Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Χριστούγεννα στο σπίτι του Χρήστου Μποκόρου


Χριστούγεννα στο σπίτι

Ξημέρωσε χαρά θεού και μέρα που είναι, γιορτινή, είπα να πάω να κάνω παρέα στη μάνα μου. Συννέφιασε στο δρόμο και με το που βγήκα απ' τη Κλεισούρα στη Λυσιμαχία, είδα τ' Αγρίνιο μετέωρο, κρεμάμενο επί των υδάτων, ν' ανταυγάζει στη λίμνη. Πάνω του ομίχλη και πιό ψηλά το Παναιτωλικό κρατάει στο διάσελο μια χούφτα φως. Η κυρά Βγένα στα σύννεφα χαμένη. Τα θεμέλιά μου στα βουνά, στους κάμπους...

Τις γιορτές δε στολίζαμε δέντρο στο σπίτι. Eπαρχία, αρχές του εξήντα, πήγαινα δεν πήγαινα σχολείο. Λίγα και για λίγους ακόμη τα μαζικά αξεσουάρ του πολιτισμού. Ωστόσο, όλο και πλήθαιναν στην αγορά των άγιων ημερών, φωτάκια χρωματιστά να προκαλούν το βλέμμα στο σκοτάδι, αναβοσβήνοντας ολονυχτίς σε παράθυρα με στολισμένα δέντρα (ψεύτικα, στην αρχή, από βιβλιο-χαρτο-δωροπωλεία κι αργότερα κορφές κομμένες από ζωντανά έλατα). Με το που έκλειναν τα μαγαζιά, αραιοί δημοτικοί φανοστάτες ήταν ως τότε τα μόνα τεχνητά νυχτερινά φώτα, για να βλέπει κανείς, να μην τσακίζεται στα σκαλοπάτια και τις λακκούβες με τα νερά στο χωματόδρομο. Αλλά τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια ήταν άλλο πράγμα, ‘ξωρέξια ζηλευτά. Η πόλη άρχιζε να στολίζεται την πρόοδο, ν’ ανάβει τα κολιέ της, να δείχνει γιορτινή κι έκτοτε τα φώτα, όλο και περισσότερα, ξεγελάνε το φόβο μας τις άδειες νύχτες του πολιτισμού και συσκοτίζουνε τους ουρανούς και την ανασφάλεια της μοναξιάς του ανθρώπου. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, η μοναξιά αγιάζει τα έξω και το αγιάζι τα αγιάζει όλα.

Κρύο, λοιπόν, πολύ θυμάμαι, χιόνι και παγωνιά έξω, και μέσα όλα συγυρισμένα εκ βάθρων τέτοιες μέρες, στρωμένα τα καλά στρωσίδια, κλεισμένα τα μέσα δωμάτια, για να μη μπούμε λασπωμένοι στα καθαρά και προλάβουμε να ξεστολίσουμε τις πιατέλες με τα μελομακάρονα, τους κουραμπιέδες και τα σιροπιαστά, στριφτό και μπακλαβά (όλα φτιαγμένα στο σπίτι, μέρες πριν σπάγαμε και καθαρίζαμε προσεκτικά ‘μύγδαλα και καρύδια για χάρη τους). Μόνο στο καθημερινό με το τζάκι και στην κουζίνα με την ξυλόσομπα ήταν ζεστά και μυρωδάτα από καμένα αγριόξυλα, ψημένα κάστανα και φλούδες μανταρίνια, πυρωμένο ψωμί και χοιρινό και λουκάνικα κρεμασμένα και σύκα αρμαθιές με τη ρίγανη και ρόδια και μήλα και κυδώνια και πορτοκάλια απ' τα περ'βόλια, ομφαλοφόρα με τα μωράκια τους και σαγκουίνια με ρουμπινάκια κρυμμένα στα σπλάχνα τους και τα τζάμια αχνισμένα (για να σχεδιάζουμε με τα δάχτυλα αστεράκια κι ανθρώπους) απ’ το νερό που έβραζε για το τσάι του βουνού ή το μαύρο με κανέλα και γαρίφαλο και λεμόνι και μέλι για τα παιδιά ή "σπίρτο" για τους μεγάλους, έτσι λέγαν το τσίπουρο, να το πίνουν και να παίρνουν φωτιά. Όλα αυτά μαζί με την αργία των ημερών και τα καλά μας ρούχα δίνανε σώμα σε χριστούγεννα και πρωτοχρονιά. Γιόρταζα κιόλας, μαζεύονταν φίλοι και συγγενείς μας στο σπίτι. Άντε και καν’να παιχνίδι αγοραστό, χαρά της Κυριακής και της γιορτής, που αν δεν του βγάζαμε τα μάτια αυθημερόν, σύντομα το βαριόμασταν. Τότε προτιμούσαμε ακόμη τα αυτοσχέδια και τα ομαδικά έξω στους δρόμους, στα ρέμματα και στα λιβάδια, πριν να κλειστούμε οριστικά στα καταναλωτικά της μοναξιάς.

Ένα τέτοιο πρωί γιορτινής αργίας, με το που βγήκα απ’ την εξώπορτα τα ‘χασα κι είπα να κάνω πάλι πίσω στη γνώριμη θαλπωρή του σπιτιού. Απρόσμενη σαν παραμύθι, αποκαλύφθηκε πολύ ομορφιά και δίσταζα. Άδειος ο δρόμος, ερημιά κι απέναντι απ’ το σπίτι (δεν είχαν χτιστεί ακόμη τα ψηλότερα) ήλιος ολόλαμπρος μόλις που καβαλούσε το Παναιτωλικό, κάτασπρη απ’ το χιόνι η ευγενία της η Κυρά-‘βγένα. Είχε ρίξει τσάφι αποβραδίς, πάγωσαν τα νερά κι η πάχνη περιπλανιόταν χαμηλά. Έσκυψα, κοίταξα κάτω, σαν να ‘μουνα πάνω απ’τα σύννεφα εγώ, και να ‘βλεπα έναν μικρούλη κόσμο πίσω τους. Από τα κεραμίδια και τις εξοχές των τοίχων κρεμόντουσαν κρυστάλλινοι σταλακτίτες που έλιωναν αργά και οι σταγόνες του νερού κυλούσαν στραφταλίζοντας κι έπεφταν καταρράχτες απαστράπτουσες κλωστές και τινάζονταν μικρότερες σταγονίτσες, λαμπιρισμοί πιτσίλιζαν τις λιμνούλες και τα ποταμάκια που κυλούσαν ανάμεσα σε οροσειρές από μούσκλια, πέτρες και κρυσταλλιασμένα χορταράκια. Μικρός αστραφτερός κόσμος με περιτριγύριζε κι αντανακλάσεις από λάμψεις πολύχρωμες με τύφλωναν κι ακούγονταν άπειροι ήχοι μικροί του νερού και του ήλιου, ακόμη κι η ανάσα μου ιρίδιζε το φως κι ανέβαινε σαν σμήνος παιχνιδιάρικο απειροελάχιστων πουλιών, που με τσιμπούσαν μαλακά στα μάγουλα και στα ρουθούνια πριν να χαθούν στο πάμφωτο, τσουχτερό κρύο, για να ξανάρθουν στην επόμενη εκπνοή. Πώς περιγράφεται το θαύμα; Δεν τολμούσα να κάνω βήμα. Στεκόμουν στο πέτρινο ρείθρο κι ένιωθα ότι αν προχωρούσα θα ‘πεφτα, θα χανόμουν στo κενό αυτού του ορθάνοιχτου κόσμου. Κι ήθελα και δεν ήθελα να χαθώ μέσα του, δεν ήθελα και να τον χάσω. Στην αμηχανία μου, κοίταξα ψηλά και σήκωσα το χέρι μου να πιάσω ένα κρύσταλλο νερού και μια σταγόνα κύλησε παγωμένη βαθιά ως τη μασχάλη και, σαν να ξύπνησα, χάθηκε η άλλη διάσταση κι όλα επανήλθανε στα μέτρα μου. Ο ήλιος ανέβαινε ψηλότερα, άλλαζαν οι σκιές και οι μορφές του κόσμου, η πάχνη διαλύθηκε, μετακινήθηκαν κι άλλαζαν σχήματα οι λίμνες και τα ποτάμια, γίνανε πάλι χαλίκια και μούσκλια τα πετρώδη και δασωμένα βουνά. Ο πάγος που κρατούσα στη χούφτα μου έλιωνε και περόνιαζε την παλάμη. Συνήλθα. Όλη τη μέρα έτρεχα έξω, έγλειφα παγωμένα κρύσταλλα κι έβρισκα και ξανάβρισκα μικρούς κρυμμένους κόσμους. Και δεν φοβόμουν πια να μη χαθούν. Ήταν εκεί έτσι κι αλλιώς. Δεν ξαναζήλεψα τα στολισμένα δέντρα. Πώς να με ξεγελάσουν πια τα ψεύτικα στολίδια τους; Το θαύμα είναι γύρω μας, το ξέρω τώρα κι ας το ξεχνώ συχνά, αποκαλύπτεται μόνο του ξαφνικά στον αειπάρθενο κόσμο και μας χαρίζεται κάθε φορά που ξανακερδίζουμε την αθωότητα της άφεσης στον θαυμασμό του. Tα παραμύθια είναι αληθινά, όχι τόσο γι’ αυτά που λένε όσο γι’ αυτά που θέλουνε να πουν. Παρθένο βλέμμα να ‘χουμε κι αυτί για να τ’ ακούμε. Aπό μητέρα παρθένο γεννιέται κάθε φορά η σωτηρία του κόσμου, αλλιώς σκοντάφτει στην ερημία των ημερών και των τόπων.

«..ξαγλυστρώ και πέφτω κάτω και λασπώνομαι, ακουμπώ στα δυο μου χέρια και σηκώνομαι...» 

Κουκουλωμένος στα βαριά σκεπάσματα, πριν κοιμηθώ, ξέβγαζα το κεφάλι και μισάνοιγα την κουρτίνα δίπλα μου για να ιδώ και ν’ ακούσω έξω απ’ το παράθυρο τη νύχτα. Κι ακόμα κι όταν ξέδινε ο καιρός κι έβρεχε κι άστραφτε και βροντούσε και το σπίτι μας έτρεμε και το χαλάζι δαιμόνιζε τα τσίγκια στην αυλή, ένοιωθα να ανασαίνει ήσυχα πίσω απ’ την αντάρα του χειμώνα, γαληνεμένος κι αναστάσιμος ο έναστρος ουρανός, και τον περίμενα στην ώρα του νά ‘ρθει.
Ξημέρωσε χαρά θεού και μέρα που είναι, γιορτινή, είπα να πάω να κάνω παρέα στη μάνα μου. Συννέφιασε στο δρόμο και με το που βγήκα απ' τη Κλεισούρα στη Λυσιμαχία, είδα τ' Αγρίνιο μετέωρο, κρεμάμενο επί των υδάτων, ν' ανταυγάζει στη λίμνη. Πάνω του ομίχλη και πιό ψηλά το Παναιτωλικό κρατάει στο διάσελο μια χούφτα φως. Η κυρά Βγένα στα σύννεφα χαμένη. Τα θεμέλιά μου στα βουνά, στους κάμπους...

Τις γιορτές δε στολίζαμε δέντρο στο σπίτι. Eπαρχία, αρχές του εξήντα, πήγαινα δεν πήγαινα σχολείο. Λίγα και για λίγους ακόμη τα μαζικά αξεσουάρ του πολιτισμού. Ωστόσο, όλο και πλήθαιναν στην αγορά των άγιων ημερών, φωτάκια χρωματιστά να προκαλούν το βλέμμα στο σκοτάδι, αναβοσβήνοντας ολονυχτίς σε παράθυρα με στολισμένα δέντρα (ψεύτικα, στην αρχή, από βιβλιο-χαρτο-δωροπωλεία κι αργότερα κορφές κομμένες από ζωντανά έλατα). Με το που έκλειναν τα μαγαζιά, αραιοί δημοτικοί φανοστάτες ήταν ως τότε τα μόνα τεχνητά νυχτερινά φώτα, για να βλέπει κανείς, να μην τσακίζεται στα σκαλοπάτια και τις λακκούβες με τα νερά στο χωματόδρομο. Αλλά τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια ήταν άλλο πράγμα, ‘ξωρέξια ζηλευτά. Η πόλη άρχιζε να στολίζεται την πρόοδο, ν’ ανάβει τα κολιέ της, να δείχνει γιορτινή κι έκτοτε τα φώτα, όλο και περισσότερα, ξεγελάνε το φόβο μας τις άδειες νύχτες του πολιτισμού και συσκοτίζουνε τους ουρανούς και την ανασφάλεια της μοναξιάς του ανθρώπου. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, η μοναξιά αγιάζει τα έξω και το αγιάζι τα αγιάζει όλα.
Κρύο, λοιπόν, πολύ θυμάμαι, χιόνι και παγωνιά έξω, και μέσα όλα συγυρισμένα εκ βάθρων τέτοιες μέρες, στρωμένα τα καλά στρωσίδια, κλεισμένα τα μέσα δωμάτια, για να μη μπούμε λασπωμένοι στα καθαρά και προλάβουμε να ξεστολίσουμε τις πιατέλες με τα μελομακάρονα, τους κουραμπιέδες και τα σιροπιαστά, στριφτό και μπακλαβά (όλα φτιαγμένα στο σπίτι, μέρες πριν σπάγαμε και καθαρίζαμε προσεκτικά ‘μύγδαλα και καρύδια για χάρη τους). Μόνο στο καθημερινό με το τζάκι και στην κουζίνα με την ξυλόσομπα ήταν ζεστά και μυρωδάτα από καμένα αγριόξυλα, ψημένα κάστανα και φλούδες μανταρίνια, πυρωμένο ψωμί και χοιρινό και λουκάνικα κρεμασμένα και σύκα αρμαθιές με τη ρίγανη και ρόδια και μήλα και κυδώνια και πορτοκάλια απ' τα περ'βόλια, ομφαλοφόρα με τα μωράκια τους και σαγκουίνια με ρουμπινάκια κρυμμένα στα σπλάχνα τους και τα τζάμια αχνισμένα (για να σχεδιάζουμε με τα δάχτυλα αστεράκια κι ανθρώπους) απ’ το νερό που έβραζε για το τσάι του βουνού ή το μαύρο με κανέλα και γαρίφαλο και λεμόνι και μέλι για τα παιδιά ή "σπίρτο" για τους μεγάλους, έτσι λέγαν το τσίπουρο, να το πίνουν και να παίρνουν φωτιά. Όλα αυτά μαζί με την αργία των ημερών και τα καλά μας ρούχα δίνανε σώμα σε χριστούγεννα και πρωτοχρονιά. Γιόρταζα κιόλας, μαζεύονταν φίλοι και συγγενείς μας στο σπίτι. Άντε και καν’να παιχνίδι αγοραστό, χαρά της Κυριακής και της γιορτής, που αν δεν του βγάζαμε τα μάτια αυθημερόν, σύντομα το βαριόμασταν. Τότε προτιμούσαμε ακόμη τα αυτοσχέδια και τα ομαδικά έξω στους δρόμους, στα ρέμματα και στα λιβάδια, πριν να κλειστούμε οριστικά στα καταναλωτικά της μοναξιάς.
Ένα τέτοιο πρωί γιορτινής αργίας, με το που βγήκα απ’ την εξώπορτα τα ‘χασα κι είπα να κάνω πάλι πίσω στη γνώριμη θαλπωρή του σπιτιού. Απρόσμενη σαν παραμύθι, αποκαλύφθηκε πολύ ομορφιά και δίσταζα. Άδειος ο δρόμος, ερημιά κι απέναντι απ’ το σπίτι (δεν είχαν χτιστεί ακόμη τα ψηλότερα) ήλιος ολόλαμπρος μόλις που καβαλούσε το Παναιτωλικό, κάτασπρη απ’ το χιόνι η ευγενία της η Κυρά-‘βγένα. Είχε ρίξει τσάφι αποβραδίς, πάγωσαν τα νερά κι η πάχνη περιπλανιόταν χαμηλά. Έσκυψα, κοίταξα κάτω, σαν να ‘μουνα πάνω απ’τα σύννεφα εγώ, και να ‘βλεπα έναν μικρούλη κόσμο πίσω τους. Από τα κεραμίδια και τις εξοχές των τοίχων κρεμόντουσαν κρυστάλλινοι σταλακτίτες που έλιωναν αργά και οι σταγόνες του νερού κυλούσαν στραφταλίζοντας κι έπεφταν καταρράχτες απαστράπτουσες κλωστές και τινάζονταν μικρότερες σταγονίτσες, λαμπιρισμοί πιτσίλιζαν τις λιμνούλες και τα ποταμάκια που κυλούσαν ανάμεσα σε οροσειρές από μούσκλια, πέτρες και κρυσταλλιασμένα χορταράκια. Μικρός αστραφτερός κόσμος με περιτριγύριζε κι αντανακλάσεις από λάμψεις πολύχρωμες με τύφλωναν κι ακούγονταν άπειροι ήχοι μικροί του νερού και του ήλιου, ακόμη κι η ανάσα μου ιρίδιζε το φως κι ανέβαινε σαν σμήνος παιχνιδιάρικο απειροελάχιστων πουλιών, που με τσιμπούσαν μαλακά στα μάγουλα και στα ρουθούνια πριν να χαθούν στο πάμφωτο, τσουχτερό κρύο, για να ξανάρθουν στην επόμενη εκπνοή. Πώς περιγράφεται το θαύμα; Δεν τολμούσα να κάνω βήμα. Στεκόμουν στο πέτρινο ρείθρο κι ένιωθα ότι αν προχωρούσα θα ‘πεφτα, θα χανόμουν στo κενό αυτού του ορθάνοιχτου κόσμου. Κι ήθελα και δεν ήθελα να χαθώ μέσα του, δεν ήθελα και να τον χάσω. Στην αμηχανία μου, κοίταξα ψηλά και σήκωσα το χέρι μου να πιάσω ένα κρύσταλλο νερού και μια σταγόνα κύλησε παγωμένη βαθιά ως τη μασχάλη και, σαν να ξύπνησα, χάθηκε η άλλη διάσταση κι όλα επανήλθανε στα μέτρα μου. Ο ήλιος ανέβαινε ψηλότερα, άλλαζαν οι σκιές και οι μορφές του κόσμου, η πάχνη διαλύθηκε, μετακινήθηκαν κι άλλαζαν σχήματα οι λίμνες και τα ποτάμια, γίνανε πάλι χαλίκια και μούσκλια τα πετρώδη και δασωμένα βουνά. Ο πάγος που κρατούσα στη χούφτα μου έλιωνε και περόνιαζε την παλάμη. Συνήλθα. Όλη τη μέρα έτρεχα έξω, έγλειφα παγωμένα κρύσταλλα κι έβρισκα και ξανάβρισκα μικρούς κρυμμένους κόσμους. Και δεν φοβόμουν πια να μη χαθούν. Ήταν εκεί έτσι κι αλλιώς. Δεν ξαναζήλεψα τα στολισμένα δέντρα. Πώς να με ξεγελάσουν πια τα ψεύτικα στολίδια τους; Το θαύμα είναι γύρω μας, το ξέρω τώρα κι ας το ξεχνώ συχνά, αποκαλύπτεται μόνο του ξαφνικά στον αειπάρθενο κόσμο και μας χαρίζεται κάθε φορά που ξανακερδίζουμε την αθωότητα της άφεσης στον θαυμασμό του. Tα παραμύθια είναι αληθινά, όχι τόσο γι’ αυτά που λένε όσο γι’ αυτά που θέλουνε να πουν. Παρθένο βλέμμα να ‘χουμε κι αυτί για να τ’ ακούμε. Aπό μητέρα παρθένο γεννιέται κάθε φορά η σωτηρία του κόσμου, αλλιώς σκοντάφτει στην ερημία των ημερών και των τόπων.
«..ξαγλυστρώ και πέφτω κάτω και λασπώνομαι, ακουμπώ στα δυο μου χέρια και σηκώνομαι...»
Κουκουλωμένος στα βαριά σκεπάσματα, πριν κοιμηθώ, ξέβγαζα το κεφάλι και μισάνοιγα την κουρτίνα δίπλα μου για να ιδώ και ν’ ακούσω έξω απ’ το παράθυρο τη νύχτα. Κι ακόμα κι όταν ξέδινε ο καιρός κι έβρεχε κι άστραφτε και βροντούσε και το σπίτι μας έτρεμε και το χαλάζι δαιμόνιζε τα τσίγκια στην αυλή, ένοιωθα να ανασαίνει ήσυχα πίσω απ’ την αντάρα του χειμώνα, γαληνεμένος κι αναστάσιμος ο έναστρος ουρανός, και τον περίμενα στην ώρα του νά ‘ρθει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου