Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Η Νέα Γενιά Ελλήνων Κινηματογραφιστών Είναι Υπαρκτή και Μάχιμη

Ο Δημήτρης Παπαναστασίου γεννήθηκε στη Λαμία το σωτήριο έτος 1986. Έχοντας αποκτήσει μεγάλη αλλά και πολύτιμη εμπειρία σε τομείς όπως: σουπερμάρκετ, βίντεο κλαμπ, προποτζίδικα, περίπτερα, πολυκαταστήματα ρούχων κ.ά., εργάζεται πλέον σαν σεναριογράφος, καταπιανόμενος συνήθως με το θέμα της ενηλικίωσης. Μέχρι στιγμής, έχει σκηνοθετήσει τρεις μικρού μήκους ταινίες (Revisité-2009, Avalon-2011, Κύματα-2013) και αυτόν τον καιρό προετοιμάζει την -βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Σωτήρη Δημητρίου- μικρού μήκους ταινία
,Τι κρίμα, καθώς και τη μεγάλου μήκους ταινία, Γίγαντας. Και οι δύο βρίσκονται σε στάδιο προπαραγωγής από τη Wrong MenΟ Γίγαντας, που είναι μια συμπαραγωγή Ελλάδας - Βελγίου (με την ελληνική παραγωγή να ανήκει στην Αλεξάνδρα Μπουσίου, της Wrong Men) συμμετέχει στο CineLink Selection 2014 του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφουτου Σεράγεβο, μαζί με το Pari του Σιαμάκ Ετεμάντη.
Μόλις πέρυσι συμμετείχαν στο CineLink το Park της Σοφίας Εξάρχου (το οποίο κέρδισε και το πρώτο βραβείο - Eurimages Coproduction Development Award) και τα Γουρούνια στον Άνεμοτου Στέργιου Πάσχου.
Τον Δημήτρη είχα την τύχη να τον γνωρίσω σε μια σειρά σεμιναρίων filmmaking που παρακολούθησα το 2012 στο NewSchool.Athens και που έμελλε να είναι μία από τις πλέον όμορφες και δημιουργικές εμπειρίες, μιας και εκτός του ότι είχαμε την τύχη να διδαχτούμε τα μυστικά της κινηματογράφισης -και όχι μόνο- από καταξιωμένους ανθρώπους του χώρου (όπως η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη, ο Μπάμπης Μακρίδης, ο Άγγελος Φραντζής, ο Γιώργος Ζώης, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης, o Νίκος Πάστρας, ο Ευθύμης Φιλίππου, ο Ηλίας Αδάμης, η Αμάντα Λιβανού και πολλοί άλλοι), είχαμε και την τύχη να δημιουργήσουμε μια δυνατή ομάδα οι δεσμοί της οποίας, κατά κάποιον τρόπο, μας δένουν ακόμα κι ας μη βλεπόμαστε τόσο συχνά.
Δώσαμε, λοιπόν, ραντεβού κάπου στο κέντρο, για να βολτάρουμε και -επιτέλους- να τα πούμε από κοντά. Καθήσαμε σ' ένα καφέ, μιλήσαμε, και προς το τέλος της συνέντευξης -κι ενώ βγάζαμε φωτογραφίες-, ακούσαμε και λίγο Μητροπάνο. Ο δε Δημήτρης -θέλω να πω σ' αυτό το σημείο- γνώριζε όλους τους στίχους απ' έξω. 
VICE: Πότε ξεκίνησες να ασχολείσαι με τον κινηματογράφο και τι στάθηκε αφορμή γι' αυτό;
Δημήτρης: Μόλις είχα παρατήσει τη Μηχανολογία και κάτι έπρεπε να κάνω. Ε, ο κινηματογράφος ήταν το πρώτο πράγμα που μου ‘ρθε στο μυαλό. Μέσα σε μια βδομάδα κατέβηκα στην Αθήνα και κίνησα να τον σπουδάσω.
Τι ταινίες σου άρεσε, κυρίως, να βλέπεις;
Από το δημοτικό κιόλας πήγαινα μόνος ή με συμμαθητές μου στο μοναδικό σινεμά της Λαμίας τα Που-Σου-Κου κι έβλεπα ό, τι έπαιζε (από τον Τιτανικό μέχρι το Face Off). Αργότερα, δεν έχανα με τίποτα τις μεταμεσονύκτιες προβολές της ΕΡΤ όπου είδα πάρα πολλές κλασικές ταινίες του αμερικάνικου, κυρίως, κινηματογράφου.
Κάποια που θυμάσαι χαρακτηριστικά;
Τις Μέρες κρασιού και λουλουδιών, του Blake Edwards. Αφάνταστα συγκινητική ταινία από τον άνθρωπο που αργότερα διέπρεψε στη φαρσοκωμωδία.
Πώς ήταν τα πράγματα στη σχολή και ποια η σχέση σου με τους συμφοιτητές σου;
Αυτό που κατάλαβα –σχετικά αργά, δυστυχώς- είναι πως ο κινηματογράφος δεν σπουδάζεται. Ο μοναδικός τρόπος για να πάρεις μυρουδιά και να καταφέρεις κάτι, είναι να βλέπεις ταινίες και να κάνεις ταινίες. Και δυστυχώς στις υπάρχουσες σχολές δεν υπάρχει η υποδομή για να κάνεις ταινίες, αλλά μόνο για να τις συζητάς. Υπήρξαν και κέρδη, βέβαια, από την εμπειρία μου στην σχολή. Συνδέθηκα με ανθρώπους οι οποίοι είναι πλέον οι συνεργάτες μου, αλλά και οι καλύτεροι μου φίλοι.
H πρώτη σου συμμετοχή σε κινηματογραφικα γυρίσματα/η πρώτη σου δουλειά; Και τι σε δίδαξε αυτή;
Η πρώτη φορά που βρέθηκα σε σετ ήταν πριν ακόμη τελειώσω τη σχολή, σαν βοηθός σκηνοθέτη, σε μια μεγάλου μήκους με δύο μήνες γυρίσματα στην Κύπρο. Αυτό που έμαθα ήταν πως ,όχι μόνο, οι Κύπριοι δεν ήξεραν να φτιάχνουν τζιν με τόνικ, αλλά το Tanqueray δεν είχε φτάσει καν εκεί.
Μέτα και την αποφοίτησή σου αλλά και την πρώτη σου αυτή εμπειρία, επέλεξες να κάνεις ένα μικρό διάλειμμα και να εργαστείς σε βίντεο κλαμπ. Σε φόβισε η αποχή σου αυτή ή ήταν συνειδητή;
Ύστερα από τόση δουλειά με την μεγάλου μήκους –βρισκόμουν κι έξι μήνες στην προετοιμασία- χρειαζόμουν ένα διάλειμμα. Δεν ήθελα όμως και να απέχω εντελώς απ’ τις ταινίες. Συνειδητά, λοιπόν, επέλεξα το βίντεο κλαμπ. Κι αν και το πρόλαβα στα τελειώματα, η μαγεία υπήρχε ακόμη. Κόσμος όλων των ηλικιών που επέλεγε να δει ταινία, ο καθένας για τους δικούς του λόγους: εκπαιδευτικούς, για διασκέδαση, για να σκεφτεί, για να τον πάρει ο ύπνος. Αν κι έχουν περάσει χρόνια, θυμάμαι ακόμη τα πρόσωπα τους, αλλά κυρίως τι επέλεγαν να δουν.
Ποια ήταν η πρώτη σου ταινία μικρού μήκους και πότε αλλά, κυρίως, πώς, τη γυρίσες;
Την πρώτη μου ταινία την γύρισα τον Ιούνιο του ’09, στην καλοκαιρινή μου άδεια από το βίντεο κλαμπ. Έβαλα έναν μισθό, έβαλα και το επίδομα αδείας, μάζεψα τους φίλους μου και την έκανα. Για 4 ημέρες -όσο διήρκησαν τα γυρίσματα- ήμουν κατενθουσιασμένος. Τις επόμενες 26 μέρες του μήνα, βέβαια, δεν είχα φράγκο… Δεν το μετάνιωσα, όμως. Ήταν ωραία εμπειρία και θα το ξανάκανα ευχαρίστως.
Κάποιος που αγαπάει τον κινηματογράφο και ασχολείται με αυτόν αλλά δεν έχει το οικονομικό background και άρα τη δυνατότητα να ασχολείται μόνο με αυτόν, πώς καταφέρνει να γυρίσει μια ταινία; Μίλησέ μου λίγο γι' αυτή τη διαδικασία.
Καλή καρδιά… σοβαρά! Τι να σου πω, δεν γνωρίζω άλλο τρόπο πέρα απ’ αυτόν με τον οποίο έκανα εγώ την πρώτη –αλλά και την δεύτερη- ταινία μου. Αν δεν υπάρχει το οικονομικό background, τότε δουλεύεις παράλληλα και την χρηματοδοτείς μόνος σου. Μοναδική εξαίρεση, τότε, ήτανε το Μικροφίλμ της συγχωρεμένης της ΕΡΤ που χρηματοδοτούσε μικρού μήκους. Πλέον, τα πράγματα είναι καλύτερα, μιας και λειτουργεί και πάλι το ΕΚΚ. Για πόσο, βέβαια, θα δείξει…
Σου αρέσει να συνεργάζεσαι με συγκεκριμένα άτομα ή είσαι, γενικά, ανοιχτός σε νέες συνεργασίες και ρίσκα;
Και τα δύο. Έχω μόνιμους συνεργάτες, δουλεύω, όμως, και με καινούργιους ανθρώπους .Το θέμα είναι να εξελίσσεις την τέχνη σου αλλά κυρίως, να μην βαριέσαι. Ο κινηματογράφος ήταν, είναι και θα είναι πρώτα απ’ όλα διασκέδαση. Αν δεν περνάς καλά, βρασ’ τα…  
Πέρα από ματιά, ποιο άλλο προσόν θεωρείς εσύ σημαντικό να διαθέτει ένας σκηνοθέτης;
Αντίληψη. Να έχει τα μάτια και τ’ αυτιά του ανοιχτά, να βλέπει αυτό που συμβαίνει γύρω του –εντός κι εκτός σετ- αλλά κυρίως ν’ ακούει τους συνεργάτες που έχει επιλέξει για να φέρουν εις πέρας την ταινία. Οι συνεργάτες δεν είναι ανδρείκελα, ούτε γρανάζια, αλλά οι φλέβες στις οποίες κυλάει το όραμα του σκηνοθέτη… Καλό, ε;
Ποια η σχέση σου με τους ηθοποιούς; Με τι κριτήρια επιλέγεις τους πρωταγωνιστές σου και πώς συνεργάζεσαι μαζί τους;
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να διαλέξεις ηθοποιούς. Την πρώτη φορά τους βρήκα τυχαία, μου έκανε το φυζίκ τους, τους είχα δει να παίζουν, μου άρεσαν και τους πήρα. Την δεύτερη ήταν πιο δύσκολα, μιας και η πρωταγωνίστρια ήταν ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας. Για καλή μου τύχη γνώρισα την Ηλιάνα Μαυρομάτη και όλα πήραν το δρόμο τους. Πλέον, όμως, γράφω με συγκεκριμένους ηθοποιούς στο μυαλό μου μιας και είναι πολύ σημαντικό από το στάδιο της γραφής να έχεις εικόνα του χαρακτήρα. Για το πώς θα είναι ο σκηνοθέτης με τους ηθοποιούς του είναι ζήτημα ιδιοσυγκρασίας. Ο Μπέργκμαν, για παράδειγμα, τους είχε συνεχώς από κοντά: στο ενδιάμεσο των λήψεων τους μιλούσε συνεχώς, τους έλεγε ανέκδοτα, γενικά είχε μια στάση φιλική. Ο Άλεν, από την άλλη, τους βαριέται. Όσον αφορά στη δική μου στάση απέναντι τους, θα έλεγα ότι είναι μάλλον ικανοποιητική.
Υπάρχουν κάποιοι νέοι Έλληνες σκηνοθέτες που να ξεχωρίζεις/που να πιστεύεις σε αυτούς;
Πολλοί. Κάποιοι απ’ αυτούς είναι η Ρηνιώ Δραγασάκη, ο Κωνσταντίνος Σαμαράς, ο Γιάννης Βεσλεμές, ο Χάρης Βαφειάδης, η Σοφία Εξάρχου, ο Στέργιος Πάσχος.
Με τι καταπιάνονται συνήθως οι ταινίες σου; 
Πρόσφατα ανακάλυψα ότι από το Avalon και μετά, όλες οι ταινίες που γράφω είναι –με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- για την ενηλικίωση. Τώρα, τι σημαίνει αυτό…
Ένας σκηνοθέτης οφείλει να έχει το δικό του προσωπικό ύφος και αν ναι, δώσε μου ένα παράδειγμα.
Δεν νομίζω ότι πρέπει σώνει και καλά οι ταινίες κάποιου να έχουν ένα προσωπικό ύφος, αλλά πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει να φέρουν την προσωπικότητα του δημιουργού. Εκτιμώ πολύ περισσότερο την προσπάθεια κάποιου που πονά αυτό που κάνει από την αρτιότητα του συνόλου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Αισθηματίες του Νικόλα Τριανταφυλλίδη –την είχα δει σε work in progress στις Νύχτες Πρεμιέρας τον περασμένο Σεπτέμβρη. Μπορεί να μην είναι σπουδαία ταινία, όμως το μεράκι και η κάψα του δημιουργού διαπερνά το κάθε της καρέ. Κι αυτό το πράγμα ο θεατής το νιώθει μέχρι το μεδούλι.
Ποια η άποψή σου για τη σχέση κινηματογράφου και μουσικής; Πόσο σημαντική είναι η μουσική επένδυση μιας ταινίας;
Πολύ! Αν ξέρεις να τη χρησιμοποιείς, η μουσική μπορεί να σώσει ζωές! Μπορεί να κρύψει σεναριακά κενά και σκηνοθετικές ατέλειες. Αν υπερβάλλεις, όμως, μπορεί να γίνει και βραχνάς. Αλλά η χρήση της μουσικής από επιλογή είναι άλλο καπέλο. Εκεί είναι ζήτημα απόφασης να υπερβάλλεις, να μην κάνεις καθόλου χρήση ή χρήση μόνο από φυσικές πηγές. Τα ‘χω δοκιμάσει όλα! Στην τελική, έχει να κάνει με την ταινία που φτιάχνεις. Άλλωστε, στον έρωτα και στον κινηματογράφο όλα επιτρέπονται…
Τι μουσική ακούς συνήθως όταν γράφεις;
Ό, τι ταιριάζει στο ύφος της ταινίας που γράφω εκείνη την στιγμή. Από grunge (Avalon) μέχρι ελληνική ποπ της δεκαετίας του ’70 (Γίγαντας).
Και τώρα, μίλησέ μου λίγο για το "Γίγαντα"...
Fictional biopic για το μεγαλύτερο ποπ είδωλο των δεκαετιών ’70 και του ’80, που προσπαθεί να κάνει comeback (RATED G).
Η προηγούμενή σου ταινία (μικρού μήκους), το "Avalon", με τι καταπιανόταν και τι συναισθήματα σου δημιουργεί όταν τη σκέφτεσαι/την ξαναβλέπεις;
Αφετηρία για το Avalon ήταν η φράση του D.H. Lawrence: Body without mind is brutish; mind without body... is a running away from our double being. Κι αυτό που προσπάθησα να κάνω τελικά, είναι μια σύγχρονη μεταφορά του Εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ… απ’ την ανάποδη! Τα συναισθήματα μου για την ταινία είναι κυρίως υγρά: χύθηκε πολύς ιδρώτας για να γίνει - κυριολεκτικά.
Κάποιοι νέοι Έλληνες ηθοποιοί τους οποίους ξεχωρίζεις;
Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας, Μαρία Κίτσιου, Ηρώ Μπέζου, Χαρά Ιωάννου και αρκετοί άλλοι.
Μία (ή και παραπάνω) ταινία (-ες) που είδες τελευταία και σε ενθουσίασε (-σαν).
Το Wake in fright του Ted Kotcheff. Συγκλονιστική ταινία των 70s της οποίας οι κόπιες είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης κι ανακαλύφτηκαν πέρσι από τον δαιμόνιο Scorsese. Άλλες ταινίες που είδα πρόσφατα και με συντάραξαν, είναι: La grande bellezza του Sorrentino, La maman et la putain του Jean Eustache, Μελόδραμα; του Νίκου Παναγιωτόπουλου.
Αγχώνεσαι εύκολα; Και αν ναι, με ποιο τρόπο αντιμετωπίζεις το άγχος σου;
Από μικρός ήμουνα μια drama queen… λίγο το ότι ήμουν ο χαϊδεμένος του σπιτιού, λίγο τα μελοδράματα της ΕΡΤ, δεν ξέρω. Ακόμη είμαι, βέβαια, και μάλιστα μεγαλύτερο βαθμό! Ο τρόπος που το αντιμετωπίζω είναι να λέω στον εαυτό μου σαν άλλος Philip Roth "Κι ό, τι θέλει ας γίνει…", ασχέτως αν το επόμενο πρωί όλα ξεκινούν απ’ την αρχή.
Ώστε έχεις μια κλίση στο δράμα... Μήπως το προκαλείς όμως και λίγο; Μήπως σε εμπνέει;
Το ‘χω σκεφτεί πολύ κι έχω καταλήξει: είμαι μαζόχα της δυστυχίας! Παίρνω κατάκαρδα τις αποτυχίες και χαίρομαι ελάχιστα έως καθόλου με τις επιτυχίες. Αν υπάρχει άλλη εξήγηση, σε παρακαλώ να μου την πεις… κατά τ’ άλλα δεν πιστεύω στην έμπνευση, παρά μόνο στην δουλειά. Το ‘χει πει ωραία –αν και κάπως εστέτ- ο Chuck Close: Inspiration is for amateurs, the rest of us just show up and get to work…
Το πιο αστείο περιστατικό που έχεις βιώσει σε γύρισμα;
Ο τουρτοπόλεμος στην Κόρη του Ρέμπραντ του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Πιο αστείος κι απ’ την αντίστοιχη σκηνή στον Θου-Βου.
Πώς αντέδρασαν οι δικοί σου όταν τους είπες ότι θα ασχοληθείς με τον κινηματογράφο; Ήταν υποστηρικτικοί; Και αν ναι, πόσο σε βοήθησε-άει αυτό;
Απ’ την αρχή ήτανε πολύ θετικοί, κι ακόμη είναι, δηλαδή. Σίγουρα θα ήθελαν ο κανακάρης τους να έβγαζε και κάνα φράγκο τα προκοπής, κατά βάθος, όμως, είναι χαρούμενοι που κάνω αυτό που μου αρέσει.
Μία (ή και παραπάνω) σειρά (-ες) που παρακολουθούσες-είς με μανία.
Mad Men, ό, τι πιο πυκνό έχει περάσει στην TV μετά τον Δεκάλογο του Kislowski… κι ύστερα κωμωδίες: τα πάντα όλα του Ricky Gervais, Curb your enthusiasm, Arrested Development.
Η μεγαλύτερή σου επιρροή.
Ο Ernest Hemingway. Όχι μόνο για τον μυθιστορηματικό τρόπο που έζησε την ζωή του, και για τα γραπτά του αυτά καθ’ αυτά, αλλά κυρίως για τον τρόπο που αντιμετώπιζε την διαδικασία του γραψίματος: 8ωρο, έλεγε, σα να δουλεύεις σ’ εργοστάσιο… χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σηκώνομαι κι από τις 6 όπως εκείνος.

πηγή vice

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου