Ο,ΤΙ ΕΠΙΜΕΝΕΙ / ΤΗΑΤ WHICH PERSISTS
Τέσσερις διαφορετικές εικαστικές γλώσσες, του Κοντοσφύρη, του Μακινατζή, του Πανταζή και του Σολάκη, συναντιούνται γύρω από ό,τι επιμένει να υπάρχει: ένα άνθος μέσα στα αγκάθια, μια φωνή που διασχίζει τη σιωπή, ένα ίχνος που αρνείται να χαθεί. Ανάμεσα στη φύση, τη μνήμη και την ανθρώπινη παρουσία, οι τέσσερις καλλιτέχνες αναζητούν εκείνες τις εύθραυστες μορφές ζωής που παραμένουν, μεταμορφώνονται και επανεμφανίζονται. Ό,τι επιμένει δεν είναι απαραίτητα αυτό που μένει ίδιο· είναι αυτό που, παρά τη φθορά, εξακολουθεί να βρίσκει έναν τρόπο να γίνεται ορατό.
Η επιμονή αυτή δεν απευθύνεται μόνο στο μάτι. Ο Φινλανδός αρχιτέκτονας και θεωρητικός Juhani Pallasmaa, στο βιβλίο του Τα μάτια του δέρματος, υποστηρίζει ότι ο δυτικός πολιτισμός έχει υποτάξει τις αισθήσεις στην κυριαρχία της όρασης. Θεωρεί ότι η εμπειρία μας φτωχαίνει όταν ξεχνάμε πως γνωρίζουμε τον κόσμο και με την αφή, την ακοή, το βάρος και την κίνηση του σώματος.
Περίπου έναν αιώνα νωρίτερα, ο Αυστριακός ιστορικός της τέχνης Alois Riegl είχε δείξει ότι η αντίθεση ανάμεσα στο μάτι και το χέρι περνά μέσα από την ίδια την όραση. Στο έργο του Die spätrömische Kunstindustrie (1901) διέκρινε δύο τρόπους με τους οποίους η τέχνη αποδίδει τον κόσμο: τον απτικό και τον οπτικό. Ο απτικός συνδέεται με την κοντινή όραση: η μορφή στέκεται καθαρή πάνω στο επίπεδο, με σταθερό περίγραμμα, σαν να μπορούσε το χέρι να την ψηλαφίσει. Ο οπτικός συνδέεται με τη μακρινή όραση: τα περιγράμματα διαλύονται, ο χώρος βαθαίνει και η μορφή αναδύεται μέσα από την εναλλαγή φωτός και σκιάς. Για τον Riegl, κανένας από τους δύο τρόπους δεν είναι ανώτερος. Ο καθένας εκφράζει μια διαφορετική καλλιτεχνική βούληση, αυτό που ονόμασε Kunstwollen.
Στην ανάγνωση των έργων αυτής της έκθεσης, η απτικότητα και η οπτικότητα δεν αλληλοαποκλείονται. Γεννούν παράλληλες αισθήσεις που αποτυπώνονται τελικά οπτικά. Ο Maurice Merleau-Ponty προσέγγισε αυτή τη σχέση με τον δικό του τρόπο: η όραση μπορεί να νοηθεί ως ψηλάφηση με το βλέμμα, ως ένα άγγιγμα που φτάνει στα πράγματα από απόσταση. Το μάτι μπορεί να αγγίξει και η ύλη μπορεί να γίνει φως. Η έκθεση κινείται ακριβώς πάνω σε αυτό το νήμα.
Στη ζωγραφική του Πανταζή, η συνάντηση είναι μετωπική. Κάκτοι σε εκρηκτική ανθοφορία στέκονται απέναντί μας με σχεδόν ανθρώπινη παρουσία. Είναι φυτά φτιαγμένα για να αντέχουν την ξηρασία, που ανθίζουν παρά τα αγκάθια τους. Με τους όρους του Riegl, πρόκειται για μια βαθιά απτική ζωγραφική. Η μορφή είναι κοντά, καθαρή και προσηλωμένη στο επίπεδο της εικόνας· τα αγκάθια σχεδόν τα νιώθουμε στην άκρη των δαχτύλων. Οι μαύρες εισχωρήσεις στις συνθέσεις του λειτουργούν ως αντίβαρο που κάνει το χρώμα να φωτίζει πιο έντονα. Τον Πανταζή απασχολεί η στιγμή όπου το φυτό αποκτά σώμα μέσα στην επίπεδη επιφάνεια και γίνεται εικόνα της ανθρώπινης συνθήκης. Το μαύρο επιμένει. Μέσα του το χρώμα μένει φωτεινό και, όσο κι αν καλεί το χέρι, ανέγγιχτο: μια παρουσία που την ψηλαφούμε μόνο με το βλέμμα.
Ο Μακινατζής μάς οδηγεί σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε τοπία άλλοτε παγασιτικά και άλλοτε χειμαρρώδη. Αφετηρία του είναι επίπεδοι ορίζοντες, όμως η προοπτική σταδιακά υποχωρεί και ο ορίζοντας συχνά στρέφεται κάθετα. Στο έργο του, οι δύο πόλοι του Riegl συναντιούνται. Το φως που πέφτει λοξά και τα χρώματα που διαλύουν τα περιγράμματα ανήκουν στην οπτική πλευρά. Η έντονη, σχεδόν σωματική χειρονομία και οι στρώσεις που αναβράζουν φέρνουν το χέρι πίσω στην επιφάνεια. Οι πίνακές του διαλύονται σε φως, αλλά σε φως πηχτό, σχεδόν λασπώδες, που δεν έχει αποχωριστεί την ύλη από την οποία γεννήθηκε.
Εκεί ακριβώς οι δύο πόλοι παύουν να διακρίνονται. Ο Gilles Deleuze, ξαναδιαβάζοντας τον Riegl στο βιβλίο του για τον Francis Bacon, μίλησε για μια «απτική όραση»: ένα βλέμμα που δεν κρατά απόσταση από την εικόνα, αλλά βυθίζεται στην υφή της και την ψηλαφίζει. Σε αυτόν τον τρόπο θέασης μάς καλεί ο Μακινατζής. Αυτό που επιμένει εδώ είναι η ίδια η κίνηση του χρώματος, λίγο πριν κατακάτσει.
Στη γλυπτική του Κοντοσφύρη και του Σολάκη, το βάρος και η υλικότητα περνούν στο προσκήνιο. Τα έργα τους δεν οργανώνονται γύρω από μια καθαρή, ενιαία μορφή. Μοιάζουν περισσότερο με συσσωρεύσεις: ύλη που προστίθεται, σφυροκοπείται και κρατά πάνω της τα ίχνη της επεξεργασίας, ανάμεσα στο ατημέλητο και σε μια καλλιγραφική, φυλλώδη διάταξη λυκίσκων σε βαθύ μπλε ουλτραμαρίν.
Ο Gaston Bachelard διέκρινε τη φαντασία που ονειρεύεται μορφές από εκείνη που ονειρεύεται την ύλη. Για τη δεύτερη, η αντίσταση της σκληρής ύλης αποτελεί πρόσκληση στο χέρι που την επεξεργάζεται. Μέσα από αυτή τη φαντασία της ύλης μπορούμε να προσεγγίσουμε τα γλυπτά των δύο καλλιτεχνών. Οι ανάγλυφες, τραχιές επιφάνειές τους λειτουργούν όμως και οπτικά, γιατί πιάνουν το φως, το σπάνε και το μετατρέπουν σε σκιά. Ζητούν να κινηθούμε γύρω τους και να νιώσουμε την πυκνότητά τους στον χώρο.
Σε ένα έργο του Σολάκη, η ύλη αποκτά και φωνή. Ζευγαρωμένα μέταλλα ταλαντώνονται και, καθώς κρούονται μεταξύ τους, καμπανίζουν με μια μεταλλική χροιά βαθιά και συγχρόνως ψιθυριστή. Ο ήχος απλώνεται, γεμίζει τον χώρο και τον κάνει να δονείται. Ο Pallasmaa συνδέει τον ήχο με την εμπειρία της κλίμακας του χώρου και της παρουσίας μας μέσα του. Εδώ το γλυπτό το βλέπουμε, το αισθανόμαστε και το ακούμε, όπως εκείνη τη φωνή που διασχίζει τη σιωπή. Η εμπειρία αυτή παραπέμπει σε εκείνο που ο Merleau-Ponty ονόμασε «σάρκα του κόσμου»: τον κοινό ιστό που ενώνει το σώμα που αισθάνεται με τα πράγματα που αισθάνεται.
Ανάμεσα στο βλέμμα, την αφή και την ακοή, στο κοντινό και το μακρινό, στο φως και το βάρος, τα έργα της έκθεσης μοιράζονται μια πεποίθηση: ό,τι επιμένει δεν το συναντάμε μόνο με τα μάτια· το αναγνωρίζουμε με όλο μας το σώμα. Κι όταν τα έργα βρεθούν στον ίδιο χώρο, κάτι ξεφεύγει από κάθε θεωρία και κάθε περιγραφή. Η έκθεση γίνεται ένα κολάζ αισθήσεων που επιμένουν να μένουν αδιευκρίνιστες. Ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής μορφή της επιμονής, όπως παίρνει θέση στον χώρο:
Ένας μπλε λυκίσκος κατεβαίνει από τον φεγγίτη του κόσμου, γεμάτος σκοτεινά αηδόνια. Κουκουβάγιες αγγίζουν το τελευταίο κλαδί κέδρου. Ένα μεταλλικό ζεύγος σφυρηλατεί απόηχους. Μια λιμνώδης ενορχήστρωση χρωμάτων συγκρατείται ανάμεσα σε ορίζοντες τοιχισμένου χρώματος. Κυματισμοί και ροές χρωματικών λεκέδων αναπηδούν, ενώ ορθοστάτες κάκτων ζητούν από το μαύρο έρεβος τη χρωματική τους ανύψωση.
Βιβλιογραφία
Bachelard, Gaston. La Terre et les rêveries de la volonté. Paris: José Corti, 1948.
Ντελέζ, Ζιλ. Φράνσις Μπέικον: Η λογική της αίσθησης. Μετάφραση Ροζαλί Σινοπούλου. Αθήνα: Πλέθρον, 2021.
Merleau-Ponty, Maurice. Le visible et l’invisible. Επιμέλεια Claude Lefort. Paris: Gallimard, 1964.
Πάλλασμαα, Γιούχανι. Τα μάτια του δέρματος: Η αρχιτεκτονική και οι αισθήσεις. Μετάφραση Γιάννης Τουρνικιώτης και Παναγιώτης Τουρνικιώτης. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2022.
Riegl, Alois. Die spätrömische Kunst-Industrie nach den Funden in Österreich-Ungarn. Wien: K. K. Hof- und Staatsdruckerei, 1901.
Powered by Samsung
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου