Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Διπλωματική Εργασία Κωνσταντίνωφ Χριστιάν- Άτιτλο

    


" 'Ατιτλο" Κωνσταντίνωφ Χριστιάν


Ο στόχος της πτυχιακής μου, θέλει να ορίσει μέσα από έναν (θα έλεγε κανείς) επιπόλαιο στοχασμό προς τον λόγο, την ύπαρξη και τον ρόλο της τέχνης και του καλλιτέχνη.  Είναι μια εποχή που η τέχνη παρακμάζει, είναι η εποχή της αδράνειας, δεν πηγαίνουμε μήτε προς τα μπρος αλλά μήτε προς τα πίσω.  Η τέχνη έχει χάσει στο εκπαιδευτικό της περιεχόμενο, τον ρόλο της, δεν είναι παρά διακοσμητική, τα σύγχρονα μουσεία παίζουν έναν απροσδιόριστο ρόλο στην κοινωνία μας και για να γίνω πιο ακριβής , η ίδια η κοινωνία δεν γνωρίζει τον ρόλο της ίδιας της την ύπαρξη. Όσο για τον σύγχρονο καλλιτέχνη, έχει μια αλαζονική τάση όπου αρκείται πληρώντας ευχαρίστηση στον προσωπικό του εγωισμό – «πουλάω, άρα αρέσω. Αρέσω – άρα είμαι καλός.» 



    Στην ανάπτυξη του θεωρητικού πλαισίου της πτυχιακής μου, θα προσπαθήσω να αποδώσω ένα κομμάτι των σκέψεων μου όπου η υλική υπόσταση θα προσπαθήσει να παίξει έναν ιδεομορφικό ρόλο. 
      Ξεκινώντας τέτοιες σκέψεις, θεωρώ σημαντικό να ειπωθεί ότι μιλάω ως ένας φοιτητής, ένα προσφερόμενο άτομο που προσπαθεί να κατανοήσει την τέχνη από μια θεωρητική σκοπιά, ή πιο σωστά τοποθετημένο, από τον εκπαιδευτικό της χαρακτήρα. Η τέχνη στην εποχή που ζούμε δεν προσφέρει τίποτα άλλο παρά ικανοποίηση του αισθητικού μας γούστου. Σε όλες τις τοποθετήσεις της ιστορίας της τέχνης, σε διαλέξεις όπου περιέχουν παραδείγματα καλλιτεχνών, ή και βιβλία όπως για παράδειγμα «ο Προύστ ήταν νευροεπιστήμονας» μας φαναιρώνει μια σειρά μελέτης για τον Cézzane, όπου με αυτό τον τρόπο η τέχνη φέρει παράδειγμα εκπαιδευτικού και ερευνητικού περιεχομένου. Επομένως διευρύνοντας τα όρια της σκέψης μου στο περιεχόμενο της τέχνης, θεωρώ ότι η έρευνα και η εκπαίδευση – σε γνωστικό επίπεδο – προσφέρει ένα είδος παιδείας στους αναγώστες, κατανοώντας την χρησιμότητα της τέχνης στη σύγχρονη κοινωνία, είναι άκρος απαραίτητη, πράγμα που στην χώρα μας έχει καταρρεύσει προ πολλού. Όπως είπε ο Eugene Ionesco: «Αν δεν καταλάβουμε την χρησιμότητα του αχρήστου, δεν θα καταλάβουμε την τέχνη, και μια χώρα που δεν καταλαβαίνει την τέχνη είναι μια χώρα σκλάβων ή ρομπότ, μια χώρα δυστυχισμένων ανθρώπων, που δεν γελάνε και δεν χαμογελάνε, μια χώρα χωρίς πνεύμα όπου δεν υπάρχει χιούμορ, όπου υπάρχει οργή και μίσος.»[1]

    Θα επιθυμούσα να κάνω μια μικρή εισαγωγή γύρω από την φιλοσοφία και τον τρόπου που σχετιίζεται γύρω απο την πτυχιακή μου, είναι το μόνο μέσο που μπορεί να με βοηθήσει να εξηγήσω τις σκέψεις μου στα θέματα που αφορούν τον ρόλο της κοινωνίας, της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της τέχνης. 
   θα αρχίσω μιλώντας για την άνθηση της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία είναι μια σύνθετη λέξη από το ρήμα φιλέω-ω [= αγαπώ, επιδοκιμάζω, συνηθίζω] και το ουσιαστικό σοφία [=ευφυΐα, δεξιότητα εμπειρία και κάποια τέχνη, ορθή κρίση, φρόνηση, πρακτική και πολιτική σύνεση, γνώση των επιστημών, μάθηση, παιδεία]. Η φιλοσοφία γεννήθηκε από την ανάγκη και επιδίωξη του ανθρώπου, οι οποίες έχουν τη ρίζα τους στο ένστικτο της ζωής, να μάθει και να εξηγήσει τον κόσμο, να αναζητήσει την αρχή του, ορίζοντας συνάμα και τη θέση του μέσα στον πλησίον του. Μια εσωτερική ορμή ώθησε τον άνθρωπο να αναζητήσει τη σύσταση του κόσμου, διαμορφώνοντας με τη βοήθεια του νου μια γενική εικόνα, μια κοσμοθεωρία και κοσμοερμνηνεία. Εάν εστιάσουμε στις προτάσεις προσεκτικά το νόημα δεν θα αργήσει να φανερωθεί, η τέχνη βαδίζει στα ίδια χνάρια που μολαταύτα, ενώ η φιλοσοφία και οι τέχνες είναι κάτι διαφορετικά – καταλαβαίνουμε ότι δεν διαφέρουν και πολύ μεταξύ τους. Είναι δυο μορφών ποιητές στον καλλιτεχνικό ορίζοντα. Οι φιλόσοφοι που κάθε άλλο, βάζουν το πνεύμα και τον νου πάνω από όλα, και την «τέχνη» που μορφοποιεί την σκέψη – που της δίνει υπόσταση. Για να είμαι ξεκάθαρος στην συνέχεια, όπου έργο τέχνης που διαθέτει πνεύμα και νου = ιδεομορφία [η ιδέα που παίρνει μορφή] – οι υπόλοιποι είναι τεχνίτες, ζωγράφοι, γλύπτες κλπ. 
        Αποσπασματικά θα προσπαθήσω να εξηγήσω πράγματα που δεν είναι απολύτως κατανοητά την εποχή που ζούμε. Γιατί όμως; Από την εκπαίδευση που έχουμε δεχτεί, απευθυνόμενος στα όρια της ελληνικής διδασκαλίας, τα εικαστικά είναι ζωγραφική, είναι γλυπτική, είναι κάτι που οι καλλιτέχνες δημιουργούν. Όμως είναι τόσο ρηχά τα νερά που μας δείχνουν ή μήπως έχουμε σκοπό να κολυμπήσουμε; Κολυμπώντας κανείς μέσα, θα καταλάβει ότι η ποίηση, η λογοτεχνία, οι θετικές επιστήμες, η φιλοσοφία κλπ εμπλέκονται όλα μεταξύ τους. Συναντάμε συχνά φιλοσόφους να μιλάνε για καλλιτέχνες και το αντίστροφο, επιστήμονες να κάνουν έρευνες επηρεαζόμενοι από έργα καλλιτεχνών και έρευνες διεξάγονται συνεχώς σε κοινωνικά θέματα επηρεαζόμενες από την πολιτική και κοινωνική τους διάσταση. Όπως κανείς θα δει στον Α τόμο  της Ιστορίας της φιλοσοφίας της Σωτηρία τριαντάρη, «Συνοψίζοντας, μπορούμε να διατυπώσουμε την εκτίμηση ότι ο ορισμός της φιλοσοφίας μεταβάλλεται με το χρόνο, ανάλογα πάντα με τις ιστορικές συνθήκες που επηρεάζουν την εξελικτική διαδικασία του ανθρώπινου λόγου, ο οποίος διερχόμενος από το στάδιο του δογματισμού και του σκεπτικισμού φτάνει στην κριτική αυτογνωσία. Προς αυτή την κατεύθυνση η φιλοσοφία εκφράζει κάθε εποχή και δεν ανεξαρτητοποιείται από τα δεδομένα της, ενώ παράλληλα τα εκάστοτε διαμορφωμένα φιλοσοφικά συστήματα δεν τίθενται στο περιθώριο, αλλά πορεύονται μέσα στον χρόνο και συνδέονται άμεσα, καθώς συνεχώς, παρά του ότι ενίοτε αλληλοαναιρούνται και αντιμάχονται, φέρουν στη δομή τους και στο εννοιολογικό υλικό τους το ένα στοιχεία του άλλου. Άρα βρίσκονται σε σχέση αμοιβαίας άρσης και σύνθεσης, χωρίς κάτι τέτοιο να είναι αντιφατικό, αλλά να εκφράζει τη δυναμοκρατική κατάσταση της ζωής. Το γεγονός αυτό διακρίνει τη φιλοσοφία από τις επιμέρους επιστήμες, οι οποίες παρουσιάζουν ένα γραμμικό τύπο προοδευτικής ανάπτυξης. Από τη θέση αυτή θεωρείται καλό να εκτεθεί η σχέση της φιλοσοφίας με την επιστήμη, τη θρησκεία και την τέχνη. Ξανά, η μετατροπή της λέξης «φιλοσοφίας» σε «τέχνες» δεν θα επηρέαζε καθόλου την ροή και την υπόσταση του κειμένου, η ουσία του μένει αμετάβλητη.


Πύκνωση – Αραίωση

    Ξεκινώντας μια έρευνα το 2015 για την πύκνωση και την αραίωση μέσα από τα μάτια ενός ζωγράφου, κατέληξα στην μελέτη ζωγράφων όπως του Mark Rothko, Jackson Pollock και όλων των καλλιτεχνών της αναφερόμενης ΝεοΥορκέζικης σχολής (της δεκαετίας του 50). Τα αποτελέσματα ήταν κυρίως τεχνικού χαρακτήρα, κατανόηση δηλαδή της ψευδαίσθησης του χώρου σε σχέση με το χρώμα, τον τόνο, τον όγκο, της γραμμής, εν ολίγης  μια έρευνα που με οδηγούσε διεξοδικά στην έννοια του κενού και του γεμάτου. Τέτοια συμπεράσματα με οδήγησαν γρήγορα σε μια διάλεξη του γνωστού Άγγλου γλύπτη, Antony Gormley. Κάνοντας ένα απλό πείραμα με το κοινό, ζητώντας τους να κλείσουν όλοι τα μάτια τους και δίνοντας τους εξηγήσεις για το τι υπάρχει κλείνοντας τα μάτια του ένας άνθρωπος, σύγκρινα τον ειρμό της σκέψης του με του Πλάτωνα, σάμπως εξήγησε με λιτό τρόπο τον κόσμο των ιδεών σε όλο το κοινό που το παρακολουθούσε. Εξήγησε την σκέψη ενός δημιουργού, ενός ανθρώπου όπου έχει την ικανότητα να δημιουργήσει ένα ιδανικό περιβάλλον μέσα στο κεφάλι του. Ήταν θαρρείς η απόδειξη του δημιουργού που παίρνει την ιδέα του ανάκλιντρου στον πραγματικό (όπως κατανοούμε εμείς) κόσμο.
    Στα πλαίσια αυτής της μελέτης, όπου η ζωγραφική μου έπαιξε μείζονα ρόλο – σκοπό είχα την κατανόηση της έννοιας του χώρου στην ζωγραφική. Οπότε προσπάθησα να το αναπτύξω θεμελιακά, όπου χώρος και χρόνος δηλαδή οι τέσσερεις διαστάσεις σε σχέση με την τέχνη και τον καλλιτέχνη στο παραγωγικό τους κομμάτι – όσο αυτό θα μπορούσε να αναπτυχθεί. Έτσι λοιπόν επάγεται ένα συνοπτικό θεώρημα που το ονομάζω «Σημείο 0». 
«Το σημείο Μηδέν» είναι μια θεωρία όπου χωρίζεται σε τέσσερα τέταρτα (4/4).  Είναι οι δύο βασικές ενδείξεις, Η Πραγματικότητα και η Ιδέα. Στην πλευρά της πραγματικότητας έχω ονομάσει τα 2/4 Ακμή και Παρακμή, ενώ από την πλευρά της ιδέας τα έχω ονομάσει Πύκνωση και Αραίωση, δύο αντίθετες μεταξύ τους έννοιες και στις δύο περιπτώσεις. Το σημείο 0 είναι όπου εφάπτονται όλα τα σημεία, αλλά λειτουργεί με μία προκαθορισμένη σειρά διεργασίας. Η πύκνωση και αραίωση λειτουργούν σαν ταλαντεύσημες έννοιες που λειτουργούν μιμητικά επηρεαζόμενες από την πλευρά της πραγματικότητας. Αντίθετα η πραγματικότητα κινείτε με έναν κυκλικό ρυθμό από το σημείο 0 , στην κορύφωση του και πίσω σχηματίζοντας έναν πλήρη κύκλο. 
     Η ακμή (δημιουργία):
 Η ακμή είναι η έναρξη μιας πράξης, ενός έργου που πλέον διεξοδικά ξεκινάς την ανάλυση και την ποίηση του. Αυτή η περίοδος σαφώς απαιτεί χρόνο μέχρι να φτάσει ο καλλιτέχνης να θεωρήσει το έργο του τελειοποιημένο. 
Η παρακμή:
Στην κορύφωση λοιπόν της ακμής ξεκινάει η χρονική περίοδος της παρακμής. Όπου αντίθετα από το ποιητικό κομμάτι έρχεται το μετα-ποιητικό κομμάτι, δηλαδή , η αμφισβήτηση ή η συνέχιση ενός νέου περιεχομένου. Επομένως, ο καλλιτέχνης συνήθως αποστασιοποιείται από την πρόσφατη «επιτυχία» του και ξεκινάει μια καινούρια σειρά σκέψεων γύρω από ένα νέο περιεχόμενο. Φτάνοντας έτσι στο μηδέν (0) οι ταλαντώσεις αυτές παίρνουν ένα καινούριο νόημα, έναν νέο ρόλο. Είναι συνήθως ο δυισμός γύρω από τις έννοιες που αναλύουμε. Στην δικιά μου περίπτωση ήταν πύκνωση αραίωση, σε κάποια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να λέγεται αλλιώς.

Συμπεράσματα θεωρίας:
Για το χάος.
Το συνώνυμο του χάους για εμένα είναι το δυσανάγνωστο.
Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κανείς την μεταφορά ότι «το χάος είναι άσχημο».
Το γεγονός ότι θα οδηγούνταν κάποιος στον χαρακτηρισμό «άσχημο» το κάνει η πολυπλοκότητα της μορφής και όχι η ανυπαρξία της - το χάος φέρνει την δημιουργία, φτιαχτήκαμε μέσα από το χάος. 

«Ιδεομορφία» χαρακτηρίζω την δημιουργία μιας θεώρησης που μέσα από το έργο μπορεί να εξηγηθεί. 

Σχήμα Λόγου:
Η όλη ιδέα είναι μια επινόηση και μια μεταφορά ταυτοχρόνως για το πώς αντλείται η ιδέα μέσα από την πραγματικότητα, αλλιώς το λέμε και Σχήμα Λόγου. 



    Η Μορφή: Η δημοφιλέστερη αποτύπωση είναι ο κύκλος. Κάθε πολιτισμός «έχει έναν κύκλο». Όταν «τελειώσει ο κύκλος του», έχουμε μετάβαση σε άλλον «πολιτισμικό κύκλο». Μέσα στον «πολιτισμικό κύκλο» αναγνωρίζονται κατά κανόνα, και «εποχές»: γέννηση και παιδική περίοδος (άνοιξη), ωριμότητα (καλοκαίρι) , γήρανση – παρακμή (φθινόπωρο) και τέλος ο θάνατος (χειμώνας). Η ταυτότητα σε αυτή την απεικόνιση συνδέεται με τον «κύκλο» , ενώ η απουσία της με τον πολιτισμικό θάνατο όπου μπορούσαμε, βεβαίως, να εντοπίσουμε μια «κατάσταση μηδέν» [2]

Μέσα από τις σημειώσεις που κρατάω από βιβλιογραφίες, δεν δυσκολεύομαι να επαληθεύσω τις σκέψεις μου. Για παράδειγμα το παραπάνω κείμενο, γραμμένο από τον Θεόδωρο Ζιάκα που αναφέρει μια σειρά σκέψεων για τον σύγχρονο μηδενισμό με βοήθησε να συνειδητοποιήσω την σχέση με την φιλοσοφία – την πολιτική – με την τέχνη. Ένας καλλιτέχνης που θα μας βοηθούσε να εμπεδώσουμε καλύτερα τέτοιες σκέψεις νομίζω είναι ο Kazimir Malevich

    Πιστεύω ότι στην έρευνα του Malevich, όσον αφορά το περίφημο έργο «το Μαύρο Τετράγωνο», ο ίδιος χτίζει στα παλιά θεμέλια νέες αξίες. «Και αν κάποιος θέλει να γίνει δημιουργός στο καλό και στο κακό: αυτός θα πρέπει να γίνει πρώτα ο εξολοθρευτής και να συντρίψει αξίες»[3].  Είναι ξεκάθαρες οι προθέσεις του Malevich να αντικαταστήσει την θέση του θεού με το μαύρο τετράγωνο, υψώοντας τον πίνκα στην πάνω δεξία γωνία του εκθαισιακού χώρου, όπου εφάπτονται όλες οι χωρικές διαστάσεις,  στην έκθεση του στην Αγία Πετρούπολη με τίτλο «The Last Futurist Exhibition 0.10». (θα επιμείνουμε στον τίτλο αργότερα).  Στην συνέχεια, μέχρι και στον θάνατο του ο Malevich συνεχίζει την “έρευνα” γύρω από το μαύρο τετράγωνο. Ποιό ήταν άραγε το όφελος του; Γιατί μετά από την αναγέννηση να έπρεπε πλέον ο κόσμος να αντιμετωπίσει ένα μαύρο τετράγωνο σαν έργο τέχνης; Από την εισήγηση αυτού του δοκιμίου – Πτυχιακής εργασίας δημιουργώ την αισθητή μεταξύ του καλλιτέχνη και του μη καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης έχει έναν σκοπό, να υπηρετήσει κάποιες ηθικές αξίες σε κοινωνικά περιεχόμενα, η διαστρέβλωση της εποχής μας έχει εξαλείψει αυτόν τον ηθικό φραγμό, επομένως ο στόχος του καλλιτέχνη έχει «χαθεί». Ο Νίτσε επιμένει ότι είναι αδιανόητη η σκέψη πως υπάρχει γνώση χωρίς προϋποθέσεις. Για να αποκτήσει κατεύθυνση η γνώση, πρέπει να υποκινεί μια φιλοσοφία ή μια «πίστη» (Γενεαλογία της ηθικής, Τρίτη πραγματεία, 24). Αντί να αντιμετωπίσει τον εαυτό της, η επιστήμη επιλέγει να αρνείται τον εαυτό της και έτσι επιτρέπει στον εαυτό της να τεθεί στην υπηρεσία κάποιας υπάρχουσας εξουσίας.[4]


Το 1912 αίσθηση δημιουργεί το Τεχνικό μανιφέστο της φουτουριστικής λογοτεχνίας. Γράφει ο Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι: Μας φωνάζουν «η λογοτεχνία σας δεν θα είναι ωραία! Δεν έχουμε πλέον την λεκτική συμφωνία με τα αρμονικά λικνίσματα και τους καθησυχαστικούς ρυθμούς!»

  Εννοείται! Και ευτυχώς! Εμείς αντίθετα χρησιμοποιούμε όλους τους άγριους ήχους, όλες τις εκφραστικές κραυγές της βίαιης ζωής που μας περιστοιχίζει. Με κουράγιο φτιάχνουμε το άσχημο στη λογοτεχνίας, και σκοτώνουμε τη μεγαλοπρέπεια. Εμπρός! Μην παίρνεται αυτό το ύφος του ύπατου ιερέα, καθώς με ακούτε! Πρέπει να φτύνουμε καθημερινά στον βωμό της τέχνης! Εμείς μπαίνουμε στις απεριόριστες εξουσίες της ελεύθερης διαίσθησης. Μετά τον ελεύθερο στοίχο ιδού επιτέλους που οι λέξεις ελευθερώθηκαν![5]

Διαβάζοντας τέτοια λόγια έναν αιώνα μετά δυσκολεύομαι να καταλάβω την τροπή που πήρε η τέχνη. Ο μηδενισμός ήταν μια αισθητή φιλοσοφική σκέψη που επηρέασε πολύ κυρίως καλλιτέχνες που ασχολήθηκαν γύρω από τον Φουτουρισμό – η κατάργηση αξιών. Μα πως έφτασε ο Φουτουρισμός να χρειαστεί σαν εικαστικό κίνημα; επηρεαζόμενος από τις σκέψεις του Λιαντίνη τολμώ να απαντήσω:
     Ξέρατε ότι ο Παρθενώνας είναι μαυσωλείο; Είναι μνημείο θανάτου; Τι θα πει Παρθενώνας; Ο ναός της παρθένου Αθηνάς, της Αθηνάς σοφίας, Πότε τον έχτισαν οι Έλληνες, οι αθηναίοι τον Παρθενώνα; Είναι την εποχή που πεθαίνει ο κλασικός κόσμος, πεθαίνει η κλασική σοφία, πεθαίνει η Αθηνά σοφία, η ακμή η ορμή και η θύελλα του κλασσικού κόσμου. Θέλω να τοποθετήσω μια άλλη παρόμοια σκέψη, μια δικιά μου τοποθέτηση στο περιεχόμενο όπου σκέφτομαι, το Μνημείο, στην μνήμη δηλαδή μιας νέας αρχής, μιας νέας εποχής. Μιλώ σαφώς για τον πύργο του Άιφελ, στο Παρίσι 1889. Ένα κατασκεύασμα φτιαγμένο από “βιομηχανικά υλικά”. Η αρχή της τεχνολογικής εποχής, της βιομηχανικής εποχής. Όπου έγινε σταθμός τα επόμενα χρόνια της εικαστικής σκέψης, που γνώρισε ο πολιτισμός της, τις πιο σπουδαίες προσωπικότητες και αυτή τη στιγμή η παρακμή της λογοτεχνίας και των εικαστικών έχουν ισοπεδωθεί. Μην ξεχνάμε, ότι μετά την κλασική τέχνη στην αρχαία Ελλάδα και την Αναγέννηση στην Ιταλία, ο επόμενος εικαστικός σταθμός βρέθηκε στο Παρίσι, το «κέντρο της τέχνης». Η Ευρώπη ξεκινώντας έτσι να αποδέχεται μια καινούρια στροφή, εικαστικής παιδείας που μεταβιβάζεται ευρύτερα σε μια κοινονικοπολιτισμική παιδεία άρχισε να ζητάει άλλες αξίες από αυτές που είχε συνηθίσει. Ήδη αυτές οι αξίες έγιναν αισθητές από φιλοσόφους όπως τον Νίτσε, τον Schopenhauer κ.α αλλά και εικαστικούς όπως τον Mallevich, τον Μπόις κ.α. Γιατί όλοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν σε μια άλλη εποχή; Γιατί η ανάγκη της εποχής επιτρέπει στους καλλιτέχνες να δημιουργούν στοχασμούς για τα πράγματα που τους απασχολούν. Ο Μάλεβιτς, Δεν μίλησε για μια ύψιστη ομορφιά, δεν μίλησε για το τέλειο, αλλά μίλησε για την κατάρριψη αξιών, τοποθετώντας το μαύρο τετράγωνο στην θέση της παναγίας. Ένα σχήμα με ίσες πλευρές, σταθερό και απόλυτο. Όχι με ένα χρώμα, αλλά που αποτελείται από όλα τα χρώματα. Οι ερμηνείες και οι σκέψεις που θα μπορούσε να κάνει κανείς γύρω από αυτό το έργο είναι απεριόριστες πιστεύω. Προσθέτω, 
. . . 
«Δημιουργός είναι εκείνος που δημιουργεί το σκόπό για τον άνθρωπο και δίνει στη γη το νόημα της και το μέλλον της»[6]

Οι τίτλοι του καλλιτέχνη συγγενεύουν στενά με τους τίτλου του θεού, του ποιητή, αλλά η ουσία του έγκειται – και που τα τελευταία 100 χρόνια έχει χαθεί αισθητά, είναι ο ρόλος του «δασκάλου» γιατί η τέχνη διδάσκει. Εάν υπολογίσουμε τις αρχές του 20ου αιώνα, η τέχνη δεν είχε σκοπό να πουλήσει σε μια γκαλερί, οι καλλιτέχνες δεν ζούσαν με την προσδοκία ότι μια μέρα θα βγάλουν λεφτά κάνοντας το «αριστούργημα». Πιστεύετε ότι ο Μάλλεβιτς κάνοντας το μαύρο τετράγωνο είπε «έχω κάνει τα πάντα»; Πολύ αμφιβάλλω, είμαι σίγουρος ότι τα λόγια του θα ήταν «μόλις συνέλαβα μια ιδέα». Ο ρόλος της έκθεσης του – της καριέρας του αλλά και της ζωής του είχαν μορφωτικό σκοπό, ήταν δάσκαλος, αυτό ήταν που τον έκανε καλλιτέχνη. «Ο θεός είναι μια εικασία: εγώ όμως δεν θέλω να φτάνουν οι εικασίες σας πέρα από τη δημιουργική θέληση σας»[7]

Νομίζω ότι Φτάνουν τόσο οι εισηγήσεις και οι πλάγιες σημειώσεις που θα βοηθούσαν να δικαιολογήσουν την πτυχιακή, η ερμηνευτική διάσταση των εικαστικών έργων είναι και θα είναι πάντα ρευστή, επομένως δεν χρειάζεται να χτίσω σπίτι σε ένα ορμητικό ποτάμι. Η πτυχιακή φέρει τον τίτλο, «Άτιτλο». Ο λόγος που επιλέγω έναν τέτοιο τίτλο για να εκπροσωπήσει την πτυχιακή μου εργασία είναι ότι δεν διεξάγω καμία μοναδικότητα, δεν δημιουργώ καμία προσωπικότητα και δεν απευθύνομαι σε ένα άτομο ή σε όλα τα άτομα, απευθύνομαι στο μεσοδιάστημα, στην απόσταση μεταξύ του έργου και τον θεατή – κρατώντας μια ουδέτερη στάση, παθητική προς τον δέκτη. Πάρτε αυτά τα λόγια και μεταφέρτε τα σε ένα μοντέρνο ιδίωμα. 
  Το έργο – που θα έχει τον χαρακτήρα εγκατάστασης, θα έχει μια πιο βαθιά ποιητική διάσταση, θα μιλάει για την κοινωνία, για την πολιτεία, για τον θεό και τον άνθρωπο.




                                  «Ο κόσμος , ο κόσμος, ο κόσμος…

Δεν ξέρω τι να πω, Είναι όλοι στο δράμα που δημιούργησα.
Είμαι ο θεός του θεάτρου. Εγώ δημιούργησα την σκηνή, το έργο και τους θεατές. Η μόνη μου επιλογή, η επόμενη παράσταση. Η μόνη μου αργία ο θάνατος.»


Ο χώρος θα είναι δομημένος σε έναν ορθογώνιο χώρο, σε παλιές εγκαταστάσεις του στρατοπέδου Φλώρινας. Στον τοίχο θα βρίσκονται τέσσερεις πίνακες τετράγωνων σχημάτων, διαλυμένοι, φθαρμένοι, καμένοι και κατεστραμμένοι. Κατά μήκους της εισόδου στα αριστερά και  στα δεξιά θα υπάρξουν βάσεις όπου θα υπάρχουν προτομές – που δεν θα διαφέρουν στο αποτέλεσμα τους από τους πίνακες και στο κέντρο θα βρίσκεται ένας σταυρός. Ο ρόλος του σταυρού προτιμω να μείνει απροσδιόριστος στην τεκμηρίωση.Σαν στοιχείο βέβαια οφείλω να εκφράσω ενδεκτικά ότι ο σταυρός θα βρίσκεται στο κέντρο του χώρου, σαφώς ο ρόλος του θα θυμίζει λατρευτικός – αλλά χωρίς να υπομείνουμε σε συγκεκριμένες προσεγγίσεις δημιουργώντας εξαιρέσεις σε παράλληλες σκέψεις.Τα προσωπεία αυτά που θα υπάρξουν στον χώρο, παίζουν έναν ρόλο μιας καφκικής μεταμόρφωσης, αναφέρομαι σε μια αλλαγή που μόνο αηδία και τρόμο θα έπρεπε να φέρνει στον αναγνώστη, κάτι αποθητικό, που αποκόπτεται απ’το οικείο σε ανοικείο.Μια τελευταία υποσημείωση οσον αφορά το στίσιμο του χώρου, ότι στην είσοδο πριν τον χώρο της πτυχιακής, αφήνω να εκτήθεται το έργο του Βασίλη Καβουρίδη οπου ήμουν βοηθός στην πτυχιακή του το 2014. Και μέσα στον χώρο, υπάρχουν ίχνη δοντιών απο την πτυχιακή εργασία της Ειρήνης Πουλιάση.
     Τώρα για να γίνω πιο σαφής στην περιγραφή μου, θα προτιμούσα να ξεκινήσω ότι αναφέρομαι σε έναν κόσμο που από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, γίνονται πόλεμοι. Προσέξτε, δεν παίρνω θέση στις διαστάσεις μιλώντας «εκ του ασφαλούς» και εν αγνοίας – αλλά και χωρίς βέβαια να με παρακινούν βιωματικοί παράγοντες σε τέτοιες σκέψεις. Μιλάω παρόλα αυτά για γεγονότα που όντως συμβαίνουν στον κόσμο γύρω μας. Οι λόγοι συνηθίζουν να είναι εθνικιστικοί, πολιτικοί ή και θρησκευτικοί. Μιλάμε για μια ομάδα ανθρώπων όπου θέτουν τις μεγαλύτερες αξίες στην ζωή τους με μια σειρά, με ένα σήμα του μέσου αναλογικού, όπως ο Ηράκλειτος από την αρχαιότητα είπε «άχυρων à χρυσός à αξία» , οι άνθρωποι αυτοί τοποθετούν τον εαυτό τους στο ύψος του άχυρου ή και του χρυσού, έχοντας για «αξία» τον θεό, τον βασιλεία κ.ο.κ – Για παράδειγμα είναι εύκολο να παρατηρήσουμε ότι στον Δυτικό πολιτισμό είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε ότι τον ρόλο του θεού έχει πάρει πλέον η τεχνολογία, περιφερόμαστε στα πλαίσια μιας φουτουριστικής πολυτέλειας έχοντας έντονες πολιτικές διαταραχές όλα τα κράτη της ευρωπαϊκής ένωσης. Το ίδιο όμως παρατηρούμε και στην Ανατολή; Εκεί πλέον βρισκόμαστε έναν έντονο εμφύλιο που το κύμα της έκρηξης του έχει ταρακουνήσει και την Ευρώπη. Δεν αφήνουμε σε αυτά τα πλαίσια των φονταμενταλιστικών πράξεων στην απ’ έξω το γεγονός όπου επαληθεύουν τα λόγια μου – ότι η «παγκόσμια κοινωνία» έχει καταρρίψει τις βασικές αξίες, καταστρέφοντας έτσι για παράδειγμα στην Παλμύρα όλα τα αρχαία αριστουργήματα. Μιλάμε για μια βασική εξάλειψη γνώσης. Όταν είπε ο Νίτσε, ότι ο θεός πέθανε, εννοούσε ότι ο δάσκαλος πλέον έχει πεθάνει. 
       Κάπου εδώ, θα ήθελα να συμπληρώσω πως μέσα απο την πτυχιακή μου θέλω να φανερώσω μια αξία. Ότι «ο θεός πέθανε» μαζί του και η τέχνη. Όταν εκφράστηκε απο διαφορετικά άτομα, ανα αιώνες αυτη η φράση, η ουσία του έμεινε αμετάβλητη. Όταν λέει κανεις οτι ο θεός πέθανε, εννοεί οτι ο δάσκαλος έχει πεθάνει, ο ποιητής ουρανού και γής, ο «δημιουργός». Κάπου εδώ τήθεται το ερώτημα, έτσι δεν χαρακτηρίζεται και ο καλλιτέχνης; Τα κοινά που βρίσκω μεταξύ τους είναι ο θεός και ο καλλιτέχνη έχουν έναν σκοπό, να διδάξουν. Ανα τον κόσμο υπάρχουν πολλοι θεοί, και όλοι τους διδάσκουν, αλλά τι είναι αυτο που κρατάει τον κόσμο προσηλομένο σε μια θρησκεία; Είναι η ηθική που διδάσκει ο θεός. Όταν ακούμε λοιπόν ότι ο θεός πέθανε, εννοούμε ότι μαζί του έχει πεθάνει και η διδασκαλία, έχει πεθάνει η ηθική. Γι αυτό και τολμώ να πω μετά την Performance του Ανδρεοσόπουλου Δημήτριου το 2016, όπου έγραψε σε ένα πανί «Η τέχνη πρέπει να πεθάνει», με μεγάλη ευκολία, οτι η τέχνη έχει ήδη πεθάνει.






Βιβλιογραφία:

Ο προυστ ήταν Νευροεπιστήμονας, ΛΕΡΕΡ ΤΖΟΝΑ, εκδόσεις ΑΒΓΟ
Χρησιμοτητα του Άχρηστου, Νούτσιο Ορντίνε, εκδόσεις ΑΓΡΑ
Η μεταμορφωση, Φράνζ Κάφκα, εκδόσεις ΡΟΕΣ
Η ιστορια της ασχήμιας, Ουμπέρτο Έκο, εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Ο σύγχρονος μηδενισμος, Θεόδωρος Ζιάκας, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ
Η κοινωνια της κοποσης,Χαν Μπιουνγκ-Τσουλ, εκδόσεις OPERA
Κοινωνια της Διαφανειας, Χαν Μπιουνγκ-Τσουλ, εκδόσεις OPERA
Έτσι μίλησε ο Ζαρατουστρα,Φ. Νίτσε, εκδόσεις γνώση
Το τέλος της βεβαιότητας, 
Καντίνσκι , Τέχνη και καλλιτέχνες, εκδόσεις Νεφέλη
ΝΙΤΣΕ, Keith Ansell Pearson, εκδόσεις Πατάκη








[1] Η χρησιμότητα του αχρήστου,109
[2] Σύγχρονος μηδενισμός,Θ. Ζιάκας, 64
[3] Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, 146.
[4] Kenth Ansell Pearson, ΝΙΤΣΕ,81
[5] Ιστορία της ασχήμιας, Ουμπέρτο Έκο
[6] Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, Γνώση, 230
[7] Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, Γνώση, 109

1 σχόλιο:

  1. Πολύ εκδηλωτικός. Γεμίζεις όμορφα ένα θέμα ενώ του κάνεις ταυτόχρονα την κηδεία του... Μου αρέσει!!! Αν και θα ήθελα μερικές φωτογραφίες ακόμη...

    ΑπάντησηΔιαγραφή