μαζί τους έστω μια φορά, οι φίλοι μου είναι ποίηση, αγνή κι ατόφια, ανάσα αυτό είναι οι φίλοι μου κι οι φίλοι μου είναι δικοί σας και δικοί μου και κανενός, κάθε φορά που ανοίγετε τα χείλη. Οι φίλοι μου είναι αέρας και ταξιδεύουνε, οι φίλοι μου διαχέονται σαν τον ηλεκτρισμό κι αν με ρωτήσετε θα πω, πως οι φίλοι, οι καλύτεροι φίλοι είναι λίγοι, τόσοι όσοι οι χτύποι της θνητής μας καρδιάς, μες στην αιωνιότητα.


https://bluerabbit26.blogspot.com/2022/02/

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Οι ιστορίες του μπλε λαγού: Στον τρόπο του Αιγόκερω της Χριστίνας Κοντούλη




Στα ιερά της Δήμητρας, Ο Νίσος έβγαζε το στέμμα του σκασμένος από την ανυπόφορη καλοκαιρινή υγρασία και χάριζε απλόχερα το σώμα του στο Σαρωνικό. Οι Λέλεγες κι οι Κάρες ετοίμαζαν τις βαλίτσες τους για της θερινές αποδράσεις που είχαν σχεδιάσει πολύ πριν την απομόνωση των πόλεων. Ήρεμοι τώρα πίστευαν πως κάποτε δεν θα εξαφανιστούν κι ο δρόμος χαραγμένος σε ένα πανάρχαιο  gps  με βάση τον ήλιο θα εμφανίζονταν στις οπτικές οθόνες τους λίγο πριν λοξοδρομήσουν.
Ο Μίνωας είχε ανοίξει την πολεμική του κονσόλα και φορώντας τη διχαλωτή ολόχρυση παντούφλα του καλούσε τον αντίπαλο για game.
Άραγε στη Μήλο τρώνε τον καρπό της γνώσης ή μονάχα τον φορούν για όνομα στα βράχια τους;

"Πειραματικές περιπέτειες πάνω σε μια εκνευριστική τσίχλα" της Χριστίνας Κοντούλη




Ο Φουργκινιόν δεν επιδέχονταν  διορθώσεις στα αντικομφορμιστικά του πειράματα, γι’ αυτό κλειδώνονταν τις Κυριακές στο υπόγειο της γιαγιάς του, μαζί με όλα του τα συγκράματα και τους κιτρινισμένους του ποιητές με τα σκισμένα μπατζάκια από την πολυκαιρία και αναδεύοντας προσεχτικά τα εγκεφαλικά του κύτταρα προσπαθούσε να εξηγήσει τον κόσμο.

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Ναυτικό ημερολόγιο – Τα δαχτυλίδια του βαφτιστή κι ο αβάφτιστος που κράτησε το όνομά του. Της Χριστίνας Κοντούλη






-Οι όμορφοι άνθρωποι είναι όμορφοι όπως και να ‘χει, δεν χρειάζονται στολίδια. Το μεγαλύτερο στολίδι σ’ ένα σώμα  ή ένα πρόσωπο είναι ο χαρακτήρας. Ναι τα σώματα είναι όμορφα, ναι τα πρόσωπα είναι όμορφα κι αυτό είναι κάτι ελκυστικό, σε έναν κόσμο όπου το διαφορετικό είναι άσχημο, μήπως είμαστε όλοι άσχημοι; Έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι διαφορετικοί.

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Οι ιστορίες του μπλε λαγού: "Ο κύριος άτυχος " της Χριστίνας Κοντούλη


Ο κύριος άτυχος φορούσε πάντα καφέ παπούτσια με κορδόνια που έφταναν την έκταση των χεριών του στην ανάταση. Στα μάτια του είχε ένα ζευγάρι τριανταφυλλί γυαλιά ηλίου και γύριζε από σπίτι σε σπίτι πουλώντας εγκυκλοπαίδειες για τραίνα. Ήταν κρίμα θα έλεγε κανείς πως ποτέ δεν είχε κάνει ένα ταξίδι μακρύτερα από την μικρή γειτονιά του. Όμως κάθε φορά που αποφάσιζε να φύγει κάποιο παράδοξο γεγονός του στοίχιζε ακόμη ένα αχρησιμοποίητο εισιτήριο και λίγο βάρος στη διάθεσή του. Σκέφτονταν μερικές φορές πως θα ήταν μέσα στο μικρό βαγονάκι, έχοντας κατεβάσει το παράθυρο για να χτυπάει ο αέρας το πρόσωπό του, καθώς θα άπλωνε τα πόδια του ευχαριστημένος στο απέναντι κάθισμα. Δίπλα του η γυάλα με το χρυσόψαρό του, τον Φέλιξ θα ήταν στερεωμένη στο παλιό σακάκι του και το νερό της θα τρεμούλιαζε πότε
άγρια πότε απαλά ανάλογα με την πορεία τους.
 Ο κύριος Φέλιξ Λεβί, όπως ήταν και το δικό του όνομα, δεν είχε φύγει ποτέ από την πόλη. Πάντοτε λαχταρούσε να δει όλα εκείνα τα μέρη που είχε μάθει στο σχολείο, να γευτεί τους ξενικούς καρπούς και να πιεί μια τεκίλα φραγκοστάφυλο πλάι σε μια ευγενική συντροφιά μιλώντας όχι πια για όνειρα μα για την πολυτάραχη ζωή του. Οι συγγραφείς και οι ζωγράφοι θα των ενημέρωναν για τις τελευταίες εξελίξεις στον κόσμο της τέχνης ενώ οι ηθοποιοί θα πόζαραν με στόμφο και αυταρέσκεια μπροστά στο ειδυλλιακό τοπίο κρατώντας στα χέρια τους τα αυριανά αριστουργήματα που ακόμη δεν είχαν γραφτεί. Το βράδυ θα πήγαινε σε κάποιο τοπικό μπαρ όπου θα τους εντυπωσίαζε όλους με τις άψογες δεξιοτεχνικές του κινήσεις πάνω στα πλήκτρα του παλιού του ακορντεόν. Δεν θα χρειάζονταν πια την βαλίτσα με τις εγκυκλοπαίδειες γιατί θα γέμιζε τα χέρια του με άγριες, ελεύθερες νότες.
Ο κύριος Φέλιξ Λεβί έπινε τον καφέ του στο μπαλκόνι. Ξάφνου ένα ηλίθιο παραθρεμένο περιστέρι πέταξε πάνω από το φρεσκολουσμένο του κεφάλι και μια χοντρή κουτσουλιά μαρκάρισε το ανυποψίαστο κρανίο του βγάζοντάς τον από τα όνειρά του. Γρήγορα έτρεξε στο μπάνιο. Η κουτσουλιά είχε κιόλας διασχίσει το μέτωπό του κάνοντάς τον ναμοιάζει με ξεβαμμένο κλόουν. Πάντα ευγενής και οπτιμιστής κύριος Φέλιξ σκούπισε την "εικαστική παρέμβαση" του περιστεριού από το πρόσωπό του και φόρεσε το πουκάμισό που είχε αφήσει να στεγνώνει από την χτεσινή βροχή.




-"Τι να γίνει.." είπε χαμογελαστά κι ετοιμάστηκε για την δουλειά του.
Κάθε πρωί περνούσε από τον σταθμό των τραίνων σιδερένιες ρόδες τους ηχούσαν σαν τη γλυκύτερη μουσική στα αυτιά του καθώς απομακρύνονταν αφήνοντας πίσω πολύχρωμα ρούχα, χαρούμενα ή νευρικά πρόσωπα, λογιών λογιών λέξεις και φράσεις που απλώνονταν
σε όλη την έκταση του σταθμού πλημμυρίζοντας τον αέρα με κάτι από εξωτικό πανηγύρι. Ύστερα οι "διασκεδαστές" του απομακρύνονταν σιγά σιγά κι έμενε πάλι μόνος.
-"Μια μέρα θα τα καταφέρω" σκέφτηκε, "όμως γιατί να μην είναι σήμερα αυτή η μέρα;"
συνέχισε και έχωσε το χέρι του βαθιά στην τσέπη. Δυστυχώς το μόνο που υπήρχε εκεί ήταν ένα λιωμένο μπισκότο, μια καραμέλα βουτύρου, ένα μεταναστευτικό κουμπί άγνωστης προελεύσεως και μερικά ψηλά που δεν έφταναν παρά για ένα πακέτο τσιγάρα από τα μικρά. Απογοητευμένος ο κύριος Φέλιξ ξεφύσησε ξανά και συνέχισε τον δρόμο του.
-"Τι να γίνει.."
Θα ήταν μεσημέρι όταν ο φίλος μας πήρε το δρόμο του γυρισμού. Οι σκονισμένες εγκυκλοπαίδειες του είχαν κερδίσει άλλη μια μέρα φαγητού κι ίσως μια φθηνή μπύρα. Ξάφνου ένα χαρτί κόλλησε στο παπούτσι του. Τα χρώματά του του τράβηξαν την προσοχή ."αύριο κληρώνει" αναγράφονταν στο μπροστινό μέρος με χοντρά γράμματα. Ωστόσο ο
κύριος Φέλιξ δεν έδωσε σημασία. Προχώρησε μερικά τετράγωνα ως που το χαρτί ξεκόλλησε από την σόλα του. Στάθηκε για ένα λεπτό να ξεκουμπώσει το σακάκι του. Έκανε ζέστη. Μπροστά του, στην βιτρίνα ενός ταξιδιωτικού γραφείου στέκονταν το όνειρο, μερικές διαφημιστικές αφίσες προορισμών φλέρταραν μαζί του επιδυκνείοντας τα κάλλη τους, καλώντας τον σε μέρη εξωτικά, είδη αν τέντωνε τα αυτιά του μπορούσε να ακούσει τις ισπανικές κιθάρες, να μυρίσει τα μπαχαρικά στις αγορές της Αλεξάνδρειας και να γευτεί το τσάι του στις γειτονιές της Πόλης ,ο αέρας στα Χάιλαντς ήταν παγωμένος τέτοια εποχή, τα πόδια του βούλιαζαν στα σοκάκια του Εδιμβούργου και τα ψηλά κάστρα περίμεναν να του φανερώσουν τα μυστικά τους περάσματα.
Ξάφνου ένα χαριτωμένο χέρι ανασκάλεψε τις ονειροπολήσεις του. Μια χαμογελαστή κυρία με κόκκινο φουστάνι του έγνεψε μέσα από το τζάμι.
Ο κύριος Φέλιξ σήκωσε το χέρι του μα πριν προλάβει καλά καλά να επιστρέψει τον χαιρετισμό ένα αμάξι πέρασε δίπλα του και τον γέμισε με τα απομεινάρια της χτεσινής καταιγίδας. Όταν γύρισε το κεφάλι του
το όνειρο στο τζάμι είχε γεμίσει λάσπες και η χαμογελαστή κυρία είχε εξαφανιστεί.
-"Τι να γίνει...¨ είπε και συνέχισε τον δρόμο του.
Όταν έφτασε σπίτι κρέμασε το χαμόγελό του στην κρεμάστρα κι έβγαλε το σακάκι του. Ο Φέλιξ τον περίμενε μέσα στην ατάραχη γυάλα του, εξερευνώντας ξανά και ξανά το μικροσκοπικό κλουβί της μνήμης του, μέσα στο χρυσαφένιο μυαλό του σίγουρα η έκσταση  ήταν σταθερή αφού κάθε τρία λεπτά αντίκριζε το άγνωστο. Η καρδιά του θα χτυπούσε
κάθε συνεχώς από τη γλυκιά αγωνία της ανακάλυψης αφού μπορεί η σκέψη του να χάνονταν τόσο γρήγορα όμως οι χτύποι του ήταν είδη έτοιμοι να δεχτούν την περιπέτεια.
-"Τι παράξενο συλλογίστικε" ο κύριος Λεβί, "να έχεις μόλις δει τον κόσμο και να το ξεχνάς όμως η καρδιά να έχει τη δική της μνήμη".
-"3, 12, 22 , 7, 15..." Ο πρώτος αριθμός του λαχείου, "επαναλαμβάνω..." ο κύριος
Λεβί άπλωσε τον αφρό στο πρόσωπό του και γύρισε το κουμπί του ραδιοφώνου σφυρίζοντας ένα σκοπό που είχε ακούσει μικρός στα γενέθλια της Σάλι Μπέρκμαν.
Η κυρία Λόλα Μακφάρλαντ αγαπούσε τις μεσημεριανές ώρες, άπλωσε τα τρυφερά χεράκια της και τραβώντας τις τελευταίες πινελιές στο έργο της βγήκε να καπνίσει στο μπαλκόνι. Η δουλειά την είχε κουράσει σήμερα, θα'θελε τόσο να βρίσκονταν στο πατρικό της σπίτι, χωμένη στα απαλά σεντόνια που μύριζαν απορρυπαντικό λεμονιού. Η μαμά της
έφτιαχνε πάντοτε τάρτα λεμόνι τα καλοκαίρια... Είχε συνδυάσει την απαλή μυρωδιά, την άγρια γεύση με μια ήρεμη παιδική ανάμνηση. Σαν την ύστατη δοξαριά του ακριβότερου βιολιού της ορχήστρας, στέκονταν στον αέρα διασχίζοντας την τεντωμένη σιωπή ακόμη κι όταν το κονσέρτο είχε τελειώσει. Ξάφνου από το απέναντι παράθυρο
αναδύθηκε μια απαλή νότα της αγαπημένης της μελωδίας. Η κυρία Λόλα άπλωσε το χέρι να χαιρετήσει μα ο κύριος Λεβί είχε κιόλας κλείσει το μπουκαλάκι με την κολόνια. Τι παράξενο που τον έβλεπε για δεύτερη φορά σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια. Τον θυμόταν νέο. Είχε περάσει καιρός πια, τα α μαλλιά του αραίωσαν και θάμπωσαν και το
πρόσωπό του είχε σκαφτεί από βαθιές ρυτίδες όμως διατηρούσε πάντα την ίδια ευγενική όψη. Η κυρία Λόλα έτρεξε γρήγορα στην κρεβατοκάμαρά της κι αφήνοντας τα μαλλιά της να πέσουν λυτά στους ώμους της, τράβηξε ένα φουστάνι από την ντουλάπα. Το φόρεσε γρήγορα κι ετοιμάστηκε να βγει. Ένα ξαφνικό τηλεφώνημα όμως έκοψε τα σχέδιά της. Ο κύριος Λεβί κάθισε στο μπαλκόνι. Πήρε στα χέρια του τη σκούρα βαλίτσα κι έβγαλε από μέσα το ακορντεόν.
Η γειτονιά σιώπησε. Το ακορντεόν με τις πράσινες γιρλάντες ζητούσε την ακρόαση του κοινού. O κύριος Φέλιξ ήταν ένας καθημερινός άνθρωπος, δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο ή αξιοπρόσεχτο, εύκολα τον μπέρδευες με κάποιον άλλο όμως όταν κρατούσε το ακορντεόν, το καλοκαίρι σταματούσε στο μπαλκόνι του και κάθονταν ανάμεσα στους ατροφικούς του πανσέδες, με ματωμένα γόνατα και ιδρωμένο μπλουζάκι, με το παγωτό να τρέχει στα δάχτυλα δίχως να το αγγίζει η γλώσσα και μάτια εκστατικά όπως του εφήβου, το καλοκαίρι φορούσε το πρόσωπο των σκονισμένων φωτογραφιών από τα παιδικά του χρόνια  κι ανέσυρε μέσα από το ασπρόμαυρο σκηνικό εκείνο το ριγέ μπλουζάκι τόσο του άρεσε. Ντύνονταν όλο εκείνον, τόσο που όποιος περνούσε εκείνη την ώρα από την γειτονιά, δεν ήξερε πως να μιλήσει για την εποχή και την φώναζε με το όνομα του κύριου Λεβί. Ο κόσμος ντύνονταν από Φέλιξ. Οι ρυτίδες του έσβηναν και τα μαλλιά του ξανάβρισκαν το νεανικό τους χρώμα, η πλάτη του ίσιωνε και τα δάχτυλά του έτρεχαν σαν καστανά άλογα σε μια ευλαβική κούρσα προς το άγνωστο. Ο κύριος Φέλιξ κατείχε το μυστικό της νεότητας και το φιλούσε ανάμεσα σε σκονισμένα πλήκτρα και σκούρα κουμπιά. Για λίγο ο χρόνος σταματούσε σ'εκείνη τη γειτονιά της Μονμάρτης κι ο Ντόριαν Γκρέυ σφάδαζε μέσα από τις σελίδες του ζηλεύοντας που δεν μπόρεσε να βρει το μυστικό.
Ύστερα ο κύριος Λεβί έκλεινε πάλι το ακορντεόν στη βαλίτσα και το καλοκαίρι ξανάβρισκε το όνομά του .Η κυρία Λόλα άπλωσε και πάλι το χέρι της σαστισμένη. Έκανε να φωνάξει το όνομά του όμως η ζέστη της μπούκωνε το λάρυγγα, αφήνοντας μονάχα έναν αναστεναγμό. Ο κύριος Λεβί γύρισε παραξενεμένος, πρώτη φορά άκουγε κάποια αντίδραση στη μουσική του... ή μάλλον όχι ,δε ήταν η πρώτη φορά, κάποτε, όταν ήταν νέος θυμόταν να είχε ακούσει έναν τέτοιο αναστεναγμό. Έκανε να γυρίσει τους ώμους του όμως σκούντηξε το τραπεζάκι κι έχυσε όλη την κούπα με τον καφέ πάνω του.
-"Τι να γίνει.." συλλογίστικε χαμογελαστά και σηκώθηκε να φέρει μια πετσέτα.
Όμως η μαγική του φράση δεν ήταν πια και τόσο μαγική, κάτι είχε καθίσει στο κορμί του σαν πυρετός κι έκαιγε λίγο λίγο τις άκρες της."Τι να γίνει..”.Ο κύριος Φέλιξ έτρεξε στο παράθυρο, ήθελε να ξανακούσει αυτόν το αναστεναγμό, τα μάτια του καρφώθηκαν στον έξω κόσμο, ένιωθε τη γυάλα να σπάει. Το σούρουπο χόρευε στα γέλια των περαστικών και τις παλιές κεραίες στις ταράτσες, οι λάμπες του δρόμου είχαν ανάψει και στο απέναντι μπαλκόνι μια κυρία τάιζε την γάτα της φορώντας μια ημιδιάφανη γαλάζια ρόμπα. Ο κύριος Φέλιξ σήκωσε το χέρι του μα
ξαφνικά μια πολύχρωμη διαφήμιση προσγειώθηκε στο πρόσωπό του.
-"3,12,22,7,15... επαναλαμβάνω, ο τυχερός μας ακόμη δεν έχει βρεθεί..."
Ο κύριος Φέλιξ άλλαξε το σταθμό. Τώρα ένα βαλς απλώνονταν χρωματίζοντας πορτοκαλί του τοίχους του σπιτιού του καθώς το φως της λάμπας είχε αποφασίσει να σκηνογραφήσει το σκηνικό μέχρι την τελευταία γωνία των τοίχων. Έσφιξε στα χέρια του το διαφημιστικό φυλλάδιο καθώς η Πράγα τσαλακώνονταν ανάμεσα στα δάχτυλά του και τέντωσε το αυτί του να ακούσει.
Η κυρία με την γαλάζια ρόμπα τραγουδούσε ένα τραγούδι που ήξερε καλά. Εκείνο το βράδυ έμοιαζε με όλα τα άλλα, παρέες ξεπηδούσαν στους δρόμους χαχανίζοντας, πειράγματα και φθηνές μπύρες έστηναν το σκηνικό του, οι μαθήτριες σχολούσαν σε λίγο από το φροντιστήριο κι οι μαγαζάτορες έκλειναν βιαστικά τα ρολά χώνοντας το χέρι στην τσέπη με νωχελικά πρόσωπα, αγχωμένοι υπάλληλοι μιλούσαν στο τηλέφωνο 
κλείνοντας σοβαρές δουλειές και ραντεβού κι οι γέροι μονοπωλούσαν το καφενείο από κάτω. Όμως ήξερε εκείνο το τραγούδι κι η σκηνή είχε κιόλας στηθεί .Ο κύριος Φέλιξ άνοιξε την βαλιτσούλα του και παίρνοντας στα χέρια του το ακορντεόν έγνεψε στη δική του γλώσσα. Η κυρία Λόλα σήκωσε το βλέμμα της ανοιγοκλείνοντας τα χείλια. Για πρώτη φορά συναντήθηκαν. Ένα άρωμα λεμονιού χώθηκε επιτακτικά στις
μύτες και η μουσική πλημμύρισε τη σκηνή. Οι περαστικοί σήκωσαν τα μάτια προς τα πάνω και το καλοκαίρι έχασε το όνομά του για τα καλά.
Όταν σταμάτησε η μουσική ήταν είδη τρεις το ξημέρωμα. Ο δάσκαλος έκλεισε το ράδιο και πήγε να κοιμηθεί. Η Σιμόν κοιμόταν ήσυχα στο κρεβάτι, είχε τρεις βδομάδες ακόμη προθεσμία να παραδώσει τον πίνακα. Τράβηξε το σεντόνι από το πρόσωπό της και την φίλησε, έπειτα έβγαλε τα ρούχα του κι αφού ξάπλωσε δίπλα της έκλεισε τα μάτια. Αύριο
άνοιγαν τα σχολεία κι αυτή η ζέστη ήταν βασανιστική. Το μόνο που δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν αυτή η σπασμένη γυάλα στο δρόμο κι εκείνη η χαζή γάτα που αντί να φάει το ψάρι, το κράταγε αγκαλιά. Καθώς τα μάτια του έκλειναν από τη νύστα, το μόνο που είχε μείνει στο μυαλό του ήταν εκείνο το βαλσάκι, ο ήχος του ακορντεόν και πως θα ήταν αν δεν ήταν άνθρωπος, πόσο ξένοιαστη θα ήταν η ζωή του αν ήταν κάποιο ζώο. Κι ύστερα, τι περίεργη εικόνα! Αυτό το ψάρι θα πρέπει να ήταν πολύ τυχερό, να βρεθεί στην αγκαλιά μιας γάτας που δεν ήθελε να το φάει..Μα να το κρατάει με τόση στοργή.
-Ελπίζω η γαμημένη να βγάλει το σκασμό γιατί νυστάζω.
Είπε κι αποκοιμήθηκε καθώς η γάτα τραγουδούσε αυτό το παράξενο νιαούρισμα. Έμοιαζε λίγο με το τραγούδι του ραδιοφώνου.
-"3,12,22,7,15..., αύριο μπορεί να σταθώ τυχερός όπως αυτό το χαζοψάρι, θα΄πρεπε να το λένε Φέλιξ το ηλίθιο..αλλά τι ξέρει αυτό, αν ήταν άνθρωπος θα είχε σίγουρα κερδίσει το λαχείο!"




https://bluerabbit26.blogspot.com/2019/02/blog-post_15.html

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Της Χριστίνας Κοντούλη

Εταιρία Προμηθέας



















Με μια όψη θανάτου μέσα από το λάρυγγα χαιρετηθήκαμε. Ξέραμε πως δε θα ξαναϊδωθούμε.



Στάθηκε μπροστά στο απόσπασμα, με μάτια σκούρα, τα ρούχα της ήταν κουρελιασμένα και βρώμικα και τα χέρια της αδυνατισμένα, γεμάτα μελανιές. Κοίταξε γύρω της, άχνα, σιωπή, δεν έβγαινε από τα χείλια ούτε ανάσα.  Η τραγουδίστρια έκανε το πρώτο βήμα κι έπειτα τα πόδια της λύγισαν και σωριάστηκε λιπόθυμη στο χώμα. Οι άλλοι τη μάζεψαν γρήγορα γρήγορα μα οι στρατιώτες τους σταμάτησαν.
-Αφήστε την κάτω. Ούρλιαξε ένας από αυτούς.
Εμείς κοιτάξαμε σαστισμένοι.
-Αφήστε την ξαναφώναξε κι εμείς άυπνοι πεινασμένοι, ξεχασμένοι από το θεό υποκύψαμε στον άνθρωπο.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι των νέων επαναλαμβανόμενων εποχών.




Της Χριστίνας Κοντούλη








…Κι έβλεπα τον κόσμο να πεθαίνει στα πεζοδρόμια, διάβαζα για συλλήψεις που ο νους μου δε μπορούσε να συλλάβει, κυνηγητά, σε ένα τόπο που διατυμπάνιζαν καθημερινά την ελευθερία του. Μια αιματοβαμμένη ελευθερία, μια ελευθερία που θα έπρεπε να θυμάται να κρατά σφιχτά, μα ήξερε μονάχα να την κοιμίζει…

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος(;) Της Χριστίνας Κοντούλη











Στον Δημήτρη

Υπάρχουν 2 είδη ανθρώπων: αυτοί που είναι εύκολο να είσαι μαζί τους, αλλά εξίσου εύκολο να είσαι χωρίς αυτούς και αυτοί που είναι δύσκολο να είσαι μαζί τους, αλλά αδύνατο να ζήσεις χωρίς αυτούς.
— Έρνεστ Χέμινγουεϊ

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Φθηνά παραμύθια για την ελίτ, ζωές με το μέτρο. Της Χριστίνας Κοντούλη


Για τον Παύλο












Φθηνά παραμύθια για την ελίτ, ζωές με το μέτρο.


Της Χριστίνας Κοντούλη




Οι καμπάνες των τηλεοράσεων σήμαναν τον εσπερινό. Στα μέσα μαζικής δικτύωσης έπεσε το σύνθημα για το βράδυ κι αφού επαναλάβαμε το διάβασμα των ιερών άρθρων και ξέραμε τα λόγια καλά αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για τη λιτανεία. Υπέρ αναπαύσεως των ψυχών, ούρλιαξε το κράτος κι εμείς φωνάξαμε πίσω του ψιθυριστά, καμία ανάπαυση των καταδικασμένων. Ντυθήκαμε με μαύρα ρούχα, όχι τόσο από πένθος όσο από φόβο μήπως στο δρόμο αναγνώριζε κανείς το μέσα μας, τους λόγους που μας οδηγούσαν απόψε στο προσκύνημα, τους λόγους που θα ανάβαμε τσιγάρο με το άγριο φως κι άλλοι για να διατηρήσουμε την ηρεμία μας μες στο σκοτάδι. Υπήρχαν δυο ειδών φώτα, ήταν τα φώτα που ελπίζαμε να ανάψουν στη σκέψη και να δούμε τον φόβο, να τον παρατηρήσουμε, να μυρίσουμε τη μυρωδιά του, να νιώσουμε το χνώτο του του δίπλα μας κι έπειτα αρπάζοντας τoν από τις τρίχες να καλπάσουμε πάνω του καταδικάζοντάς τον σε υποταγή για να γλυτώσουμε τη δική μας. Ύστερα ήταν τα φώτα των δρόμων, τεχνητά, άκομψα λουστραρισμένα λαμπιόνια, έρχονταν πλάι με τα φώτα των πλαστικών στρατιωτών που κράδαιναν μικρά ρόπαλα που τους χάρισε η μητερούλα κι ούρλιαζαν σαν σειρήνες ασθενοφόρων χτυπώντας για σένα, για μένα, για όλους, εμένα, εσένα κι όλους μας. Εμείς κρυβόμασταν από νωρίς στα σκοτάδια, μονάχα στο σκοτάδι άλλωστε έβλεπες το δυνατότερο φως. Εκείνοι φοβόταν το σκοτάδι, τσίριζαν, φώναζαν, έκλαιγαν κι απειλούσαν όταν νύχτωνε Αργότερα ψέκαζαν τις πόλεις τα βράδια με ιλουστρασιόν δακρυγόνα και στόλιζαν τις βαρύγδουπες στολές τους με χαμόγελα νέον για μας, για να τους βλέπουμε καλύτερα, να τους αναγνωρίζουμε καλύτερα, να υποτάξουν εκείνοι τα θηρία, τους φόβους που εμείς δεν προλάβαμε.

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

Ναυτικό ημερολόγιο - Στην Ατάρ οι θεοί προσκυνούν τις κόκκινες κάλτσες Της Χριστίνας Κοντούλη














Έμοιαζε σαν να προσεύχεστε με τα χέρια της καθώς λικνίζονταν στην μυστηριακή συχνότητα. Τα χέρια της πήγαιναν κι έρχονταν με την μορφή κόκκινων εξωτικών πουλιών, γυρνούσαν γύρω από το πρόσωπό μου, δεν ήμουν σίγουρος, ίσως και να γυρνούσα γύρω της εγώ..

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Ναυτικό ημερολόγιο – Τα δαχτυλίδια του βαφτιστή κι ο αβάφτιστος που κράτησε το όνομά του.

Της Χριστίνας Κοντούλη




-Οι όμορφοι άνθρωποι είναι όμορφοι όπως και να ‘χει, δεν χρειάζονται στολίδια. Το μεγαλύτερο στολίδι σ’ ένα σώμα  ή ένα πρόσωπο είναι ο χαρακτήρας. Ναι τα σώματα είναι όμορφα, ναι τα πρόσωπα είναι όμορφα κι αυτό είναι κάτι ελκυστικό, σε έναν κόσμο όπου το διαφορετικό είναι άσχημο, μήπως είμαστε όλοι άσχημοι; Έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι διαφορετικοί.



Πάνω στη γαλάζια ερημιά γράψαμε το όνομά της, από όταν γεννήθηκε μας έμαθαν να τη λέμε θάλασσα, εμείς την λέγαμε ελευθερία. Όταν μιλούσαμε για εκείνη κι όταν τη φανταζόμασταν, όταν τη σιχτιρίζαμε κι όταν κλαίγαμε να την μεγαλώσουμε κι άλλο, πάντα τότε μόνο της δίναμε το πρόσωπό της. Κυρά με τα χίλια πρόσωπα, τα χίλια φύλλα, χίλια έθνη και μια γλώσσα συρτή γεμάτη υγρασία, σκληρή κι αμείλικτη, υπομονετική, χρόνια έγλυφε την πέτρα μέχρι να λιώσει να περάσει κι άλλες φορές ανυπόμονη κι άγρια ανέβαινε πάνω από τα βράχια να ηρεμήσει τα δίκια της. Εμείς θυσιάζαμε σ’ εκείνη πριν το ταξίδι και τη γεμίζαμε με άχρηστα δώρα και φυλακτά, άλλοι φορώντας το πρόσωπο της Αγαύης κι άλλοι σοφότεροι κέρδιζαν την εύνοια της δένοντας τα μάτια τους μ’ ένα μαντίλι κι αποτυφλώνονταν, παραδίνονταν στη θέλησή της και περπατούσαν στο κύμα αφήνοντας πίσω τους πατημασιές χρησμούς για τους μύστες. Κάποιοι στάθηκαν μπροστά της ντυμένοι αλαζονικοί Πενθέες μα σαν το ρούχο τους, σχίστηκαν κι εκείνοι κι έμεινε μονάχα το θλιβερό, το κακόηχο προσωπείο…
Κι εμείς νεοσσοί κι ασχημάτιστοι, αφύλαχτοι, ανεβήκαμε στο καράβι, με σώματα τρυφερά κι ανέγγιχτα, γυμνά, ντροπιασμένα για την άγνοιά μας, να κάνουμε την πρώτη μας θυσία.
-Αφήστε τα γούρια των γονιών σας, τα πορτοφόλια σας κι όσα έχετε ντυθεί, αφήστε ό,τι κουβαλάτε μαζί σας, αφήστε τις φωτογραφίες των φίλων και των ερώτων σας, αφήστε τους λογαριασμούς σας, άμα θα συναντήσετε την θάλασσα , άμα θα συναντήσετε την ελευθερία θα’ χετε μαζί ό,τι θα είχατε στο θάνατο. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα ’ρθει μαζί σας στην ελευθερία παρά μόνο ό,τι χωράει στο κεφάλι σας, ακόμα και το ίδιο σας το σώμα, σήμερα μένει εδώ.
Ένας ψηλός γέρος βγήκε από την καμπίνα. Τα μάτια του ήταν παράξενα, θολά. Το πρόσωπό του είχε κάτι ακόμη πιο περίεργο, σε κάθε έναν μας έμοιαζε αλλιώς, κανένας δεν μπορούσε να τον περιγράψει κι όμως για όλους είχε κάτι γνώριμο. Στα δάχτυλά του φορούσε δώδεκα δαχτυλίδια. Κάποια από αυτά ήταν γυρισμένα ανάποδα κι είχανε πάνω μια μικρή σκαλιστή άγκυρα, τα άλλα δεν μπορούσα να τα δω καλά μα είχα την αίσθηση πως κάποιο από αυτά έγραφε τα ονόματά μας… Ο καπετάνιος ήρθε προς το μέρος μας και πιάνοντας έναν από το σβέρκο του βούτηξε το κεφάλι στο νερό.
Έπειτα από λίγο κι ενώ εμείς κοιτούσαμε με αγωνία, ο άνθρωπος έπαψε να κουνιέται. Τότε ο καπετάνιος τράβηξε τα χέρια του κι ο άνθρωπος σηκώθηκε με το νέο του δέρμα. Στο σώμα του είχαν σχηματιστεί τα όπλα του. Ένα ασημένιο μελάνι έβγαινε από τη θάλασσα κι απλώνονταν απάνω του παίρνοντας σχήματα που έμοιαζαν με αστερισμούς.
-Τώρα ανήκεις στη σκέψη σου, τώρα ανήκεις στην κρίση σου, τώρα ανήκεις σ’ εσένα. Πάνω σου να γράφονται οι επιλογές σου, πάνω σου να γράφονται οι πράξεις σου, βαφτίζεται ελεύθερο το σώμα σου, πάρε τα χρώματα και το όνομα που διάλεξες, ας είναι δυνατά τα μάτια σου να βλέπουν την αλήθεια, ας είναι δυνατά τα αυτιά σου να την βρίσκουν μέσα στα ψέματα, ας είναι δυνατή η μύτη σου να βρίσκεις τα χνάρια της, ας είναι δυνατή η γλώσσα κι ας είναι δυνατά τα χέρια σου να την πουν, να την κρατήσουν, σε παραδίνω στην σκέψη σου, ας σε παραδώσει κι η ελευθερία σ’ εσένα. Είπε ο καπετάνιος και ντύνοντας τον άνθρωπο με πορφυρά και μοβ του ψιθύρισε το όνομά του. 
Όταν έφταναν οι βαφτίσεις στους τελευταίους, στο κατάστρωμα είχαν συγκεντρωθεί λογιών λογιών πλάσματα και μας κοιτούσαν από ψηλά, κάθε βαφτισμένος είχε πάρει τη θέση του ανάμεσα στις κάστες, τη μορφή, τα αστέρια και το όνομά του. Κάποτε έφτασε και σ’ εμάς η ώρα. Πήγα πρώτος μπροστά στον καπετάνιο και του έδηξα τα υπάρχοντά μου. Δεν είχα φωτογραφίες αγαπημένων, ούτε φυλαχτά, δεν είχα χρήματα, ούτε λογαριασμούς, δεν είχα τίποτα. Ο καπετάνιος με κοίταξε καλά από πάνω μέχρι κάτω.
-Πως σε λένε;
-Όπως θέλεις, του είπα χωρίς να ξέρω γιατί, κάτι μέσα μου με έσπρωχνε να αντιδράσω. Ο καπετάνιος με κοίταξε ξανά κι ύστερα έστρεψε τα μάτια του στα δικά μου. Το βλέμμα του είχε και πάλι κάτι απροσδιόριστα παράξενο, διαφορετικό αυτή τη φορά, σαν μια μικρή φλεγόμενη ύπαρξη να μου χαμογελούσε μέσα από τα ομιχλώδη του μάτια.
-Μισός στεριανός… μισός θαλασσινός…. Το όνομα που θα έχεις είναι αυτό που έχεις ήδη. Εσύ δε θα βαφτιστείς σήμερα. Ή  θα κρατήσεις το όνομά που έχεις σε όλο το ταξίδι ή θα διαλέξεις το καινούργιο σου όνομα μονάχος σου, εμείς δε θα σου δώσουμε κανένα. Ούτε ρούχο θα πάρεις ούτε χρώμα, αν θέλεις ρούχα θα τα φτιάξεις μόνος σου κι αν θέλεις χρώμα θα δημιουργήσεις ένα καινούργιο, ούτε όπλα θα σου δώσουμε , ούτε αστέρια να προσευχηθείς. Δεν έφερες πρόσφορο για την ελευθερία, το πρόσφορο θα είσαι εσύ. Μα θα έχεις μια επιλογή κι αυτή θα είναι η προσφορά μας, κανείς από όσους βαφτίστηκαν σήμερα δεν θα κατέβει από το πλοίο, εσύ όμως θα μπορείς, μα αν κατέβεις δε θα ξαναγυρίσεις. Έκανε ο καπετάνιος κι έπειτα στάθηκε σιωπηλός απέναντί μου περιμένοντας την απάντηση. Αισθάνθηκα ξαφνικά μια δυσφορία, όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω μου κι ήταν παράξενο πως όλοι περίμεναν την απάντησή μου, άλλοι έβλεπαν ήδη την πλάτη μου καθώς έβγαινα από τη θάλασσα και εξαφανιζόμουν ανάμεσα στα χορτάρια κι άλλοι περίμεναν να βάλω τα κλάματα και να ικετέψω. Κοίταξα δίπλα εκείνους που ακόμη περίμεναν τη βάφτιση κι εκείνους που είχαν βαφτιστεί, ένας από τη σειρά μας χαμογέλασε κι έστρεψε τα μάτια του προς τα πάνω. Τότε γύρισα και κοίταξα τον ουρανό, πίσω από την αχνή πάχνη  των σύννεφων ξεχώριζε ο αστερισμός του Ωρίωνα…
Ανάμεσα στους βαφτισμένους και σ’ εκείνους που περίμεναν , υπήρχε μια πλωτή ξύλινη  γέφυρα που ένωνε τη στεριά με το πλοίο. Χτύπησα τη χούφτα μου όσο πιο δυνατά μπορούσα κι ύστερα παίρνοντας ένα από τα σανίδια της γέφυρας χάραξα στο χέρι μου τ’ αστέρια της ζώνης. Όταν τελείωσα το άφησα στα χέρια του βαφτιστή.
-Αφού το πρόσφορο είμαι εγώ, δίνω σαν πρόσφορο τον πόνο μου, το ξύλο σας και την επιλογή μου. Κι από δω και μπρος αυτά θα είναι τα όπλα μου στο ταξίδι. Κι αν θέλω να ταξιδέψω στη στεριά θα το κάνω κι αν θέλω να ταξιδέψω στη θάλασσα θα πάρω ξύλα από τη γη και θα φτιάξω καράβι κι αν το όνομά μου είναι σήμερα Δούλος κι αύριο Δούλος θα’ ναι μα θα ‘με ελεύθερος όχι γιατί με βάφτισαν έτσι, όχι γιατί εσύ επέλεξες να μου δώσεις την ελευθερία μου αλλά γιατί την έχτισα με τον πόνο μου, το ξύλο σας και την επιλογή μου. Είπα και πηγαίνοντας κοντά στον βαφτιστή πήρα το ξύλο από τα χέρια του και το έμπηξα στην άμμο εκεί που συναντιόνταν η ξηρά κι η θάλασσα.
-Το χρώμα μου θα ‘ναι το χρώμα του αίματος κι αυτό το ξύλο θα ‘ναι το πρώτο κομμάτι του καραβιού μου. Δεν τάζω στη γη ούτε στη θάλασσα τίποτα, δεν τάζω τίποτα στην ελευθερία, παρά μονάχα τάζω αυτά τα τρία πράγματα σ’ εμένα κι αυτά ας με περάσουν στη γη, στη θάλασσα και στην ελευθερία.
Οι βαφτιστές ψιθύριζαν μεταξύ τους ρίχνοντας μου άγριες ματιές, μπροστά στη φωτιά της θυσίας που πάλλονταν από τον άνεμο οι μορφές τους άρχιζαν να αλλοιώνονται κι οι περίτεχνες στολές τους να θυμίζουν φτερά από μαύρες κότες ενώ μικρές τσιριχτές αποδοκιμασίες  έπεφταν από τις γλώσσες τους. Οι βαφτισμένοι τώρα άρχιζαν κι εκείνοι να τους μοιάζουν. Κοίταξα ψηλά: Η απαλή πάχνη που σέρνονταν νωχελικά στον ουρανό είχε δώσει τη θέση της σε γκρίζα παραφουσκωμένα σφουγγάρια   ενώ η θάλασσα ακολουθούσε το παράδειγμα τους χτυπώντας ολοένα και πιο δυνατά το αραγμένο σκαρί. Τα κύματα έρχονταν σε τριάδες που όσο πήγαινε και δυνάμωναν ορμώντας με μανία πάνω στο κατάστρωμα ξεπλένοντας τα στολίδια από τους ανόητους βαφτιστικούς.
Οι βαφτιστές στρίγκλιζαν ανάμεσα στα δόντια τους τις λέξεις «ύβρης», «βλασφημία» , «τιμωρία». Κι οι «απελευθερωμένοι δούλοι» έτρεχαν τώρα πάνω κάτω στο κατάστρωμα ψάχνοντας τους ψιθύρους με τα ονόματά τους που είχαν πέσει στις τρύπες του ξύλου. Ο άνεμος έκανε τα κύματα να ψηλώνουν όλο και πιο πολύ γλείφοντας βιαστικά το καράβι ενώ η φωτιά τίναζε τη χαίτη της παραμιλώντας νανουρίσματα για τους ναυαγιστές που έσερναν τα βήματά τους στη βυθισμένη έρημο. Οι αβάφτιστοι  ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα τραβούσαμε όσους από τους βαφτισμένους προλαβαίναμε, μα τα ρούχα τους ήταν βαριά και οι ψίθυροι τριγύριζαν σαν σφήκες πάνω από τα κεφάλια τους κάνοντας όλο και πιο δύσκολο να τους τραβήξουμε έξω. Κάποιοι πάλι ξεγυμνώνονταν για άλλη μια φορά κι έτσι γυμνοί κι ανώνυμοι ήταν πιο εύκολο να κολυμπήσουν.
Ξάφνου  το βλέμμα μου έπεσε στο γέρο καπετάνιο. Στέκονταν καταμεσής του  χάους κοιτώντας πότε γύρω του πότε τα ρούχα του. Έμοιαζε σκεπτικός. Πήγα προς το μέρος του πιστεύοντας πως είχε σοκαριστεί από την καταιγίδα, εκείνη τη στιγμή όμως πρόσεξα πως δεν ήταν η καταιγίδα ούτε οι βαφτιστές , ούτε οι βαφτιστικοί , ούτε κι εγώ αυτό που είχε προκαλέσει το σοκ. Ήταν η αντανάκλαση του. Τώρα φορούσε δυο πρόσωπα, κι είχε χάσει τα μάτια της Κασσάνδρας. Ο Πενθέας έριξε τις εντολές κι Αγαύη τις μάζεψε με κακή πίστη. Μέσα στα νερά δέκα μικροί Πενθέες και Αγαύες φώναζαν ντυμένοι με ψιθυριστά ονόματα, πολύχρωμους χιτώνες και μπαλωμένα μεσοφόρια γεμάτα πρόσφορα ανόητων δούλων που πίστευαν πως πλήρωναν αντίτιμο για την ελευθερία τους μα στην ουσία πλήρωναν ενοικίαση έξτρα χεριών κι αιώνια υποταγή. Κι εμένα που δεν ήμουν διόλου εξυπνότερος , ούτε ομορφότερος, ούτε δυνατότερος, ούτε πιο ικανός με είχε γλιτώσει αυτή η μικρή μέλισσα μέσα στο κεφάλι μου που αντιδρούσε στους προκάτ όρκους. Τώρα αυτή η μέλισσα τσιμπούσε τον γέρο βαφτιστή που νόμιζε ή που ήθελε να νομίζει πως υπηρετούσε την μεγάλη ιδέα.
Εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα μου με έκανε να σηκώσω το χέρι και να χώσω ένα γερό πάτημα στον βαφτιστή μέσα στην κολυμπήθρα. Όταν έβγαλε το κεφάλι του από το νερό το πρόσωπό του είχε καθαρίσει.
-Είσαι ακόμα καπετάνιος, τι θα γίνει με το καράβι, πρέπει να το βγάλουμε έξω.
-Όχι, πρέπει να το σπάσουμε, έκανε και μπαίνοντας πιο βαθιά μέσα στα αγριεμένα νερά άρπαξε το πρώτο ξύλο.
-Εμπρός σύντροφοι! Φώναξε κάποιος μέσα στο πλήθος. Οι λέξεις όπλισαν τα χέρια κι όλοι έτρεξαν προς τη θάλασσα. Μα κάποιος άλλος είχε μια καλύτερη ιδέα. Την ίδια στιγμή που αβάφτιστοι κι ξεβαφτισμένοι ετοιμάζονταν να ρίξουν το άδειο σκαρί κάποιος στο βάθος σκέφτηκε να το γεμίσει. Κρατούσε στο χέρι μια φωτογραφία, την κράταγε από το πίσω μέρος χαμηλά κι έτσι δεν είδαμε τη έδειχνε μα καθώς περνούσε ανάμεσά μας κάτι μας έκανε να σταματήσουμε. Έφτασε κοντά στο τρύπιο σκαρί, που τώρα έμοιαζε περισσότερο με  Ελβετική γραβιέρα παρά με καράβι και βούλωσε μια τρύπα με τη φωτογραφία του.
-Δεν θα ξεχάσουμε, ούτε θα χαρίσουμε αυτό που μας κάνει να ζητάμε ελευθερία, δεν θα το θυσιάσουμε σε κανένα βωμό, ό,τι είχαμε το είχαμε για να μας θυμίζει κάποιο μέρος που λέγαμε σπίτι, κι ό,τι δεν είχαμε ήρθαμε να το βρούμε εδώ, είπε ρίχνοντας μου μια χαμογελαστή ματιά. Αυτό σημαίνει να είσαι ελεύθερος, να θυμάσαι, ό,τι σε έκανε να προχωράς, καλό ή κακό, ό,τι σε έκανε να είσαι αυτός που είσαι, ό,τι θα σαι κάνει αύριο αυτόν που θα γίνεις! Ελευθερία δεν είναι να ξεχνάς, είναι να θυμάσαι, σε πείσμα όσων ξεχνούν , σε πείσμα όσων θέλουν να ξεχάσουμε τους λόγους που παλεύουμε για την ελευθερία, αυτοί οι λόγοι δεν είναι πρόσφορο, αυτοί οι λόγοι είναι ο λόγος.  Γεννηθήκαμε γυμνοί μα σήμερα εδώ δεν ήρθαμε έτσι, ήρθαμε φορώντας τα βάρη μας, ήρθαμε φορώντας τα ρούχα του εαυτού μας, ήρθαμε για να επιλέξουμε όχι για να επιλέγουμε. Κι εσύ, γύρισε προς το μέρος μου, που δεν έφερες τίποτα, σήμερα έφερες την αλλαγή, έφερες την ελευθερία.
Οι άνθρωποι χαμογέλασαν. Κανείς δεν είχε προσέξει πως η καταιγίδα είχε περάσει. Τώρα κρατούσαν στα χέρια τους τα όπλα τους, τώρα κρατούσαν στα χέρια τους τους λόγους. Το πλαγκτόν που λαμπύριζε στα σώματά τους ζωγραφίζοντας τυχαίους αστερισμούς είχε κι εκείνο χαθεί μέσα στην ταραχή και τα νερά, τώρα λαμπύριζαν μόνο δυνατά βλέμματα. Τότε κατάλαβα τι εννοούσε εκείνο το παραμύθι που μας έλεγαν μικρούς γιατί εκείνο το ξημέρωμα είδα τα χίλια πρόσωπα της θάλασσας να χτίζουν την ελευθερία τους, κοιτάζοντας το μέλλον με χίλια λαμπερά μάτια.







https://bluerabbit26.blogspot.com/2019/07/blog-post.html

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019

Ναυτικό ημερολόγιο - 3/3/ έτος άγνωστο / πορεία κόντρα στο ρεύμα Της Χριστίνας Κοντούλη













Τα κατά συνθήκη ψεύδη ή ψέματα: αυτά που λέγονται εν γνώσει μας ότι είναι ψέματα, για να μη θίξουμε ή προκαλέσουμε τον άλλον. 333 Αλήθειες. 333 φορές, τέσσερις είπα πως δεν είμαι ψεύτης και είπα ψέματα.
                 …………………………………………………..


Ψέματα μέσα στη μούρη του άλλου, ψέματα για αποφυγή, ψέματα  για εντυπωσιασμό ,ψέματα από φόβο, ψέματα γιατί ποτέ δεν μας ρώτησαν το σωστό πράγμα τη σωστή στιγμή. Ψέματα.           Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε. Η πρώτη μορφή απώλειας που συναντούμε είναι το ψέμα.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Δεν σταματούσαν ποτέ της Χριστίνας Κοντούλη

                                             

Δεν σταματούσαν ποτέ, έγραφαν στους τοίχους αισθήματα. Πολύχρωμες χαίτες, παράξενα κοσμήματα, χέρια σφιγμένα γερά, πρόσωπα όμοια πίσω από τη λάμψη της φλόγας. Ανάμεσα στις νεανικές τους γλώσσες καταδίκαζαν, φυλάκιζαν κι αποδοκίμαζαν το κατεστημένο, γκρέμιζαν τις φυλακές και τις αντικαθιστούσαν με τα σίδερα που έβγαιναν μέσα από τα μυαλά των αρχηγών, τώρα ήταν πιο ευκρινής η εικόνα, το μήνυμα πιο άμεσο, εμείς δεν είχαμε μάθει να επεξεργαζόμαστε, συνήθως βουλώναμε τα αισθήματά μας όπως βουλώναμε τα αυτιά αφήνοντας μικρές χαραμάδες για να περάσει ό,τι μας συμφέρει.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Κουτάκια πολλαπλών παραστάσεων μέσα στο φανταστικό εργαστήρι της σκέψης : οι ιστορίες του μπλε λαγού - ιστορία δεύτερη

"Η ζωή και ο θάνατος ενός ρατσιστικού μυρμηγκιού"

της Χριστίνας Κοντούλη 



Ο Θίο το μυρμήγκι είχε γεννηθεί ένα καλοκαιρινό πρωινό όπου ο ήλιος λαμπερός κι ωμός έξυνε βαριεστημένα την ζωηρή του φαλάκρα πίνοντας το λαμπιριζέ του κοκτέιλ κάπου στις μεσογειακές χώρες.
Όταν ο Θίο άνοιξε τα μάτια του, το πρώτο που αντίκρισε ήταν το πολυτελές πάτωμα της θερινής κατοικίας του Σάνι Φούρκο. Απλωμένος κατάχαμα, φορώντας ένα εμπριμέ σώβρακο ο ευχάριστος κύριος Σάνι έλουζε το παχουλό του κορμί με ένα παχύρρευστο διάφανο αντηλιακό σαν σπέρμα κουνώντας τα δάχτυλα των ποδιών του καθώς διάβαζε την εφημερίδα του.