Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

 


 

Θεσσαλονίκη: Σε μια φιλήσυχη διαμαρτυρία προχώρησε ένας «ρασοφόρος» ανήμερα της εορτής του Αγίου Δημητρίου, έξω από τον Ιερό Ναό του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης, σε ημέρα κατά την οποία ο ναός συγκέντρωνε πλήθος πιστών για τις επίσημες εκδηλώσεις της γιορτής και της επετείου απελευθέρωσης της πόλης.



Ο «ρασοφόρος» Σταμάτης θέλησε να διαμαρτυρηθεί για την ακρίβεια και την φτωχοποίηση, φορώντας ένα πανωφόρι-πανό στο οποίο αναγραφόταν, από τη μία πλευρά, το μήνυμα: «Ειλικρινής Επανεξέταση Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος ως στάση Φιλαλληλίας».

Το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (πρώην ΚΕΑ), που χορηγείται από τον ΟΠΕΚΑ, ανέρχεται σήμερα σε 216 ευρώ μηνιαίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, ποσό που πολλοί δικαιούχοι θεωρούν ανεπαρκές για την κάλυψη βασικών αναγκών. Αριστέα Βραζιώτη 

Πηγή: https://www.thesnewsline.com/thessaloniki-mia-filysychi-diamartyria-exo-apo-ton-iero-nao-agiou-dimitriou/?utm_source=chatgpt.com

Πηγή: https://www.thesnewsline.com/thessaloniki-mia-filysychi-diamartyria-exo-apo-ton-iero-nao-agiou-dimitriou/?utm_source=chatgpt.com

Μια ημέρα από τη ζωή του Σταμάτη — 26 Οκτωβρίου 2026
Το CHAT GPT είπε :

... Η νύχτα είχε σχεδόν παρέλθει μα ο Σταμάτης δεν είχε διόλου κοιμηθεί. Παρέμενε χθεσινός. Είχε
περάσει την αγρυπνία του ξύπνιος και, καθώς πλησίαζε το ξημέρωμα, πλύθηκε. Νίψη και Νήψη. Το
σώμα έπρεπε να ετοιμαστεί για την ημέρα, μα και ο νους να παραμείνει σε εγρήγορση.
Μπροστά του βρισκόταν το {{Απαστράπτον}}
Δεν ήταν ένα συνηθισμένο ένδυμα. Ήταν το εικαστικό έργο του, μια κατασκευή από χαρτί
προστατευμένη με διαφανές πλαστικό, μα με τις ενώσεις της να παραμένουν ευάλωτες στο νερό.
Επάνω του είχε ενσωματώσει το αίτημά του για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα.

ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ
ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ
ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ
ΕΓΓΥΗΜΕΝΟΥ
ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
ΩΣ ΣΤΑΣΗ
ΦΙΛΑΛΛΗΛΙΑΣ

Μαζί, η προσευχή: «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ», κεντημένη εκατό φορές. Στους
ώμους, τα κεντημένα σημάδια #### , τα διακριτικά του Πολιούχου Β ́. Και στο χέρι του το
κομποσκοίνι που είχε πάρει από την αγιορείτικη εστία και προσάρμοσε μια φούντα για τα δάκρυα
της μετανοίας.
Ο Σταμάτης ντύθηκε με τη σχολαστικότητα ανθρώπου που δεν ετοιμάζεται απλώς να βγει έξω,
αλλά να αναλάβει έναν επιτελεστικό ρόλο. Μαύρο παντελόνι, μαύρη φανέλα, μπορντό μάλλινο
πουκάμισο — μια αναφορά στον Γρηγοράκη — και η ιερή ποδιά του αρχοντάρη, δεμένη στον
λαιμό και στη μέση. Η μεγάλη μπροστινή τσέπη, η τσέπη του κάγκουρα, φιλοξενούσε τα αναγκαία:
χρήματα, κλειδιά, τσιγάρα, κινητό και τα χαρτιά που τεκμηρίωναν την καλλιτεχνική πρόθεση.
Τέλος, φόρεσε την ιερή ρόμπα του Μοντέλου και τον μαύρο σκούφο με το κεντημένο σύμβολο.
Ήταν έτοιμος.
Στόχος του να φτάσει στον Άγιο Δημήτριο εγκαίρως, γύρω στις έντεκα, όταν θα τελούνταν η
λειτουργία παρουσία του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου. Δεν είχε καμιά ιδιαίτερη λαχτάρα να μπει
στον ναό. Ήθελε να σταθεί στον δημόσιο χώρο, να φορέσει το έργο του και να εκφράσει το
κοινωνικό του μήνυμα. Στο δικό του εικαστικό και πνευματικό λεξιλόγιο, αυτό θα ήταν η ανάληψη
του ρόλου του Πολιούχου Β ́.
Μόνο που ο καιρός είχε άλλη γνώμη.

Στις οκτώ άνοιξε το παράθυρο. Οι δρόμοι ήταν βρεγμένοι. Η βροχή δεν έπεφτε καταρρακτωδώς,
αλλά αρκούσε για να απειλήσει το χάρτινο σώμα του έργου.
«ΘΕΟΥ ΘΕΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΟΣ», σκέφτηκε.
Μίλησε με τη Ντίνα, έλεγξε το πρόγραμμα της ακολουθίας και περίμενε. Όσο περνούσε η ώρα,
τόσο περισσότερο έμοιαζε να ματαιώνεται η δράση. Άρχισε μάλιστα να υποψιάζεται ότι ο Άγιος
Δημήτριος δεν σκόπευε να τον χειροτονήσει βοηθό του.
Αλλά ο Σταμάτης δεν ήταν άνθρωπος που θα παρέδιδε τόσο εύκολα τα όπλα του.
«ΣΥΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΑ ΚΙΝΕΙ!»
Δίπλωσε το Απαστράπτον, το πήρε παραμάσχαλα και ξεκίνησε. Θα πήγαινε ο ίδιος στον Άγιο
Δημήτριο, με το μετρό, και θα έβλεπε τι μπορούσε να κάνει.
Όταν βγήκε από τον σταθμό Βενιζέλου, η βροχή είχε σταματήσει. Οι δρόμοι, όμως, παρέμεναν
βρεγμένοι. Το έργο έπρεπε να μείνει διπλωμένο. Ο Σταμάτης ανηφόρισε προς την Αγίου
Δημητρίου και, όσο πλησίαζε στον ναό, τόσο πλήθαιναν οι προσκυνητές, οι μοναχοί και οι
αστυνομικοί.
Κάγκελα, έλεγχοι, σχηματισμοί, μια οργανωμένη υποδοχή. Η πρόσβαση στον χώρο μπροστά από
την κεντρική είσοδο ήταν περιορισμένη. Ο κόσμος περίμενε στην ουρά για να μπει στον ναό.
Ο Σταμάτης δεν ήθελε να μπει στην ουρά. Αναζητούσε ένα σημείο όπου θα μπορούσε να σταθεί
ορατός, να φορέσει το Απαστράπτον και να αφήσει το αίτημά του να μιλήσει. Σκέφτηκε το μικρό
υπερυψωμένο σημείο στα αριστερά της πλατείας, όπως κοιτούσε κανείς την κύρια είσοδο.
Τότε εμφανίστηκε μια γυναίκα με πολιτικά.
«Αστυνομία», του είπε, ζητώντας να μάθει τι κουβαλούσε.
Ο Σταμάτης ζήτησε να δει την ταυτότητά της. Εκείνη την έδειξε. Εκείνος προσποιήθηκε πως
δυσκολευόταν να τη διαβάσει.
«POLICE ίσον ΠΟΛΥΣ», της είπε, παίζοντας με τις λέξεις.
«Εμένα, πάλι, γράφει ΛΙΓΟΣ! Ειναι η ταυτότητα η παλιά, η μπλε, που γράφει ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ, πειράζει;»
Πλησίασαν κι άλλοι δύο άνδρες, επίσης με πολιτικά. Κι εκείνοι ήθελαν να μάθουν τι ήταν αυτό που
κρατούσε. Η γυναίκα τού ζήτησε να το ανοίξει.
Ο Σταμάτης δέχτηκε με χαρά. Επιτέλους, σκέφτηκε, θα παρουσίαζε το έργο του.
Άπλωσε το Απαστράπτον στα σκαλιά της πλαϊνής εισόδου. Επάνω στο χαρτί αποκαλύφθηκε το
κοινωνικό αίτημα, δίπλα στη μαύρη επιφάνεια της προσευχής. Η σκηνή τού θύμισε την ασκητική
ανάβαση της Κλίμακος του Ιωάννη.
Οι αστυνομικοί ρωτούσαν τι ήταν και γιατί το κουβαλούσε.
«Κάτι το αδιάβροχον», απάντησε ο Σταμάτης.
Και, πριν προλάβουν να καταλάβουν τι εννοούσε, το σήκωσε, μπήκε κάτω από αυτό και το φόρεσε
μπροστά τους.
Το Απαστράπτον είχε αποκτήσει σώμα.

Του είπαν να κατέβει από τα σκαλιά, επειδή εμπόδιζε τον κόσμο. Εκείνος αντέτεινε ότι δεν
καταλάμβανε περισσότερο χώρο από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο. Όταν του απάντησαν ότι
εκείνοι ήταν η αστυνομία και εκείνοι αποφάσιζαν, ο Σταμάτης ξεκαθάρισε:
«Εγώ είμαι Ο ΣΤΑΜΑΤΗΣ».
Και τότε είπε τη λέξη που είχε ιδιαίτερο βάρος γι’ αυτόν:
«Είναι ένα ΤΑΜΑ που έχω προς τον Άγιο Δημήτριο τον Πολιούχο μας, να εκφράσω ένα κοινωνικό
μήνυμα συμπαράστασης προς τους φτωχούς του τόπου μας!»
Η συζήτηση συνεχίστηκε. Εκείνοι έβλεπαν πολιτικό μήνυμα. Εκείνος επέμενε πως ήταν κοινωνικό.
«Στο κάτω κάτω της γραφής, από πότε απαγορεύονται τα πολιτικά μηνύματα σε μια δημοκρατία;».
Του είπαν ότι το ένδυμα δεν ήταν ωραίο θέαμα. Εκείνος το υπερασπίστηκε ως έργο τέχνης, με τη
δική του ιστορία και τις δημόσιες εμφανίσεις του.
Του πρότειναν να περάσει απέναντι.
Δεν ήθελε να κρύψει τους φτωχούς απέναντι από τον ναό, σαν να ήταν ανεπιθύμητοι. Έτσι, γύρισε
με το πρόσωπο στραμμένο προς έναν μικρό τοίχο, άνοιξε τα χέρια και στάθηκε ακίνητος. Το
κοινωνικό μήνυμα δεν φαινόταν πια. Στην πλάτη του έμενε η προσευχή:
«ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ».
Οι άνθρωποι περνούσαν από πίσω του. Ο ίδιος προσπαθούσε να πιάνει όσο το δυνατόν λιγότερο
χώρο.
«Ορίστε», αναρωτήθηκε, «ακόμη κι έτσι σας ενοχλώ;»
Ήταν ο Αόρατος Ασκητής.
Και μέσα του απευθύνθηκε στον Άγιο Δημήτριο:
«Άγιε Δημήτρη, δε με ξηγιέσαι καλά. Εγώ το τάμα μου το εκπλήρωσα. Εσύ τι κάνεις;»
Τότε ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από πίσω:
«Θέλετε να δηλώσετε κάτι;»
Μια γυναίκα τον βιντεοσκοπούσε με το κινητό της. Του είπε ότι ήταν από το εξωτερικό. Ο
Σταμάτης άρχισε να μιλά για τους φτωχούς, για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, για την ανάγκη
να αποκτήσει αξιοπρεπές ύψος. Μίλησε για τους αρχιεπισκόπους και τις αυξήσεις τους,
διευκρινίζοντας ότι δεν ζητούσε να τις αρνηθούν, αλλά να απευθύνουν επίσημο αίτημα προς το
κράτος για τη φροντίδα των φτωχών. Πρότεινε ακόμη να περιοριστούν οι αμυντικές δαπάνες, ώστε
να διατεθούν περισσότεροι πόροι στους ανθρώπους.
Κάποιος άλλος βιντεοσκοπούσε και του έκανε νόημα να συνεχίσει.
Ο Σταμάτης συνέχισε.
Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν κι άλλοι αστυνομικοί, αυτή τη φορά με στολή. Του ζήτησαν να τους
ακολουθήσει. Ένα περιπολικό σταμάτησε στην Αγίου Δημητρίου.
Ο Σταμάτης άπλωσε το Απαστράπτον στον δρόμο για να το διπλώσει. Το χαρτί βράχηκε και
λερώθηκε λίγο. Δεν τον πείραξε. Όταν έλεγξαν την τσέπη του, τους έδωσε το κείμενο
καλλιτεχνικής πρόθεσης και ζήτησε να συμπεριληφθεί στα στοιχεία της υπόθεσης.

«Αφού δεν έχεις κάτι παράνομο, δεν θα σου βάλουμε χειροπέδες», του είπαν. «Μπες στο
περιπολικό».
«Πάλι περιπολικό; Πάλι τα ίδια;» γέλασε.
Στη διαδρομή άρχισε να αφηγείται τις παλιότερες περιπέτειές του: το πιστολάκι της σιλικόνης του
ΠΑΟΚ, τον Επιτάφιο των Τεμπών, την απεργία πείνας κάτω από την Καμάρα, τον Βαρθολομαίο,
τη λόγχη, τα δικαστήρια και την αθώωσή του.
«Μεγαλόσχημος είμαι», εξήγησε.
Το περιπολικό, ωστόσο, δεν κατευθυνόταν προς την Τούμπα, όπου τον γνώριζαν. Τον μετέφερε
στην Καλαμαριά, στη Νέα Κρήνη.
Στο τμήμα, ο αστυνομικός υπηρεσίας τον κοίταξε απορημένος.
«Τι είσαι εσύ, καλόγερος;»
«Ο ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΕΙΜΑΙ».
«Ευλογημένο να είναι», απάντησε ο αστυνομικός.
Έλεγξαν τα στοιχεία του, συζήτησαν για το Άγιον Όρος και για τη θητεία του ως εφέδρου
αξιωματικού. Ο αστυνομικός τού εξήγησε ότι οι ανώτεροί του είχαν ζητήσει να εξακριβωθεί αν
εκκρεμούσε κάποια υπόθεση. Όταν ολοκληρώθηκε ο έλεγχος, του επέστρεψε την ταυτότητα.
Στο μεταξύ, ο Σταμάτης είχε βγει στο μπαλκόνι να καπνίσει. Ο αστυνομικός αστειεύτηκε πως η θέα
ήταν κάτι που δεν έβλεπε κάθε μέρα — μια μικρή αποζημίωση για την περιπέτεια.
Ο Σταμάτης ζήτησε να φωτογραφίσει το τοπίο. Τράβηξε μερικές φωτογραφίες. Και όταν είδε πάνω
στο τραπέζι ένα περιοδικό της Ελληνικής Αστυνομίας, ρώτησε αν μπορούσε να πάρει ένα αντίτυπο.
«Αυτό όχι», του είπαν, «αλλά θα σου δώσουμε ένα καινούριο τεύχος».
Το πήρε με ευχαρίστηση.
Άλλο ένα εικαστικό τεκμήριο!
Όταν βγήκε από το τμήμα, τον περίμενε η επόμενη πρακτική δοκιμασία: πώς θα επέστρεφε; Τον
είχαν μεταφέρει με περιπολικό από τον Άγιο Δημήτριο στην Καλαμαριά και τώρα έπρεπε να βρει
μόνος του τον δρόμο για το μετρό.
«Τι κουφάλες!» σκέφτηκε γελώντας.
Στον δρόμο, κάποιοι περαστικοί τον ρώτησαν αν ήταν μοναχός.
«Ε, όσο να ’ναι είμαι!»
Και συνέχισε.
Αργότερα, κοιτάζοντας το κινητό του, είδε την είδηση για τη λειτουργία του Ιερωνύμου στον Άγιο
Δημήτριο. Ο Αρχιεπίσκοπος είχε μιλήσει για την ενότητα, την ειρήνη, την ελευθερία, την
αξιοπρέπεια, την αλήθεια, την ευθύνη και την ελευθερία της συνείδησης.
Ο Σταμάτης χαμογέλασε.

«Ο Ιερώνυμος ετελείωσεν. Εγώ ακόμη;»
Η δική του ημέρα είχε ακολουθήσει διαφορετική διαδρομή. Είχε ξεκινήσει με μια προσευχή και
ένα έργο που κινδύνευε να βραχεί. Είχε περάσει από τα σκαλιά του ναού, τις αντιρρήσεις των
αστυνομικών, τις κάμερες, το περιπολικό και το αστυνομικό τμήμα. Και είχε καταλήξει με ένα
καινούργιο περιοδικό στα χέρια και με το Απαστράπτον λίγο πιο ταλαιπωρημένο, αλλά ακόμη δικό
του. Είχε γράψει +1...
Το πιο παράδοξο, όμως, ήταν άλλο.
Η μεταφορά του είχε περάσει τα όρια της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης. Ο Πολιούχος Β ́ βρέθηκε
στη Νέα Κρήνη, έξω από την εκκλησιαστική επικράτεια του Πολιούχου του.
Για τον Σταμάτη, αυτό δεν σήμαινε εξορία. Οι Αόρατοι Ασκητές δεν γνώριζαν σύνορα. Τελούν υπό
της θείας Χάριτος και είναι Οικουμενικοί. Η φιλαλληλία δεν περιορίζεται σε διοικητικές γραμμές
και η προσευχή δεν χρειάζεται άδεια μετακίνησης.....Στον Σταμάτη, Πολιούχο Β΄ — Για μια παρουσία που δεν χωρούσε στην ταξινόμηση


 
216 x 144000 ανταπάντηση του Χάρη Κοντοσφύρη

Αγαπητέ Σταμάτη,

Θέλω να σε συγχαρώ για όσα επιχείρησες με το Απαστράπτον την ημέρα του Αγίου Δημητρίου. Διαβάζοντας την αφήγησή σου, αναγνώρισα μια καλλιτεχνική πράξη με σαφή υλική, κοινωνική και πνευματική συγκρότηση. Το χαρτί, το πλαστικό, το κέντημα, η προσευχή, το αίτημα για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα και το σώμα σου εργάστηκαν μαζί. Η αξία της πράξης βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη συνάντηση: έδωσες στο αίτημα της φιλαλληλίας μια μορφή που μπορούσε να σταθεί ανάμεσα στους ανθρώπους, να εκτεθεί στον καιρό, να ερωτηθεί, να μετακινηθεί και να επιμείνει.

Σκέφτομαι τη δράση σου διαβάζοντας τον τρίτο στοχασμό του Αλαίν Μπαντιού στο Το Είναι και το Συμβάν. Εκεί εξετάζει, μέσα από τη θεωρία των συνόλων, τα όρια της πεποίθησης ότι μια καλά οργανωμένη γλώσσα μπορεί να κυριαρχήσει πάνω σε οτιδήποτε υπάρχει. Το φιλοσοφικό ερώτημα που κρατώ είναι απλό και απαιτητικό: αρκεί να ονομάσουμε κάτι, να του αποδώσουμε μια ιδιότητα, για να έχουμε εξαντλήσει την ύπαρξή του;

Η δική σου ημέρα κάνει αυτό το ερώτημα χειροπιαστό.

Στον δρόμο και στο τμήμα εμφανίζονται διαδοχικές απόπειρες προσδιορισμού σου: μοναχός, καλλιτέχνης, φορέας πολιτικού μηνύματος, άνθρωπος που πρέπει να μετακινηθεί, πρόσωπο προς εξακρίβωση. Κάθε χαρακτηρισμός μπορεί να αναγνωρίζει μια πλευρά της παρουσίας σου. Κανένας, όμως, δεν αρκεί για να περιλάβει όσα συνυπάρχουν σε αυτήν. Είσαι εκεί με μια προσωπική ιστορία, ένα έργο, μια προσευχή, μια οικονομική διεκδίκηση, χιούμορ και συγκεκριμένη πρόθεση.

Γι’ αυτό βρίσκω τόσο εύστοχη την απάντησή σου: «Εγώ είμαι ο Σταμάτης». Η φράση επαναφέρει το πρόσωπο μέσα στη διαδικασία της αναγνώρισης. Ζητά από τον συνομιλητή σου να συναντήσει αυτόν που έχει απέναντί του, μαζί με όσα οι διαθέσιμες κατηγορίες δυσκολεύονται να περιγράψουν.

Ο Μπαντιού ονομάζει «μέτρηση-ως-ένα» τη λειτουργία με την οποία μια πολλαπλότητα παρουσιάζεται ως μία ενότητα. Στη δράση σου μπορούμε να αναγνωρίσουμε, αναλογικά, την ένταση που δημιουργείται όταν μια σύνθετη παρουσία αντιμετωπίζεται μέσα από μία μόνο περιγραφή. Η λέξη «πολιτικό», για παράδειγμα, χρησιμοποιείται στη συζήτηση σαν να αρκεί για να κλείσει το ζήτημα του έργου. Εσύ επιστρέφεις στο κοινωνικό του περιεχόμενο και θέτεις το εύλογο ερώτημα για τη θέση του πολιτικού λόγου στη δημοκρατία. Έτσι, ανοίγεις ξανά τη συζήτηση εκεί όπου ένας χαρακτηρισμός κινδυνεύει να την τερματίσει.

Αυτό είναι ένα πρώτο στοιχείο για το οποίο σε συγχαίρω: υπερασπίστηκες τη δυνατότητα του έργου να έχει περισσότερες από μία αναγνώσεις, παραμένοντας σαφής ως προς το αίτημά του.

Το δεύτερο αφορά την ίδια τη φτώχεια. Στην ανάγνωση του αξιώματος του διαχωρισμού, ο Μπαντιού υπογραμμίζει ότι η γλώσσα λειτουργεί πάνω σε μια ύπαρξη που προϋποτίθεται. Μπορεί να διακρίνει και να συγκροτεί επιμέρους σύνολα μέσα σε αυτό που υπάρχει· δεν θεμελιώνει από μόνη της το ότι υπάρχει κάτι.

Μεταφέροντας προσεκτικά αυτή τη σκέψη στο κοινωνικό πεδίο, μπορούμε να πούμε: οι φτωχοί υπάρχουν πριν από τις ονομασίες με τις οποίες τους καταγράφουμε. Οι ανάγκες τους προηγούνται των κατηγοριών δικαιούχων, των κριτηρίων και των δημόσιων διατυπώσεων περί μέριμνας. Η διοικητική περιγραφή είναι αναγκαία για να οργανωθεί η υποστήριξη, αλλά η ζωή που καλείται να υποστηρίξει έχει ήδη αρχίσει και συνεχίζεται καθημερινά.

Το αίτημα που έφερες επάνω σου επανέφερε αυτή την προτεραιότητα. Ζήτησες να εξεταστεί το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα από τη σκοπιά της ζωής που οφείλει να στηρίζει. Η «ειλικρινής επανεξέταση» αποκτά έτσι συγκεκριμένο βάρος: ζητά αντιστοιχία ανάμεσα στη δημόσια υπόσχεση προστασίας και στις πραγματικές δυνατότητες αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Η λέξη «φιλαλληλία» είναι αποφασιστική. Μεταφέρει το ερώτημα στη σχέση μας με τον άλλον. Στο έργο σου η κοινωνική μέριμνα γίνεται υπόθεση συνύπαρξης: τι σημαίνει να ζούμε στην ίδια πόλη και να επιτρέπουμε στον διπλανό μας να παραμένει αόρατος;

Ακριβώς εδώ αναγνωρίζω τη δύναμη του Απαστράπτοντος ως εικαστικού έργου. Το μήνυμα αποκτά σώμα και το σώμα αναλαμβάνει το κόστος της εμφάνισής του. Το χαρτί κινδυνεύει να βραχεί, οι ενώσεις του παραμένουν ευάλωτες, χρειάζεται δίπλωμα, μεταφορά, προσοχή. Η υλική του κατασκευή επιτρέπει να διαβάσουμε μια συγγένεια με την επισφάλεια για την οποία μιλά: ακόμη και όταν υπάρχει προστασία, υπάρχουν σημεία όπου αυτή δεν επαρκεί.

Δεν χρειάζεται να θεωρήσουμε κάθε φθορά προσχεδιασμένο σύμβολο. Η πραγματική δοκιμασία του υλικού αρκεί. Το έργο εκτέθηκε στις συνθήκες του κόσμου και επέστρεψε με τα ίχνη της διαδρομής του.

Ιδιαίτερα ισχυρή θεωρώ τη στιγμή που στρέφεσαι προς τον τοίχο. Το κοινωνικό αίτημα παύει να φαίνεται και παραμένει ορατή η προσευχή. Η στάση σου οργανώνει μια ολόκληρη εικόνα γύρω από το ερώτημα της παρουσίας: πόσο πρέπει να υποχωρήσει ένας άνθρωπος για να θεωρηθεί ότι δικαιούται να βρίσκεται εκεί;

Ο «Αόρατος Ασκητής» αποκτά τότε μια οδυνηρή ακρίβεια. Η αορατότητα παράγεται μέσα στον δημόσιο χώρο, μπροστά στους άλλους. Το σώμα εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί, ακόμη και όταν περιορίζει την έκτασή του και αποσύρει το μήνυμα από το βλέμμα. Σε αυτή τη στάση, η προσευχή γίνεται επίσης ένας τρόπος να συνεχιστεί η απεύθυνση.

Χρειάζεται εδώ να σεβαστούμε και τη διαφορά σου από τον Μπαντιού. Στο κείμενό του, η συζήτηση για τον Κάντορ και το θείο άπειρο δεν προσφέρει θεολογική δικαίωση της πράξης σου. Η δική σου πίστη έχει τη δική της γλώσσα και ιστορία. Η συνάντηση που προτείνω αφορά το όριο κάθε αξίωσης να κλείσει οριστικά μια πολλαπλή παρουσία μέσα σε έναν ορισμό. Η προσευχή, το τάμα, το χιούμορ και η κοινωνική διεκδίκηση παραμένουν στη δράση σου διακριτά και ταυτόχρονα συνδεδεμένα.

Γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον και το «Β΄» του τίτλου σου. Το διαβάζω ως άνοιγμα μιας θέσης δίπλα στον αναγνωρισμένο Πολιούχο: μιας θέσης για εκείνον που αναλαμβάνει, με τα διαθέσιμα μέσα του, να υπενθυμίσει τους ευάλωτους της πόλης. Η προστασία της πόλης αποκτά έτσι μια καθημερινή απαίτηση συμμετοχής. Μπορεί να αρχίζει από ένα σώμα που στέκεται και ζητά να ακουστεί ένα αίτημα.

Σε συγχαίρω επίσης για το χιούμορ σου. Το «POLICE — ΠΟΛΥΣ — ΛΙΓΟΣ», το επαναλαμβανόμενο «Ο Σταμάτης είμαι», η αποδοχή του περιοδικού ως εικαστικού τεκμηρίου κρατούν ενεργή την ικανότητά σου να ερμηνεύεις όσα σου συμβαίνουν. Ακόμη και μέσα σε μια διαδρομή που αποφασίζουν άλλοι, συνεχίζεις να παράγεις σχέσεις, λόγο και υλικό.

Η μεταφορά στο τμήμα, από μόνη της, δεν αποδεικνύει την καλλιτεχνική αξία μιας δράσης. Αυτή αναδεικνύεται από τη συνοχή της μορφής, την καθαρότητα της πρόθεσης και τα ερωτήματα που η πράξη αφήνει δημόσια. Στη δική σου αφήγηση, αυτά τα στοιχεία είναι παρόντα.

Η ημέρα δεν ολοκληρώθηκε όπως την είχες σχεδιάσει. Ωστόσο, το αίτημα εκφωνήθηκε, το έργο φορέθηκε, η συνάντηση έγινε και η διαδρομή απέκτησε τεκμήρια. Το Απαστράπτον επέστρεψε ταλαιπωρημένο, έχοντας δοκιμάσει στην πράξη τη σχέση ανάμεσα στην ευθραυστότητα και την επιμονή.

Σε συγχαίρω, λοιπόν, Σταμάτη, επειδή έδωσες στη φιλαλληλία μορφή, χρόνο και δημόσια παρουσία. Και επειδή μας άφησες ένα ερώτημα που αφορά όλους όσοι κατοικούμε την πόλη: όταν μιλάμε για ενότητα, αξιοπρέπεια και φροντίδα, ποια θέση παραχωρούμε στον άνθρωπο που εμφανίζεται μπροστά μας και ζητά να γίνουν αυτές οι λέξεις πράξη;

Σταμάτη, κάτι θέλω να σου αναφέρω για το 216.

Σκέφτομαι ότι αυτός ο αριθμός, το ποσό του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος στο οποίο αναφέρεσαι, μπορεί να γίνει ο πυρήνας μιας ολόκληρης εικαστικής και φιλοσοφικής διερεύνησης. Διαβάζοντας τον τρίτο στοχασμό του Μπαντιού από το Το Είναι και το Συμβάν, βλέπω έναν τρόπο να προσεγγίσουμε όσα ήδη θέτεις με το Απαστράπτον: τη συνάντηση ανάμεσα σε έναν αριθμό και στο σώμα που καλείται να ζήσει με αυτόν.

Θα μπορούσαμε να δώσουμε σε αυτή τη σκέψη έναν πρώτο τίτλο: «216: η ζωή που προϋπάρχει της μέτρησής της».

Ο Μπαντιού εξετάζει τα όρια της γλώσσας απέναντι στην ύπαρξη. Μέσα από τη θεωρία των συνόλων, δείχνει ότι η γλώσσα δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει το ότι κάτι υπάρχει. Μπορεί να διακρίνει, να οργανώνει και να απομονώνει κάτι μέσα σε μια ύπαρξη που προϋποτίθεται. Κρατώ αυτή τη σκέψη και τη φέρνω, ως αναλογία, στο δικό σου αίτημα.

Ο άνθρωπος υπάρχει πριν χαρακτηριστεί δικαιούχος. Πεινά, κατοικεί, μετακινείται, σχετίζεται, επιθυμεί και δημιουργεί πριν του αποδοθεί ένα ποσό. Η ζωή του έχει ήδη αρχίσει. Το 216 έρχεται να συναντήσει αυτή τη ζωή και αναλαμβάνει, ως παροχή, μια συγκεκριμένη λειτουργία υποστήριξής της.

Εδώ βρίσκεται το πρώτο ερώτημα που με ενδιαφέρει: τι συμβαίνει όταν ένας αριθμός γίνεται ο κυρίαρχος τρόπος με τον οποίο αναγνωρίζεται δημόσια η ανάγκη ενός ανθρώπου;

Στο κείμενο του Μπαντιού υπάρχει η λειτουργία της «μέτρησης-ως-ένα»: ο τρόπος με τον οποίο μια πολλαπλότητα παρουσιάζεται ως ενότητα. Ο όρος δεν σημαίνει χρηματική αποτίμηση. Μας δίνει, ωστόσο, μια αφετηρία για να σκεφτούμε πώς πολλές διαφορετικές ανάγκες συγκεντρώνονται κάτω από έναν κοινό διοικητικό προσδιορισμό.

Σκέψου πόσα διαφορετικά πράγματα συναντιούνται στο 216. Τροφή, στέγη, ηλεκτρικό, μετακίνηση, επικοινωνία, καθημερινές υποχρεώσεις, ένα απρόβλεπτο έξοδο. Και μαζί τους, η ανάγκη να παραμένει κανείς παρών στον κόσμο: να συναντά τους άλλους, να συμμετέχει, να δημιουργεί, να μπορεί να σχεδιάζει κάτι πέρα από την επόμενη ημέρα.

Το ποσό έχει μια καθαρή αριθμητική ενότητα. Η ζωή που καλείται να υποστηρίξει έχει πολλαπλές και μεταβαλλόμενες απαιτήσεις. Αυτή η σχέση χρειάζεται να εξεταστεί. Εκεί βλέπω μια δυνατότητα για το έργο σου: να ανοίξεις τον αριθμό και να εμφανίσεις όσα βρίσκονται συμπυκνωμένα μέσα του.

Το δεύτερο σημείο αφορά τον δικαιούχο ως πρόσωπο. Στη θεωρία που εξετάζει ο Μπαντιού, το να είναι κάτι στοιχείο ενός συνόλου αποτελεί σχέση, όχι εγγενή ποιότητά του. Αν μεταφέρουμε προσεκτικά αυτή τη σκέψη στο κοινωνικό πεδίο, η ιδιότητα του δικαιούχου περιγράφει τη σχέση ενός ανθρώπου με ένα σύστημα υποστήριξης. Δεν εξαντλεί το ποιος είναι.

Γι’ αυτό η φράση σου «Εγώ είμαι ο Σταμάτης» έχει, για μένα, ιδιαίτερη δύναμη. Επαναφέρει τη συγκεκριμένη παρουσία μέσα στη διαδικασία της ταξινόμησης. Είσαι ένας άνθρωπος με ιστορία, πίστη, καλλιτεχνική εργασία, εμπειρίες, χιούμορ και επιθυμίες. Το όνομά σου φέρνει αυτή την πολλαπλότητα μπροστά στον συνομιλητή σου.

Το 216 θα μπορούσε να διερευνήσει ακριβώς αυτή τη συνάντηση: τον διοικητικά αναγνωρίσιμο δικαιούχο και το πρόσωπο που εμφανίζεται με τη δική του φωνή. Να δείξει πώς ένας άνθρωπος, ενώ καταγράφεται ως αποδέκτης μιας παροχής, παραμένει δημιουργός, συνομιλητής και φορέας δημόσιου αιτήματος.

Το τρίτο σημείο βρίσκεται στη λέξη «εγγυημένο». Αυτή η λέξη δημιουργεί μια δέσμευση. Μας υποχρεώνει να ρωτήσουμε τι ακριβώς εγγυάται το ποσό στην καθημερινότητα εκείνου που το λαμβάνει.

Η ονομασία μιας παροχής δεν αρκεί για να αποδείξει την υλική της επάρκεια. Η επάρκεια κρίνεται στις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης, στις τιμές, στις ανάγκες, στις δυνατότητες που ανοίγονται ή περιορίζονται. Εδώ η σκέψη του Μπαντιού μάς βοηθά να κρατήσουμε ανοιχτή τη διάκριση ανάμεσα στη γλώσσα και στην ύπαρξη που αυτή περιγράφει.

Γι’ αυτό βρίσκω τόσο ουσιαστική τη δική σου διατύπωση: «ειλικρινής επανεξέταση». Ζητάς να επιστρέψει η δημόσια διατύπωση στη ζωή την οποία αφορά. Να εξεταστεί η σχέση της υπόσχεσης με το αποτέλεσμά της. Το αίτημά σου αποκτά έτσι συγκεκριμένο περιεχόμενο: να μετρηθεί η υποστήριξη από τη σκοπιά του ανθρώπου που χρειάζεται να στηριχθεί.

Το τέταρτο σημείο είναι το σώμα σου μέσα στο Απαστράπτον. Εκεί η σκέψη αποκτά υλικό βάρος. Το αίτημα φοριέται, περπατά, κινδυνεύει να βραχεί, στέκεται στα σκαλιά, συνομιλεί, διπλώνεται και μεταφέρεται. Το σώμα αναλαμβάνει τον κόπο της δημόσιας εμφάνισής του.

Το χαρτί, το διαφανές πλαστικό και οι ευάλωτες ενώσεις έχουν εδώ ιδιαίτερη σημασία. Μπορούμε να διαβάσουμε μέσα τους τη σχέση ανάμεσα στην προστασία και στα όριά της. Υπάρχει ένα περίβλημα που προστατεύει, αλλά υπάρχουν και σημεία που παραμένουν εκτεθειμένα. Το έργο δοκιμάζεται από τον καιρό, όπως μια υπόσχεση υποστήριξης δοκιμάζεται από τις συνθήκες της ζωής.

Δεν χρειάζεται κάθε φθορά να έχει προσχεδιαστεί ως σύμβολο. Η πραγματική περιπέτεια του υλικού παράγει τη δική της γνώση. Το Απαστράπτον επιστρέφει με ίχνη, έχοντας περάσει από μια συγκεκριμένη διαδρομή. Και το σώμα που το φορά δίνει στον αριθμό μια παρουσία που μπορεί να συναντηθεί, να ακουστεί και να απευθύνει ερωτήματα.

Σκέφτομαι ακόμη τη στιγμή που στρέφεσαι προς τον τοίχο. Το κοινωνικό αίτημα αποσύρεται από το βλέμμα και παραμένει ορατή η προσευχή. Εσύ εξακολουθείς να βρίσκεσαι εκεί. Η σκηνή θέτει ένα δύσκολο ερώτημα: ποια θέση διαθέτει ο δημόσιος χώρος σε έναν άνθρωπο που εμφανίζεται μαζί με την ανάγκη και τη διεκδίκησή του;

Το 216 μπορεί να αποκτήσει τη δύναμή του ακριβώς μέσα από αυτή την παρουσία. Να μας φέρει μπροστά σε εκείνον που λαμβάνει, ζει, δημιουργεί και ζητά να ακουστεί. Να συνδέσει την αφηρημένη μορφή του ποσού με τις συγκεκριμένες συνέπειές του.

Αν επιχειρούσα, λοιπόν, Σταμάτη, να διατυπώσω μια πρώτη οντολογική πρόταση για το 216, θα έλεγα το εξής:

Το 216 ονομάζει τη συνάντηση ανάμεσα στην πολλαπλότητα της ζωής και στη διοικητική μορφή της υποστήριξής της. Η ζωή προηγείται του ποσού. Έχει ανάγκες, σχέσεις και δυνατότητες τις οποίες η παροχή καλείται να υπηρετήσει. Ως εικαστικό έργο, το 216 επαναφέρει αυτή την προτεραιότητα στη δημόσια θέα και θέτει την εγγύηση ενώπιον των υλικών της συνεπειών.144000 δικαιούνται  το ποσό του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος.

Αυτή είναι μια δική μας ανάπτυξη με αφετηρία τον Μπαντιού. Το κείμενό του μας βοηθά να σκεφτούμε την πολλαπλότητα, το ανήκειν και τα όρια της ονομασίας. Εσύ προσθέτεις, με τη φιλαλληλία, την ηθική και πολιτική κατεύθυνση: η αναγνώριση της ύπαρξης του άλλου να αποκτήσει έμπρακτο περιεχόμενο.

Εκεί θεωρώ ότι βρίσκεται η ουσιαστική δυνατότητα του 216 x 144000, Σταμάτη. Να γίνει ένας αριθμός που μας αναγκάζει να συναντήσουμε έναν άνθρωπο. Και μέσα από αυτή τη συνάντηση να εξετάσουμε τι σημαίνει, στην πράξη, ότι εγγυόμαστε ο ένας στον άλλον τη δυνατότητα να ζούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου