ΙΙ. Η κηλίδα και η ανάσχεση της αναγνώρισης
Κάθε μορφή, για να υπάρξει ως διακριτή παρουσία, προϋποθέτει ένα όριο. Το όριο αυτό μπορεί να είναι το περίγραμμα που συγκρατεί μια χρωματική επιφάνεια, η αντίσταση ενός υλικού σώματος ή τα τοιχώματα ενός περίκλειστου χώρου. Σε κάθε περίπτωση, δεν απομονώνει απλώς κάτι από τον κόσμο. Οργανώνει τη σχέση ανάμεσα σε ό,τι περιέχεται και σε ό,τι μένει έξω, ανάμεσα σε ό,τι γίνεται ορατό και σε ό,τι διαφεύγει. Το περίγραμμα δεν περιγράφει μόνο αυτό που αναγνωρίζουμε ως μορφή· δημιουργεί συγχρόνως την αβεβαιότητα για εκείνο που παραμένει πέρα από αυτήν.
Ο Alois Riegl διακρίνει δύο θεμελιώδεις αποστολές της αρχιτεκτονικής: τη δημιουργία του ίδιου του περίκλειστου χώρου και τη δημιουργία των ορίων του. Η μεταξύ τους αντίθεση δεν αφορά αποκλειστικά την αρχιτεκτονική. Επανεμφανίζεται στη ζωγραφική και στη γλυπτική, όπου η μορφή συγκροτείται μέσα από την αμοιβαία εξάρτηση της επιφάνειας, της υλικής υπόστασης και του περιβάλλοντος χώρου. Το όριο προσφέρει τη βεβαιότητα μιας παρουσίας, αλλά συγχρόνως υποδεικνύει έναν χώρο τον οποίο δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με την ίδια βεβαιότητα.
Ο Riegl παρατηρεί ότι, μπροστά σε ένα άγνωστο αντικείμενο, παραμένουμε αβέβαιοι αν τα καμπύλα περιγράμματα και οι σκοτεινές χρωματικές κηλίδες που βλέπουμε βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο ή δηλώνουν μεταβολές του βάθους. Η όραση παρουσιάζει έγχρωμες επιφάνειες, ενώ η βεβαιότητα της υλικής τους υπόστασης απαιτεί τη συνδρομή της εμπειρίας, της αφής και της νόησης. Αυτό που βλέπουμε δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με αυτό που γνωρίζουμε. Ένα χρώμα μπορεί να εμφανίζεται ως φως και συγχρόνως ως πυκνή ύλη· μια σκιά μπορεί να δηλώνει βάθος ή να αποτελεί μέρος μιας ζωγραφισμένης επιφάνειας.
Ας ονομάσουμε αυτή την προσωρινή αδυναμία οριστικής ταύτισης του ορατού με το γνωστό ανάσχεση της αναγνώρισης. Δεν πρόκειται για την απουσία μορφής, αλλά για την καθυστέρηση με την οποία η μορφή αποκτά αναγνωρίσιμη υπόσταση. Η αντίληψη αναζητεί μια ενότητα, ενώ τα ίδια τα αισθητηριακά δεδομένα διατηρούν ανοιχτές περισσότερες δυνατότητες ερμηνείας.
Η έκθεση «Ο,ΤΙ ΕΠΙΜΕΝΕΙ» αντιμετωπίζει αυτή την ανάσχεση όχι ως αδυναμία της εικόνας, αλλά ως ενεργό συνθήκη της εικαστικής εμπειρίας. Την εξετάζει μέσα από τρεις διαφορετικές καταστάσεις της χρωματικής κηλίδας: τη φωτεινή, τη λασπωμένη και εκείνη που αποκτά σώμα. Οι καταστάσεις αυτές δεν αποτελούν διαδοχικά στάδια μιας εξέλιξης προς την τελειότερη μορφή. Συνυπάρχουν, αντιπαρατίθενται και μεταβάλλουν η μία την κατανόηση της άλλης.
Η φωτεινή κηλίδα
Η φωτεινή κηλίδα αναδύεται μέσα από την επιφάνεια, διακόπτει τη συνέχειά της και ενεργοποιεί την προσδοκία μιας μορφής. Το φως εδώ δεν αποκαλύπτει απλώς ένα σώμα που προϋπάρχει· συμμετέχει στην ίδια τη συγκρότηση της ορατής παρουσίας του. Η κηλίδα γίνεται αντιληπτή πριν ακόμη αποκτήσει σταθερή ταυτότητα.
Στον Πανταζή, το σώμα του κάκτου εμφανίζεται ως περίκλειστη υλική ενότητα. Το περίγραμμά του το διαχωρίζει από το μαύρο που το περιβάλλει. Μέσα σε αυτή τη συνοχή, όμως, η ανθοφορία λειτουργεί ως φωτεινή κηλίδα: αναδύεται, προβάλλει και διεκδικεί μια σχετική αυτονομία από το σώμα που τη φέρει. Ανάλογη λειτουργία αποκτούν τα αγκάθια, τα οποία διατηρούν την υλική τους αιχμηρότητα, ενώ οπτικά μετατρέπονται σε φωτεινά ίχνη που μοιάζουν να αιωρούνται.
Στον ίδιο πίνακα συνυπάρχουν έτσι δύο διαφορετικές συνθήκες αντίληψης. Το σώμα του φυτού προσφέρει τη βεβαιότητα μιας κλειστής ενότητας, ενώ το άνθος και τα αγκάθια ενεργοποιούν την αστάθεια του φωτός. Το βλέμμα κινείται ανάμεσα στην αναγνώριση της υλικής μορφής και στην ανεξαρτησία των φωτεινών εμφανίσεων.
Το μαύρο δεν αποτελεί απλώς το αντίθετο του φωτός. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο η φωτεινή κηλίδα διακρίνεται, χωρίς να αποκτά πάντοτε προσδιορίσιμη θέση. Το περίγραμμα συγκρατεί το σώμα, αλλά το σκοτεινό διάστημα αφήνει ανοιχτό το ερώτημα της χωρικής του παρουσίας.
Η λασπωμένη κηλίδα
Στη γλώσσα του ζωγραφικού εργαστηρίου, «λάσπη» ονομάζεται συχνά το χρώμα που έχει χάσει την καθαρότητά του μέσα από την υπερβολική ανάμειξη. Εδώ, όμως, η λάσπη παύει να αποτελεί ένδειξη αποτυχίας και αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερη εικαστική ποιότητα.
Σε αντίθεση με τη φωτεινή κηλίδα, η οποία μοιάζει να αναδύεται από την επιφάνεια, η λασπωμένη κηλίδα συγκεντρώνει την ύλη προς το εσωτερικό της. Οι αποχρώσεις αναμειγνύονται, οι στρώσεις αλληλοκαλύπτονται και οι επιμέρους χρωματικές παρουσίες χάνουν μέρος της αυτοτέλειάς τους. Το χρώμα αποκτά βάρος, πυκνότητα και μια αίσθηση αντίστασης που δεν μπορεί να αναχθεί αποκλειστικά στην οπτική του εμφάνιση.
Για τον Riegl, η αισθητηριακή αντίληψη μάς παρουσιάζει αρχικά τα πράγματα συγκεχυμένα και αναμεμειγμένα μεταξύ τους, ενώ η αρχαία καλλιτεχνική βούληση επιδίωκε να απομονώσει τις επιμέρους υλικές ενότητες και να τις παρουσιάσει μέσα στη σαφή τους συνοχή. Η λασπωμένη κηλίδα επιτρέπει να σκεφτούμε μια αντίστροφη κίνηση: την επιστροφή στην ανάμειξη, χωρίς την ολοκληρωτική εγκατάλειψη της μορφής.
Στον Μακινατζή, οι χρωματικές στρώσεις συναντιούνται, διακόπτονται και αλληλοδιεισδύουν. Το τοπίο δεν καταργείται, αλλά η αναγνώρισή του διαρκώς αναβάλλεται. Μια σκοτεινή περιοχή μπορεί να υποδηλώνει απόσταση και συγχρόνως να εμφανίζεται ως πυκνή εναπόθεση χρώματος. Μια φωτεινή έκταση μπορεί να ανοίγει το βλέμμα προς έναν ορίζοντα, ενώ η υλικότητά της την επαναφέρει στην επιφάνεια του πίνακα.
Το βλέμμα δεν αποφασίζει εύκολα αν βρίσκεται μπροστά σε μια επιφάνεια, σε μια συσσώρευση ή σε ένα βάθος που αναδύεται από την ίδια τη ζωγραφική ύλη. Η βράχυνση, η σκιά και η χρωματική μετάβαση δεν εγγυώνται μια ενιαία χωρική ανάγνωση.
Η μορφή δεν εξαφανίζεται. Παραμένει σε εκκρεμότητα, σαν να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να συγκροτηθεί.
Η λασπωμένη κηλίδα δεν αρνείται την αναγνώριση· αντιστέκεται στην ταχύτητά της. Επιτρέπει στο χρώμα να υπάρχει ως ύλη πριν μετατραπεί σε αναγνωρίσιμη εικόνα. Η ανάσχεση γίνεται έτσι μια συνθήκη παρατεταμένης θέασης.
Η κηλίδα που γίνεται σώμα
Στην τρίτη κατάσταση, η χρωματική παρουσία εγκαταλείπει την αποκλειστική της εξάρτηση από το ζωγραφικό επίπεδο και αποκτά πραγματική χωρική υπόσταση. Η κηλίδα γίνεται σώμα. Καταλαμβάνει χώρο, δέχεται φως, παράγει σκιά και μεταβάλλει την εμφάνισή της ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή.
Ο Κοντοσφύρης και ο Σολάκης συμμετέχουν σε αυτή τη μετάβαση από διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο πρώτος προσδίδει στο χρώμα μια τρισδιάστατη υλική υπόσταση, ενώ ο δεύτερος ενεργοποιεί μια ηχητική παρουσία που υπερβαίνει τα όρια του σώματος από το οποίο προέρχεται.
Στις μεταλλικές φυλλώδεις μορφές του Κοντοσφύρη, το χρώμα δεν περιορίζεται πλέον σε μια επίπεδη επιφάνεια. Εγγράφεται πάνω σε καμπύλα μεταλλικά σώματα, τα οποία οργανώνονται σε διαδοχικές επικαλύψεις και ανοίγματα. Η υλική τους κατασκευή διατηρείται αναγνωρίσιμη, αλλά το συνολικό τους περίγραμμα δεν παραμένει σταθερό.
Η αλλαγή της οπτικής γωνίας μεταβάλλει τις σχέσεις των φύλλων μεταξύ τους. Τα διάκενα διευρύνονται ή περιορίζονται, οι σκιές μετακινούνται και το χρώμα ανασυντάσσει την αίσθηση του βάθους. Το ουλτραμαρίν διατηρεί την ενότητα της χρωματικής παρουσίας, ενώ η πραγματική τρισδιάστατη ανάπτυξη πολλαπλασιάζει τις δυνατές εμφανίσεις της.
Από κοντά, κάθε φύλλο φανερώνει τη δική του υλική συνοχή και το συγκεκριμένο του περίγραμμα. Από απόσταση, οι επιμέρους μορφές συνδέονται σε μια αιωρούμενη χρωματική μάζα. Το ορατό σύνολο δεν αναιρεί την ατομικότητα των μερών του, αλλά την καθιστά εξαρτημένη από τη θέση του θεατή.
Το περίγραμμα μετατρέπεται από σταθερό όριο ενός σώματος σε μεταβαλλόμενο οπτικό γεγονός.
Στον Σολάκη, η επέκταση της μορφής πραγματοποιείται με διαφορετικό τρόπο. Η κρούση των μεταλλικών στοιχείων αποτελεί ένα συγκεκριμένο υλικό συμβάν, με αναγνωρίσιμη θέση και διάρκεια. Ο ήχος όμως που παράγεται διαχέεται πέρα από τα ορατά όρια του γλυπτού.
Η ηχητική παρουσία μπορεί να νοηθεί ως μια άυλη κηλίδα που αναπτύσσεται μέσα στον χώρο. Δεν διαθέτει σταθερό οπτικό περίγραμμα, αλλά γίνεται αντιληπτή μέσα από την ένταση, την αντήχηση, την απόσταση και τη σταδιακή εξασθένησή της. Η μορφή που παράγει τον ήχο παραμένει υλικά περίκλειστη, ενώ το αποτέλεσμά της εξαπλώνεται πέρα από αυτήν.
Η σχέση των δύο έργων δεν έγκειται σε μια κοινή μορφολογία, αλλά στη διαφορετική αντιμετώπιση του ορίου. Στον Κοντοσφύρη το χρώμα αποκτά σώμα, χωρίς να εξασφαλίζει σταθερό οπτικό περίγραμμα. Στον Σολάκη το σώμα παράγει μια παρουσία που δεν μπορεί να περιοριστεί στο δικό του περίγραμμα.
Ανάμεσά τους, η ύλη εμφανίζεται συγχρόνως ως αντίσταση και ως δυνατότητα διάχυσης.
Ο χώρος ως περίκλειστο σώμα
Η ίδια η έκθεση μπορεί πλέον να εξεταστεί ως ένα ακόμη περίκλειστο σώμα. Ο αρχιτεκτονικός χώρος διαθέτει συγκεκριμένα όρια, αλλά όσα συμβαίνουν μέσα του μεταβάλλουν διαρκώς την εμπειρία της έκτασης και της διάρκειάς του.
Τα έργα δεν καταλαμβάνουν απλώς διαφορετικές θέσεις. Οι φωτεινές επιφάνειες, οι λασπωμένες χρωματικές πυκνότητες, οι τρισδιάστατες μορφές και οι ηχητικές διαχύσεις συγκροτούν σχέσεις που μεταβάλλονται μαζί με την κίνηση του θεατή.
Ο χώρος γίνεται έτσι μια τέταρτη, περιεκτική εκδοχή της κηλίδας: όχι επειδή χάνει τα πραγματικά του όρια, αλλά επειδή μέσα σε αυτά συγκεντρώνει διαφορετικές και συχνά ασύμβατες αντιληπτικές εμπειρίες.
Η φωτεινή κηλίδα επιδιώκει να αναδυθεί από το σκοτάδι. Η λασπωμένη αντιστέκεται στη διάκριση των συστατικών της. Η τρισδιάστατη διατηρεί την υλική της υπόσταση, ενώ μεταβάλλει τα οπτικά της όρια. Η ηχητική παρουσία διαχέεται και εξασθενεί, χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί σε ένα αναγνωρίσιμο περίγραμμα.
Οι διαφορετικές αυτές εκδηλώσεις δεν συντίθενται σε μια τελική, ενιαία εικόνα. Παραμένουν ταυτόχρονες και αλληλοεπηρεαζόμενες.
Εδώ η ανάσχεση της αναγνώρισης αποκτά συλλογική διάσταση. Δεν αφορά πλέον μόνο τη δυσκολία αναγνώρισης μιας επιμέρους μορφής. Αφορά και την αδυναμία να συλλάβουμε αμέσως το σύνολο των σχέσεων που αναπτύσσονται μέσα στον εκθεσιακό χώρο.
Ο θεατής μετακινείται, πλησιάζει, απομακρύνεται, συσχετίζει και επανεξετάζει. Κάθε νέα θέση αναδιαμορφώνει την αντίληψη των προηγούμενων. Η εκθεσιακή εμπειρία δεν επιλύει αυτή την αβεβαιότητα προσφέροντας μια οριστική ερμηνεία. Επιτρέπει να αναγνωρίσουμε τον τρόπο με τον οποίο η αβεβαιότητα παράγεται.
Το περίκλειστο, επομένως, δεν ταυτίζεται με το απομονωμένο. Είναι η συνθήκη μέσα στην οποία το όριο και η υπέρβασή του συνυπάρχουν. Η μορφή διατηρεί τη συνοχή της, ενώ εκτίθεται σε σχέσεις που δεν μπορεί να ελέγξει ολοκληρωτικά.
Η ανάσχεση της αναγνώρισης δεν αποτελεί εμπόδιο που πρέπει να εξαλειφθεί. Είναι ο χρόνος κατά τον οποίο η αντίληψη διαπραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στο ορατό, το υλικό και το νοητό.
Ό,τι επιμένει δεν είναι μόνο η μορφή που διατηρεί τη συνοχή της, αλλά και το διάστημα που εξακολουθεί να την αμφισβητεί. Είναι η φωτεινή κηλίδα που αναζητεί το σώμα της, η λασπωμένη ύλη που αντιστέκεται στην εικόνα, το μεταλλικό φύλλο που μεταβάλλει το περίγραμμά του και ο ήχος που υπερβαίνει το σώμα που τον γέννησε.
Είναι, τελικά, η δυνατότητα του περίκλειστου να παραμένει ανοιχτό στην εμπειρία του χώρου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου