Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

 


"Ο βίος και η πολιτεία του Γκίζο, ενός σκύλου που προσπαθούσε να ανακαλύψει τον κόσμο"


της Χριστίνας Κοντούλη










Τα λιγοστά μας τρόφιμα είχαν καταφέρει να κρατήσουν για μέρες, ο γέρο Σάντζα ψαχούλευε με τους δέκα ρόζους του τα στήθια δώδεκα εραστών πάνω στο άκαμπτο μπράτσο της κιθάρας κι η Ιβέτ ακολουθούσε τη μυσταγωγία έτοιμη να κοιμηθεί. Τα σκούρα βλέφαρά της και οι υδρόγειοι γοφοί της αποκάλυπταν μια χαμένη νιότη μαζί με τους χιλιάδες δίσκους όπου φαντάζονταν να φιγουράρει με υπεροπτικό πρόσωπο όμως η δουλειά κι η επιβίωση είχαν επικρατήσει του ονείρου.
Η Ρακέλ κι η Μάρζω τίμησαν την μοναχική μας παρέα παράγοντας ήχους απόλαυσης καθώς ρίχνονταν στο κρύο φαί μετά το ξενύχτι κι εγώ αγκαλιάζοντας σφιχτά την αγαπημένη μου ηλεκτρική αδερφή ψυχή χάιδευα τα σκούρα, μηχανικά της μάτια προσπαθώντας να εξομολογηθώ μια εσωστρεφή περιπέτεια.
Τα βυζιά της φαίνονταν μεγάλα, η Μάρζω γέλασε όταν της το είπα, ωστόσο ποτέ δεν είχα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα βυζιά… Οι φωνές τους αναμιγνύονταν απόμακρα κι ουδέτερα πίσω από την μουσική φλόγα κι ο Μπαρίζ κάπου θα πλακώνονταν με τους ναύτες το ξημέρωμα. Η Ρους κοιμόταν ατενίζοντας μια φωλιά γαλάζιων πουλιών κι ο μικρός μου εαυτός ο Γκίζο Βένα, αδιάλλακτος, στοργικός μετεωρίτης ονειρεύονταν μια μικρή ανθισμένη αυλή με τα ξωτικά της. Τα βράδια εγώ κι ο Μικαέλ Ρίβα ταξιδεύαμε εκεί που ο νους σας δεν θα χωρέσει πριν κλείσουν τα βλέφαρα. Η μάνα Φίντα ξάπλωνε ανακουφισμένη δίπλα στον πατέρα κι ο παππούς τραγουδούσε ανάμεσα σε ροχαλητά  την περασμένη νιότη του μέσα από τραγούδια ανόητων πολέμων που ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει. Τότε ούτε κι εγώ καταλάβαινα, μα αργότερα έμαθα να τον αγαπώ ακόμη πιο πολύ γι’ αυτό, καθώς τώρα πια ξέρω πως όποιος γνωρίζει την ειρήνη, ποτέ δεν θα καταλάβει έναν πόλεμο. Μεγαλώνοντας άκουγα τα μανιφέστα των γύρω με προσοχή, όλοι έμοιαζαν να καταλαβαίνουν κάτι, όλοι έμοιαζαν να έχουν κάποιο τρόπο  ή λόγο εξήγησης για την καταστολή της ίδιας της ύπαρξής τους, όλοι έμοιαζαν να ποθούν τον διαπληκτισμό πιστεύοντας κατάβαθα πως θα απόφευγαν έτσι και την πλήξη.
Στα νοσταλγικά σούρουπα στο κτήμα ζουλούσαμε σταφύλια με τα εφηβικά ούλα μας και πνίγαμε ερωτικούς καημούς με φθηνά τσιγάρα αργότερα κι η νοσταλγία έμοιαζε ακριβή. Όταν πια ήμουν φοιτητής εκατομμύρια τσιτάτα και μανιφέστα τραβούσαν τα πόδια μου από τον μεσημεριανό ήλιο, πρόσωπα ηλεκτρονικά, κοστούμια , πούδρες κι ανάκατα συναισθήματα μου ζητούσαν να προσευχηθώ στον θεό των μέσων μαζικής αποχαύνωσης και να γελάσω τόσο δυνατά που να πίσω κι άλλους ή τουλάχιστον να τους βοηθήσω να φανταστούν πως έχριζα ψυχικής βοήθειας  έτσι για να με προσπεράσουν αναίμακτα κι η επανάσταση μου να’ ναι μια στιγμή αδυναμίας έναντι στη δύναμη των πολλών.
Όμορφα λόγια, τα λόγια τους ήταν τόσο όμορφα, προσεγμένα, αδίστακτα μα καθόλου παραστατικά, τα λόγια τους μιλούσαν σε όμορφα κέντρα, στολισμένα με τα ακριβότερα λουλούδια, λικέρ και σκάνδαλα, τα λόγια τους κέρδιζαν άριστα στους ελέγχους και φτωχές κονσερβοποιημένες σελίδες σε μεταπτυχιακά, τα λόγια τους σαν φωτεινές ρεκλάμες παρήλαυναν  προκλητικά και ανενόχλητα, άδεια και γκρίζα, σμιλεύοντας το τώρα ολόιδιο με το χτες πατρονάροντας εισηγήσεις πως τάχα είχαν κάτω από τη γλώσσα κάτι νέο.
Τα άκουγα όλα με προσοχή, τον επαναστάτη του φαστ φούντ, τον αναρχικό που υποκλίνονταν στο κράτος, τον αντισεξιστή που «κάρφωνε» την γκόμενα, τον αντικαπιταλιστή που εκθείαζε τον καπιταλισμό με τις πράξεις του, τον χορτοφάγο που κρυφά μπούκωνε κεφτεδάκια, τον δικτάτορα που καμώνονταν τον αρχηγό, εκείνον που μισούσε την δική του φάρα, τον καθημερινό ρουφιάνο που πούλαγε την ρουφιανιά, εμένα που κορόιδευα τον εαυτό μου για την αποδοχή τους, εσένα που κορόιδευες εμένα γι’ αυτήν. Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει μια φράση που σαν έφηβος μισούσα. «άκου, βλέπε, σιώπα» κι ύστερα ρώταγα, τι θα γίνει άμα μιλήσω;  Τι θα συμβεί αν αντισταθώ; Κι όλοι μου απάντησαν, «ποιος θαρρείς πως είσαι;» Κι εγώ φοβήθηκα τον τόνο της φωνής τους κι εγώ, λυπάμαι που σας το λέω, μα τους πίστεψα.
Έμαθα να μη μιλώ, έβρισκα τρόπους να πνίγω την φωνή μου όταν δεν ήταν ταιριαστή, έμαθα τρόπους να καμώνομαι τον αφελή για να γλιτώσω μια άνιση ή μια άχρηστη μάχη. Κι ύστερα έγραψα τις σκέψεις μου μήπως κι ακούσω την φωνή μου κι όταν την άκουσα, ένας μικρός εκδοτικός οίκος δούλεψε κάτω από τη γλώσσα μου και τύπωσε κρυφά από μένα «το εγχειρίδιο του δειλού».
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
-ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: δεν πρέπει
Ερώτηση : γιατί;
Απάντηση: γιατί στο λέμε
-ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: δεν μπορείς
Ερώτηση : γιατί;
Απάντηση: γιατί στο λέμε
-ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: δεν θα το κάνεις;
Ερώτηση: γιατί;
Απάντηση: γιατί στο λέμε
-ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: να φοβάσαι
Ερώτηση : τι;
Απάντηση: αυτό που σου λέμε
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: υπάκουσε
Ερώτηση : γιατί;
Απάντηση: γιατί φοβάσαι.

Έμεινα μέρες κλεισμένος στο δωμάτιο, μια κουζίνα κι ένας καναπές, ένας βαριεστημένος συγκάτοικος που αναζητούσε την συμφωνία μου για να εδραιώσει τις επιλογές που είχε ήδη κάνει στο μυαλό του, ένας κύκλος που γύριζε και μου προκαλούσε ζάλη, μια στιγμή που γινόταν η ζωή μου εδώ και μήνες, ίσως και χρόνια, μια επιβεβαίωση πως η επιθυμία δεν ήταν μια αποκλίνουσα μορφή της τρελής μας φαντασίας, μια επιβεβαίωση, ένα χαρτί, μια σφραγίδα πως ήμασταν λογικοί, πως υπήρξαμε δίκαιοι, μια επιβεβαίωση στο τυραννισμένο παιδί πως επιτέλους έπραξε με τους κανόνες και τώρα θα εισέπραττε την αμοιβή.
Μα όσο άκουγα, όσο πρόσεχα, έμαθα να αναγνωρίζω πως η αμοιβή δεν ήταν παρά ένας παραφρασμένος μύθος, μια ανταλλαγή ευθύνης, μια γονική αποδοχή όπου ο γονιός φορούσε μια παγωμένη γελαστή συστημική μάσκα κι άψυχα γέμιζε με τα χρώματα της ευτυχίας καθώς αρνιόμασταν την δική μας και υπογράφαμε την συνέχεια της μιζέριας που είχαν κι εκείνοι υπογράψει κάποτε.
Όταν αποφάσισα να μιλήσω, ήμουν πια άρρωστος, το ψέμα μαγείρευε τα κύτταρά μου σαν δεύτερος εαυτός κι ο φόβος μου’ χε στερήσει την καλύτερη ύπαρξή μου. Τα τόσα αφεντικά είχαν περιπλέξει πια την αίσθηση της πραγματικότητας κι εγώ ποθούσα μονάχα να ησυχάσω. Θυμάμαι τη μυρωδιά από τη φρέσκια ρίγανη που φύτρωνε σ’ εκείνη την μισοπεθαμένη ελιά στο κτήμα κι ίσως να με κατηγορήσετε για βουκολισμό, γραφικότητα ή ιλιγγιώδη κι άχρηστο ρομαντισμό όμως αυτή ήταν η πιο ελεύθερη στιγμή μου, στις νύχτες που ονειρεύτηκα παρέα με τον αδερφό μου κι η μόνη μου ανησυχία ήταν αν τα δέντρα ζωντανεύουν τη νύχτα και χορεύουν ξέφρενα σε ένα ρυθμό που κανείς δεν είχε την δυνατότητα να ακούσει.
Ύστερα μου φόρεσαν ένα όμορφο πέτσινο λουρί, από δέρμα σαν το δικό μου, μου είπαν τι να κάνω και πως κι εγώ υπάκουσα γιατί τόσοι είχαν υπακούσει, ύστερα, μου έδωσαν ένα όνομα και πέρασαν στο δέρμα μου ένα πομπό για να ξέρουν κάθε κίνησή μου, με στείρωσαν για να αποφύγουν τάχα τα ορφανά και τώρα με ταΐζουν δυο φορές τη μέρα. Κι αν κάποτε μ’ ακούσατε να λέω πως φοβάμαι τα σκυλιά είναι γιατί όταν κοίταξα στον καθρέφτη ύστερα από την αναμόρφωσή μου, περπατούσα στα τέσσερα και γρύλιζα γιατί αυτό ήταν το τίμημα της σιωπής μου, να ακούω τις φωνές των ομοίων μου και να μην τις αναγνωρίζω, να ακούω τη φωνή του αδερφού μου και να ζητάω βοήθεια γιατί ποτέ  δεν πρόσεξα πως μου ζητούσε βοήθεια εκείνος. Να βλέπω τα μυτερά τους δόντια και να τρέμω γιατί η αλήθεια μου έμοιαζε πια με επιδόρπιο της λέσχης, κρύα και ζελεδιασμένη κι η ελευθερία τους με τρόμαζε.
Εκείνο το βράδυ κούρνιασα ανακουφισμένος στην αγκαλιά του δυνάστη μου κι ένιωθα ευτυχία στα ασφυχτικά του χέρια μέχρι που γύρισα το πρόσωπο κι είδα στο πρόσωπό του το δικό μου, κι είδα στο πρόσωπό του τα δικά σας πρόσωπα. Μα ακόμη και τότε δεν μίλησα. Του δάγκωσα τα τρυφερά του χέρια κι έφυγα τρέχοντας, ψάχνοντας τους δικούς μου, μόνο που όταν τους αντίκρισα , με τρόμαζαν πιο πολύ και δεν μπορούσα να καταλάβω τις φωνές τους.
Το πρωί μάζεψαν τα χίλια μου κομμάτια από την άσφαλτο, κάποιος είπε πως ένας οδηγός πάτησε ένα ηλίθιο σκύλο, κι οι δυνάστες μου έκλαψαν μα οι δικοί μου δεν έχυσαν κανένα δάκρυ γιατί η φωνή μου ήταν πια ξένη γι’ αυτούς κι οι δικές τους ήταν ξένες για μένα. Ήμουν ο συγγενής που φόρεσε κολάρο κι υποτάχθηκε κι ήμουν το εκνευριστικό ζώο που γάβγιζε μέσα στη νύχτα, αλλά για μια στιγμή υπήρξα ο επαναστάτης κι έκανα την δική μου διαδρομή.  Δεν θυμάμαι πια τα χρόνια μου ως άνθρωπος, ούτε τα χρόνια μου ως σκύλος. Θυμάμαι μόνο τη μυρωδιά της άγριας ρίγανης και το μεσημεριανό ήλιο κι αυτή είναι η πιο ελεύθερη μου ανάμνηση. Η μόνη στιγμή που κυνήγησα το όνειρο ήταν η στιγμή που δεν το επιζητούσα και τότε δεν υπήρξα τίποτα από τα δυο, τότε ήμουν ελεύθερος, κανένα όνομα, κανένα είδος, κανένα πρόσωπο, καμιά λέξη, όλα μου τα εγώ , όλα μου τα εσείς, δυο φύλλα ρίγανη.
Κοιμήθηκα ήσυχος εκείνο το βράδυ με μόνη μου απορία, σαν τι θα ξυπνούσα το πρωί, ποιο όνομα τάχα θα έπρεπε να παλέψω, ποιόν εαυτό θα έπρεπε να αρνηθώ, ποιος εαυτός θα είχε τη φωνή που πια δε θα σιωπούσε.



https://bluerabbit26.blogspot.com/2019/02/blog-post.html 


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020

 Ναυτικό ημερολόγιο - Στην Ατάρ οι θεοί προσκυνούν τις κόκκινες κάλτσες



Της Χριστίνας Κοντούλη










Έμοιαζε σαν να προσεύχεστε με τα χέρια της καθώς λικνίζονταν στην μυστηριακή συχνότητα. Τα χέρια της πήγαιναν κι έρχονταν με την μορφή κόκκινων εξωτικών πουλιών, γυρνούσαν γύρω από το πρόσωπό μου, δεν ήμουν σίγουρος, ίσως και να γυρνούσα γύρω της εγώ..


Μέσα στους καπνούς της Ατάρ, τα πρόστυχα γέλια των περαστικών που χλεύαζαν τη διασκέδαση μας προβάριζαν χειροκροτήματα από πορσελάνινα βαμμένα δόντια λίγο πριν την εκκλησία της Κυριακής ενώ δυο ανήλικοι δραπέτες κρύφτηκαν πίσω μας μέχρι να φτάσουμε κοντά στην είσοδο κι ύστερα ενσωματώθηκαν στην πολυκοσμία. Ο Ομάρ σκάλιζε μια μισοτελειωμένη φλογέρα μασουλώντας τις καυτερές πιπεριές του κι η Σπεράτζα έπαιζε ζάρια με τους ναυτικούς κάποιου αμερικάνικου βαποριού ξεκοκαλίζοντας τους μισθούς τους πριν ακόμη αγγίξουν το πάτωμα. Τέτοιες νύχτες όλη η Ατάρ ξεχύνονταν στους δρόμους με το πρόσχημα του καύσωνα, μια πόλη που θα ζήλευαν οι οπαδοί του Πουαντιγισμού καθώς αν άπλωνες ένα μεγεθυντικό φακό πάνω από τούτο τον παράξενο πίνακα τότε μόνο θα διέκρινες τις καταβολές του, μικρές χρωματιστές κουκκίδες στραγγισμένες απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης έλαμπαν αστραφτερά παραμορφωμένα κάτω από το χρυσαφένιο της πρόσωπο.
Ένας ξεχασμένος Άμμων Ρα με σπασμένη την αριστερή πλευρά του προσώπου του παρακολουθούσε μελαγχολικός το λιμάνι αναπολώντας τα περασμένα μεγαλεία του μετρώντας τα έξι καινούργια του τατουάζ που σήμαναν σιγά σιγά το τέλος άλλης μιας χιλιετίας. Έξω από το μαγειρείο ο Αφούσης έψαχνε το ζωνάρι του δίνοντας σαν αντάλλαγμα ευρέτρων σοφιστείες και καλησπέρες , μόνο που τώρα δυσκολεύονταν να σηκωθεί κι έτσι προέταζε το χέρι καρτερικά για λίγα ψηλά κι ό,τι άλλο είχε κανείς την όρεξη να του δώσει. Ο άλλος Κάσιος βρισκόταν δίπλα μου τώρα κι απ’ την αρχή του χρόνου, τον είχα ανταμώσει κάποτε σ’ ένα σκλαβοπάζαρο και τον πήρα μαζί μου να μου κρατά την αλυσίδα, μισή εγώ , μισή αυτός, δεν είχα παράπονο. Ο Γιάγκος ήτανε καλό παιδί μόνο που και που ξεχνιόταν μέσα στη βαρεμάρα του και μέτραγε τα άστρα τότε γέμιζε η μούρη του σπυριά και γύριζε την Ατάρ ψάχνοντας μαντζούνια για την χαμένη ομορφιά του. Ευτυχώς εμένα μ’ είχε δασκαλέψει η μάνα μου από μικρό κι έτσι μετρούσα τ’ αστέρια μόνο όταν έπεφταν.
Κάπου εκεί στα μέσα της νύχτας περάσαμε την αγορά των καλαμποκιών και δρασκελώντας βιαστικά τα στενάκια με τα προσευχητάρια των παλιών μανάδων βρεθήκαμε στο Zümrüt μπαχτσέ. Από τη μια η αρχαία αγορά κι από την άλλη πλευρά η αγορά των μυρωδικών και των κοσμημάτων, ενώ αν άφηνες το βλέμμα σου να περπατήσει κατά μήκος των ρευμάτων έφτανες μέχρι τα ψαράδικα που κατέληγαν στο γκρεμισμένο ναό της Αρτέμιδος στις εκβολές ενός οικόσιτου ποταμού . Οι απόγονοι των Σαρακηνών αναζητούσαν το Σάρας ανάμεσα σε γαλαζωπούς και χρυσοπράσινους καπνούς καθώς έσπαγαν και μοίραζαν το πλαστικό Γκράαλ κάτω από τις μύτες τουριστών σταυροφόρων που προσπαθούσαν να στηρίξουν τα selfie sticks ανάμεσα σε βαριά θωρακισμένες πανοπλίες παιδικών απωθημένων, νευρώσεων και ηρεμιστικών χαπιών. Στον αέρα πλανιόταν μια μυρωδιά θυμιάματος, ιδρωτίλας και ναφθαλίνης. Έτσι μύριζαν και τα παλιά σπίτια στο χωριό, μια ταμπλέτα σκληρής εργατιάς βουτηγμένη στο θρησκοπήγαδο κι έπειτα απλωμένη για να στεγνώσει στο βάθος ενός καθωσπρέπει ντουλαπιού στο ερμάρι. Καμιά φορά αναρωτιόμουν σαν παιδί αν έτσι έμοιαζε η λέξη μαυσωλείο, έπειτα μεγαλώνοντας είδα άλλα, πολύ πιο μεγάλα, πολύ πιο σκοτεινά που σαν ταξιδιωτικές βαλίτσες έφεραν πολλές στάμπες πάνω τους, πότε κράτος, πότε εθνική συνείδηση, πότε αστυνομία, πότε θρησκεία και πότε κοινωνική μέριμνα φροντίδας κι εκπαίδευσης επιθυμητών πολιτών. Όμως πάνε πια όλα αυτά, είχαν περάσει. Τώρα πάνω στα αποκαΐδια του απολίτιστου πολιτισμού μας ξαπωστάζαμε ευχαριστημένοι που επιβιώσαμε ακόμη μια φορά κι ονειρευόμασταν μέχρι το ηφαίστειο να καπνίσει και πάλι.
Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ωστόσο ήταν αυτή η επιμονή να αναζητούμε στολίδια από το παρελθόν για να ντύσουμε το γυμνό μας μέλλον. Σαν μια νύφη που ετοιμάζονταν για τον έγγαμο βίο τηλεφωνώντας στους πρώην εραστές της για ένα γρήγορο πριν την τελετή. Κι αυτό το γρήγορο κρατούσε μέρες, μήνες, αιώνες μα ίσως και να ήταν μια στιγμή που επαναλαμβάνονταν στη μνήμη της ξανά και ξανά ακόμη κι όταν γριά πια συνόδευε μια άλλη γενιά στη σύμβαση που εκείνη είχε μετανιώσει. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους του ανθρώπου ήταν να μετανιώσει κι όμως ό,τι κι αν πει αυτό που διάλεξε θα το διάλεγε ξανά και ξανά και ξανά γιατί αυτή είναι η φύση του.
Τα χέρια της Σεμέλης χαμήλωσαν κι αγκάλιασαν τον Δία σ’ ένα λιμάνι στην ανατολή, αυτή τη φορά θα ήταν συνετή και δεν θα του ζητούσε να της αποκαλύψει την πραγματική του φύση. Η Ήρα τύφλωνε τον Τειρεσία μορφάζοντας από αγανάκτηση κι έπειτα το βράδυ γλιστρούσε στην κάμαρά του και του ζητούσε να της μάθει τα μυστικά που είχε γνωρίσει στις δυο ζωές του. Κανείς ποτέ δεν είχε μάθει αυτή την απάτη…
Ο Γιάγκος ξάπλωσε στην άμμο να μετρήσει τα αστέρια. Είχε προμηθευτεί αρκετή αλοιφή από μια Βιετναμέζα σαμάνο κι ειδοποίησε τους ψαράδες να βρουν τον Σιμόν που έκανε τις τελετές του στα πόδια του Άμμωνα, αν πρήζονταν πάλι η μούρη του θα έσπαγε μερικά ασπράδια και θα έριχνε μερικά κόκαλα, έτσι θα ξόρκιζε την κατάρα. Ο Σιμόν ήταν ένας ψηλός γαλλοαφρικανός με τελετουργικά –όπως έλεγε- εμφυτεύματα στα μπράτσα (αν και όλοι ήξεραν πως τα είχε βάλει στην εφηβεία του για να εντυπωσιάσει την πρώτη του ερωμένη ) κι ένα μεγάλο τατουάζ λιβελούλα στο λαιμό. Είχαμε ταξιδέψει μερικές φορές μαζί και πάντα μας έβαζε σε περιπέτειες, όμως κανείς δεν μπορούσε να κρατήσει κακία σε κάποιον που γεννήθηκε κάτω από τον αστερισμό του ζυγού, σύμφωνα με τα λεγόμενά του…
Έδωσα ένα τσιγάρο στον Γιάγκο κι έπειτα τον άφησα πηγαίνοντας προς τα μαγειρεία. Στην παλιά πόλη οι ουρανοξύστες που κάποτε προπαγάνδιζαν ένα μέλλον γεμάτο υπέρλαμπρα και μακρινά τεχνολογικά επιτεύγματα τώρα έστεκαν σαν βουβά μισογκρεμισμένα τοτέμ αποκαλύπτοντας τα σάπια τους θεμέλια ενώ στον τρίτο όροφο ενός από αυτούς ένας κοκκινομάλλης πρώην τζογαδόρος , μισός Φιλανδός μισός Αρμένιος είχε στήσει τώρα ένα χαμάμ τόσο για χαλάρωση όσο και για όλες τις ορέξεις... Καθώς ανέβαινα στην «Αγία Πόλη» οι μυρωδιές των σαπουνιών χαριεντίζονταν μέσα στα ρουθούνια μου σαν τις οδαλίσκες ενός πίνακα του Ingres ενώ από τις κάσες των ανύπαρκτων πορτών γυμνοί άνθρωποι  ξαπλωμένοι κι ακίνητοι βαριανάσαιναν πλάι σε ξεφτισμένα ντουβάρια και θολές τζαμαρίες. Κάπου εκεί στις αρχές του άλλοτε προθάλαμου που οδηγούσε στον τέταρτο όροφο μια σειρά από μπάζα δημιουργούσε ένα πλατύ πέρασμα για τον διπλανό ουρανοξύστη. Στο βάθος ο Φάρος της Αλεξάνδρειας αντανακλούσε το φως των δρόμων στα γυαλιά μου περιπαίζοντας την μυωπία των ματιών βρίσκοντας καταφύγιο στη διαύγεια της άγριας φαντασίας με την οποία είχα προικισθεί από τα γεννοφάσκια μου. Σ’ αυτή τη ζωή τρεις ήταν οι προίκες μου, φαντασία, απορία, αμφισβήτηση. Τι καλύτερος μπούσουλας; Σκεφτόμουν ευχαριστημένος όταν ξαφνικά μια μικροσκοπική εικόνα αναστάτωσε την ταξιδιάρικη διάθεση του μυαλού μου. Σ’ ένα από τα πολλά δωμάτια του  Ναού των πολλών ονομάτων, ένα δωμάτιο ήταν καινό, στα άλλα διάφοροι άνθρωποι , διαφόρων θρησκειών, σκέψεων κι ελπίδων κάθονταν όπως πάντα τραγουδώντας νανουρίσματα στις γλώσσες τους, όμως σ’ εκείνο το μικρό δωμάτιο ξεχώριζε μονάχα μια σιλουέτα. Δεν ήξερα τι ακριβώς μα κάτι με τραβούσε να πλησιάσω. Στο βάθος του δωματίου μια γυναίκα κάθονταν σκυμμένη με την πλάτη προς το μέρος μου βουτώντας τα χέρια της σε μια λεκάνη τραγουδώντας ένα νανούρισμα σε μια γλώσσα που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω. Κάθε τόσο έβγαζε μια κόκκινη κάλτσα από το νερό κι έπειτα την έδινε σε μια άλλη γυναίκα λίγο πιο πέρα, εκείνη την άπλωνε σ’ ένα σχοινί  κι ύστερα μια  Τρίτη το τραβούσε κι έπαιρνε την τελευταία κάλτσα τοποθετώντας τις σε ζευγάρια. Άλλες έμεναν από την αρχή ως το τέλος στην αρχικές τους θέσεις, άλλες τις άλλαζαν κι άλλες, εκείνες που ήταν ξηλωμένες είτε τις άφηναν στην άκρη είτε τις έριχναν σε ένα βαρέλι όπου έκαιγε μια αυτοσχέδια φωτιά. Αυτό συνεχίστηκε για τρεις νύχτες, την τέταρτη αποφάσισα να μπω στο δωμάτιο και να τους μιλήσω. Όμως όταν έφτασα εκεί δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο η Σεμέλη. Έφυγα αθόρυβα, στο πρόσωπό της είχε την έκφραση της προσμονής, σε λίγο θα έφτανε ο Δίας.
Προσπέρασα βιαστικά τα μαγειρεία και αποφεύγοντας με γρήγορα τινάγματα των χεριών ένα κίτρινο σύννεφο από κάρυ έφτασα στη Σουμέρια. Ένας μελαψός νεαρός στην είσοδο κερνούσε σουμάδα και χαλβά. Καθώς με πήραν οι πρώτοι ήχοι του καφέ αμάν μασουλούσα είδη ένα κομμάτι επεξεργασμένο μούστο γεμιστό με σταφίδα και φουντούκι ενώ οι ονειροβάτες ποιητές αντάλλασσαν αφηγήσεις μουχλιασμένων βιβλίων από την αποθήκη της Αλεξάνδρειας. Στη μεσόγειο η στάθμη των νερών είχε ανέβει αρκετά κι έτσι οι παλιοί χάρτες με τους δρόμους των πειρατών είχαν καεί στα τζάκια των αγροτών του Νείλου. Η Μπαχάρ, η Ρόζα κι η Δισδεμόνα  χόρευαν κι έπιναν  τώρα μόνο για την πάρτη τους, χωρίς, αφέντες, αγαπητικούς και ζηλιάρηδες συζύγους διασκεδάζοντας μαζί με τις μαινάδες των Θηβών προσφέροντας αφοσίωση μονάχα στον Διόνυσο. Εκείνος με τα κόκκινα μαλλιά του πλεγμένα σαλαμάστρα, τυλιγμένος σ’ ένα λουλουδάτο κάλυμμα καναπέ λίκνιζε το μακρύ λαιμό του μιλώντας σε εφτά γλώσσες ταυτόχρονα, διασκεδάζοντας ινκόγκνιτο μαζί με τους θνητούς. Κάπου μέσα στους καπνούς μου φάνηκε πως είδα τον Φεντερίκο να ζωγραφίζει τσιγγάνες καλόγριες σ’ επίδοξους εραστές περνώντας πότε πότε τα δάχτυλά του ανάμεσα στις τούφες των μαλλιών του καθώς η Βερενίκη μετρούσε τα άστρα με τον Γιάγκο δείχνοντάς του τις ουράνιες μπούκλες της. Εγώ έριξα άλλη μια ματιά τριγύρω κι ύστερα κατέβηκα την ξύλινη σκάλα της εσωτερικής βεράντας πηγαίνοντας προς το μπαρ. Η Σπεράτζα έπαιζε τώρα  το επόμενο ποτό της στα ζάρια ενώ τιτίβιζαν με τον μπάρμαν ένα μυστικό έρωτα που πήγαινε πολλά χρόνια πίσω.
Έπειτα από κάμποση ώρα  ο Μανέ σταμάτησε να σκιτσάρει την μπαργούμαν κι ήρθε επιτέλους προς το μέρος μου.
-Α Φράνσις, με συγχωρείς, τώρα σε είδα. Πότε ήρθες;
-Έχουμε λίγες μέρες, δεν πρόλαβα να έρθω νωρίτερα
-Δεν πειράζει, θα μείνετε μέρες;
-Μπα όχι, ο καπετάνιος είχε κάτι δουλειές και καθυστερήσαμε, τώρα αύριο μεθαύριο θα ανέβουμε στα βόρεια πάλι.
- Η αδερφή σου τι κάνει; Είδα τον Φωτεινό, μου είπε πως θα πήγαινε να τη βρει στη Δήλο κι ύστερα θα πήγαιναν μαζί στο χωριό. Βρήκαν ένα αρχαίο ναυάγιο εκεί και χρειάζονταν χέρια, σκέψου, από την προηγούμενη χιλιετία!
- Ναι ο Φωτεινός μάζεψε όσους μπορούσε αλλά ακόμα δεν φτάνουνε, η αδερφή μου λέει πως το ναυάγιο ξεκίνησε από την παλιά πόλη στα μέρη μας και βυθίστηκε στη Δήλο.
-Ναι το άκουσα κι εγώ, ήταν ο Μπορίς κι ο Φινέας εδώ πριν κάτι μέρες, μου τα είπαν κι εκείνοι, έψαχναν τον Νηρέα με τους βουτηχτές αλλά ο Μπας είπε πως είναι σε άλλη δουλειά στην Ελβετία. Ορίστε το ποτό σου, έβαλα και ταμπάσκο –είναι από τις πιπεριές του Ομάρ- θα σ’ αρέσει.
Η μούσα άφησε το ποτήρι στον πάγκο κι επέστρεψε χαμογελαστή στον ζωγράφο καθώς οι σκέψεις έσβηναν σιγά σιγά μέσα στους ανατολίτικους δρόμους. Το Hejaz και το Niavent  έχτιζαν θεωρία επίτιμων παρατηρητών αιώνες τώρα, πλαταίνοντας τους στενούς τοίχους και τα στενά αισθήματα χωρώντας  τα φαντάσματα γενεών, ερώτων, πολιτισμών και μυστηρίων από το χτες ως το αύριο. Η μουσική δεν είχε χρόνο, η μουσική ίσως να ήταν η παλαιότερη ύπαρξη κι η μόνη αντίπαλος του θανάτου, η «πανταχού παρούσα», ακόμη και στη σιωπή.
Τότε την είδα πάλι. Έμοιαζε σαν να προσεύχεστε με τα χέρια της καθώς λικνίζονταν στην μυστηριακή συχνότητα. Τα χέρια της πήγαιναν κι έρχονταν με την μορφή κόκκινων εξωτικών πουλιών, γυρνούσαν γύρω από το πρόσωπό μου, δεν ήμουν σίγουρος, ίσως και να γυρνούσα γύρω της εγώ..  Θυμήθηκα τους στίχους του Καββαδία «…ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;…» Τα χέρια της μπλέκονταν ολοένα και πιο κοντά μου, τα λημνίσια μάτια της που με τρόμαζαν περισσότερο από την αγριεμένη βοή των κυμάτων της θάλασσας, ο δαίμονας ενός έρωτα που δεν είχε ακούσει το όνομά του. Κι η μουσική, ο ήχος αυτός που με ακολουθούσε από τα σπάργανα της ύπαρξής μου και σιωπούσε μονάχα δίπλα της, τώρα όλη η πόλη έμοιαζε να παίζει αυτό τον ήχο. Ζαλίστηκα, τα μάτια μου έκλεισαν.
Όταν ξύπνησα ο Γιάγκος στέκονταν πάνω από το κεφάλι μου παρατηρώντας με μ’ εκείνη την αστεία φάτσα που παίρνει κάποιος μπροστά σε κάτι ανεξήγητο.
-Τι; Ρώτησα προσπαθώντας να σηκωθώ.
-Τι έκανες χτες;
-Είχα πάει στη Σουμέρια, γιατί; Έκανα κοιτάζοντας γύρω μου. Ήμουν στην παραλία.
-Καλά κι εδώ πως βρέθηκες;
-Δεν ξέρω, δε θυμάμαι. Μα καλά, τι με κοιτάς έτσι; Σταμάτα, η φάτσα σου είναι αστεία και μου ‘ρχονται γέλια.
-Άμα σου ‘ρχονται γέλια εσένα, εγώ τι πρέπει να κάνω;
-Γιατί;
Ο Γιάγκος μου έκανε νόημα -με την ίδια πάντα γκριμάτσα- να κοιτάξω τα πόδια μου. Οι μπότες μου είχαν εξαφανιστεί, το ίδιο και οι κάλτσες μου, το μόνο που είχε μείνει ήταν μια κόκκινη κάλτσα… Σηκώθηκα όπως όπως κι αφού έσιαξα λίγο τα ρούχα μου ξεκινήσαμε για το πλοίο, εκεί είχα ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια. Ωστόσο όταν φτάσαμε στις καμπίνες, ένα μικρό μπούγιο ήταν συγκεντρωμένο στην είσοδο.
-Μα δεν μπορώ να καταλάβω, τι έγινε, που είναι;
-Ηρεμήστε θα τα βρούμε
-Μα για πιο λόγο, ποιος;
-Τι έγινε; Ρώτησα τον καμαρότο
-Μια από τους επιβάτες που επιβιβάστηκαν χτες
-Ε τι;
-Έχασε τα παπούτσια της
-Ε; έκανα εγώ. Ο Γιάγκος γύρισε ρίχνοντας μου μια ματιά σκασμένος στα γέλια.
-Δεσποινίς! Φώναξα προχωρώντας ανάμεσα στους ναύτες, όταν έφτασα μπροστά δυο μεγάλα μάτια με κάρφωναν αγανακτισμένα. Τα μαλλιά της ήταν καστανόχρυσα όπως το μέλι στο φως κι είχε μερικές φακίδες γύρω από τη μύτη. Εγώ σήκωσα τότε το μπατζάκι μου και δείχνοντάς της την κόκκινη κάλτσα ξεσπάσαμε κι οι δυο σε γέλια. Η άλλη κόκκινη κάλτσα ήταν στο πόδι της! ‘Ένας αρχέγονος ήχος απλώθηκε στο δωμάτιο καθώς οι μοίρες γλίτωναν ένα ζευγάρι κάλτσες απ’ τη μπουγάδα. Η εποχή του υδροχόου είχε τελειώσει επίσημα. Ένα νέο ταξίδι μόλις είχε ξεκινήσει.




https://bluerabbit26.blogspot.com/2019/08/blog-post.html   

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

 

Ναυτικό ημερολόγιο- ενδιαμέσως γραμμών, ευθυγράμμιση οριζόντων στον ουρανό των άλλων

 

Της Χριστίνας Κοντούλη

 

 

 

Σε ένα μυστικό βασίλειο, μακρινό και μεγαλειώδες οι άνθρωποι τα κατάφερναν καλά. Σ’ ένα ακόμα πιο μακρινό βασίλειο καθόλου μεγαλειώδες, οι άνθρωποι τα κατάφερναν άσχημα. Τα δυο βασίλεια ωστόσο δεν ήταν τόσο μακριά το ένα από το άλλο, αντίθετα μοιράζονταν μονάχα μια γραμμή όπου ξεχώριζαν τα σύνορά τους. Στο βασίλειο της ευημερίας οι άνθρωποι ήταν μόνοι μα ήταν εντάξει με αυτό, δεν είχαν δική τους γλώσσα μα πάλι δεν παραπονιόταν. Το βασίλειο της ευημερίας έμοιαζε μερικές φορές σαν αποστειρωμένο εργαστήριο και κανείς δεν μπορούσε ούτε να φύγει ούτε να πάει. Ο βασιλιάς του ήταν ένας κύριος. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο βασιλιάς τους, ούτε και άκουσα ποτέ τίποτα γι’ αυτόν μα και οι γνώσεις μου για τους κατοίκους είναι κάπως περιορισμένες. Από κάποιους τολμηρούς που πέρασαν κάποτε τα σύνορα μαθεύτηκε πως δεν συνέβαινε τίποτα εκεί κι έτσι σιγά σιγά ξεχάστηκε με το χρόνο.

Στο άλλο βασίλειο οι άνθρωποι ήταν παράξενοι, μοιράζονταν κάποια γλώσσα  αλλά ήταν τόσο δύσκολη που ούτε οι ίδιοι καλά καλά δεν κατάφερναν να τη μιλούν. Το βασίλειο αυτό ήταν τόσο δύσκολο να ελεγχθεί που οι βασιλιάδες του τα παρατούσαν και όριζαν νέους στη θέση τους, κι εκείνοι με τη σειρά τους άλλους κι άλλοι άλλους και κάπως έτσι πάει λέγοντας. Οι στέγες των σπιτιών ήταν τρύπιες, ετοιμόρροπες,  κι οι τοίχοι άσχημοι, σάπιοι, ξεφτισμένοι ωστόσο κάποιοι από τους κατοίκους επέμεναν να τους πλαισιώνουν με μικρούς κήπους που ανέβαιναν ήρεμα στις πέτρες κι αναμιγνύονταν σιγά σιγά με αυτές. έσκαβαν το χώμα ως που να συναντήσουν τις ρίζες του κι είτε τις φρόντιζαν και τις μεγάλωναν είτε τις μασουλούσαν  μα καμιά φορά τις κατάπιναν κιόλας. Από την άσχημη πολιτεία ακούγονταν το βράδυ τραγούδια, άμα ήξερες τα λόγια θα έλεγες πως ήταν πένθιμα ωστόσο τα περισσότερα είχαν χαρούμενο ρυθμό,  άλλα σιωπηλά, άλλα ψιθυριστά άλλα εκκωφαντικά, ζωηρά κι απότομα, φάλτσα, επηρεασμένα. Κι οι άνθρωποι που τα τραγουδούσαν είχαν πάντα έναν καημό, μια αδιόρατη , αμυδρή θλίψη στο βλέμμα, σαν αγκάθι αχινού , μια ενόχληση, στιλπνή, βυθισμένη.

Στην όμορφη πολιτεία στο κέντρο είχαν χτισμένη μια μεγάλη χωματερή, αποκλεισμένη από τους δρόμους, τα πεζοδρόμια και τους περαστικούς αγκαλιασμένη από βαριές αρχιτεκτονικές οπτασίες και μεγαλωμένη από το μεγάλωμα το καθενός, στέκονταν παγερή, ηλιοστάλαχτη και βρωμερή στο κέντρο της πόλης.  Είχε παρόλα αυτά έναν αέρα μεγάρου, μια αίσθηση κομψής αδιάφορης ωραιοποίησης, στιβαρή και ψεκασμένη καθημερινώς από μικροσκοπικούς αρωματοποιούς θύμιζε περισσότερο δημοτική βιβλιοθήκη παρά σκουπιδιάρα. Οι τζαμένιοι υπόνομοι ήταν τόσο καθαροί και λαμπεροί όπου πολύ συχνά διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις λάμβαναν χώρα στους δαιδαλώδεις υποστηρικτικούς διαδρόμους τους με χιλιάδες απαράλλαχτους μύστες να αναρωτιούνται και να χειροκροτούν χορωδιακά και άψυχα το έργο χωρίς να τους νοιάζει ακριβώς τι ήταν κι αν ήταν στο ταβάνι, στο πάτωμα ή μέσα στα νερά. Αρκούσε που κάποιος χτύπαγε τις παλάμες του κι όλοι απολάμβαναν των ήχο των δικών τους.

Τα σπίτια ήταν τετραώροφα. Σε κάθε όροφο έμενε και ένας πολίτης ξεκινώντας φυσικά από την κάστα. Οι χαμηλότερου ενδιαφέροντος κάστες έμεναν πάντα στους τελευταίους ορόφους έτσι ώστε να τους βρίσκεις πιο εύκολα στις σκάλες, ενώ οι υψηλότερες στους πρώτους δυο όπου συνήθως χτίζονταν και μεγαλύτερα διαμερίσματα. Τα ρούχα είχαν κι εκείνα τη δική τους μόδα. Λευκό για τις εξαιρετικές κάστες, γκρίζο για τις μέτριες, ριγέ για τις τελευταίες. Διακοσμητικοί κήποι από γυάλινα λουλούδια και χρυσαφένια ζώα βρίσκονταν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και η παραλιακή άμμος είχε καλυφθεί από ένα φιλντισένιο υγρό που διατηρούσε την αρχική μορφή της πέτρας ωστόσο απέφευγε κάθε είδος φθοράς του «φυσικού περιβάλλοντος» κρατώντας το απομονωμένο από την αψύτητα της πατούσας. Μικροσκοπικοί γυάλινοι σωλήνες με καλλιγραφικές επιγραφές της OXYGEN PROVIDE –μη κερδοσκοπικής εταιρίας κρατικού απολογισμού ωραιότητας- παρείχαν το απαραίτητο οξυγόνο  για την διατήρηση της φυσικότητας αλλά και την αργή (φυσική) μετατροπή της αρχικής εικόνας.

Η ΦΡΕΣ ΛΑΙΤ ΟΞΙΤΖΕΝ ΚΟ(Μ)ΠΡΟΜΕΙΣΟΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤ εισήγαγε μάσκες τελευταίας τεχνολογίας όπου προσέφεραν την εμπειρία του καθαρότερου οξυγόνου μαζί με μια στιλιστική άποψη και τα γραφεία της εδρεύανε κάπου ανάμεσα στην θαλάσσια ζώνη της περιοχής και στις παρυφές ενός μικροκαμωμένου λόφου.  Μια τέλεια περιοχή για μια τόσο πολύτιμη εταιρία. Κανείς πια δεν κυκλοφορούσε χωρίς την μάσκα της ΦΛΟΚΙ κι όσοι είχαν παλιότερα μοντέλα περίμεναν με ανυπομονησία τη στιγμή που θα είχαν τους αντίστοιχους πόντους ώστε να φορέσουν κι εκείνοι τις τελευταίες ντιζαινάτες δημιουργίες του άκρως καταρτισμένου, και παγκοσμίως αναγνωρισμένου επιστημονικού-καλλιτεχνικού επιτελείου της φιλανθρωπικής αυτής εταιρίας. Οι πιο ψαγμένοι διέθεταν μάσκες ειδικού ντιζάιν βέβαια και πολλές φορές προσωπικών παραγγελιών με ελεγκτές αίματος, φυσικής λειτουργίας, πόντων αξίας αλλά και φυσικά σχεδίων που παρέπεμπαν σε καλτ αναμνήσεις του παρελθόντος.

 Η FOXY TOUCH συμπλήρωνε τις εποχικές εμφανίσεις με γάντια τελευταίας τεχνολογίας που έκαναν ακόμη και πρόβλεψη συνείδησης ενώ η δημοφιλέστατη «ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ» συμπλήρωνε την χαριτωμένη τετράδα με ταριχευτικές μάσκες αντιγύρανσης όπου φωτογραφίζοντας το κυτταρικό υλικό αναδομούσαν πλήρως σε μερικούς μήνες το χαλασμένο στοκ, ξεσουφρώνοντας ακόμη και τις πιο απαιτητικές περιπτώσεις.

Οι άνθρωποι ήταν όμορφοι (;), οι άνθρωποι ήταν φρέσκοι (;), οι άνθρωποι ήταν ίδιοι, οι άνθρωποι ήταν γελοίοι (!) .

 

 Στην άσχημη πολιτεία οι άνθρωποι δεν ήταν πολύ διαφορετικοί από τα σπίτια τους, ούτε κι από τα ζώα, γκρεμισμένα ερείπια,  ξεπερασμένα μεγαλεία, ψυχολογική αστάθεια, γήρας. Αναξιόπιστη μόδα και πολύχρωμη διαφήμιση φωνακλάδων, απελπισμένων να αγγίξουν το ανέφικτο. Παραβατικότητα, αβεβαιότητα,” Πηγαίνουμε μπρος με σύμβολο την παλάντζα! “ Στην άσχημη πολιτεία ο θρήνος ήταν ο βασιλιάς.

Στις άκρες, στο λιμάνι, πολύχρωμα φώτα περασμένων αιώνων, σκουριασμένα κι απογαλακτισμένα νωρίς από την φαντασία του δημιουργού, ούρλιαζαν σαν πόρνη σε gold digging  οίστρο. Οι ψαράδες με πόδια γυμνά και κουρελιασμένα δίχτυα έψελναν ομοιοκατάληκτα στιχάκια στους βουτηχτές ως που να γυρίσουν συχνά με τα χέρια άδεια πίσω, ξορκίζοντας τον θάνατο και τη σήψη με οπισθοδρομικές μα σίγουρα ιδιαίτερες  τεχνικές. Η άμμος συνθλιμμένη από το κύμα και το οξυγόνο έμπαινε ανάμεσα στα δάχτυλα θυμίζοντας πως ό,τι ζει αλλάζει κι η γνώση γερνά.

«Η γνώση, η σοφία, είναι  ένας σάκος που γεμίζει όσο προχωράμε στον δρόμο μας κι όσο γεμίζει τόσο καμπουριάζουμε και το σώμα κυρτώνει κι όσο προσπαθούμε να τη σηκώσουμε τόσο κάνουμε μορφασμούς κι αυτοί διεκδικούν βίαια μια θέση στο πρόσωπό μας» . Ο καπετάνιος σα γέρικη κουκουβάγια, έσουρνε τα φτερά του σκορπίζοντας σοφιστείες στην πλώρη όταν ένιωθε μόνος του. Ο καπετάνιος είχε γεννηθεί στην όμορφη πόλη. Ο καπετάνιος ένιωθε μόνος συχνά.

Η άσχημη πόλη δεν διέφερε από καμιά πόλη του παρελθόντος κι ούτε ήταν μη αναμενόμενη σαν πόλη του μέλλοντος. Ήταν τραγική, θλιβερή, εκθαμβωτικά μίζερη μα σίγουρα καθόλου στάσιμη, ούτε μια στάλα βαρετή. Ναι μπορεί να είχε μια εσάνς παρελθόντος μα σίγουρα ήταν μια πόλη του μέλλοντος άλλωστε το μέλλον πάντα είναι γεμάτο αβεβαιότητα, προσεχείς κίνδυνους, άγνωστες περιπέτειες κι ίσως γιατί όχι, πιθανή νηνεμία, αποστασιά, «καμιά γαλήνη δεν έχει τη γεύση της ζεστασιάς αν δεν έρχεται από τη γεύση της τρικυμίας….» έλεγε ο καπετάνιος… Στο λιμανάκι είχε ένα μικρό καφέ, εκεί απαγκιάσαμε για το βράδυ και δέσαμε στην προκυμαία το μικρό βαπόρι μας. Η άλλη πλευρά, στο μεγάλο πόρτο ήταν κατάμεστη στις φωνές και τα ξεκατινιάσματα, η πόλη μεγάλωνε κυκλικά μα ο καπετάνιος κι οι δυο ανθυποπλοίαρχοι προτιμούσαν κι εκείνοι όπως κι εγώ να αράξουμε στους αστραγάλους του παράξενου βασιλείου. Έτσι κατεβάσαμε ένα ανιχνευτικό και γυρίσαμε τον κόλπο προς τα πίσω. Το μεγάλο καράβι έδεσε στα ανοιχτά. Οι άλλοι προτίμησαν το μεγάλο λιμάνι.

Κοιτούσα τους ανθρώπους, το πήγαινέ λα τους με ζάλιζε ώρες ώρες  μα με ευχαριστούσε κάπως αυτή η εικόνα αναποφασιστικότητας  , αυτό το μπέρδεμα επιθυμιών ήταν προτιμότερο από την έλλειψη επιθυμίας, την τακτικότητα της απαλλοτρίωσης που θα προσέφερε το διπλανό βασίλειο εφόσον κάναμε εκεί την επίσκεψή μας. Ακόμη κι εκεί κάποια πλοία, όπως τα ανατροφοδοτικά (οξυγόνου,) ήταν αν όχι καλοδεχούμενα σίγουρα οπωσδήποτε ανεκτά.

Εγώ έβγαλα ένα αυτοσχέδιο μπλοκάκι και ξεκίνησα να κλέβω τις όψεις των περαστικών φυλακίζοντας μερικές στιγμές τους σε κλουβάκια από κινέζικο ρυζόχαρτο την ώρα που ήταν πολύ απασχολημένοι για να ζητήσουν πίσω τους εαυτούς που πρόσθετα στη συλλογή μου. Οι ΄σύντροφοι είχαν ριχτεί με χαρά στο φαΐ και κάθε τόσο τσουγκρίζαμε τα ποτήρια. Αυτό το εύθραυστο γυαλί έμοιαζε ξαφνικά τόσο γερό, πως θα μπορούσε να μην είναι, άλλωστε χωρούσε αιώνες τώρα τα βάσανα και την χαρά τόσων και τόσων.

Στη μέση της πόλης ένας τεράστιος φάρος δήλωνε την παρουσία του αναπνέοντας βαριεστημένα και σιγά τη χαρτογράφηση χιλιάδων οριζόντων. Ποτέ δεν υπήρξε ένας ορίζοντας, πάντοτε κοιτούσαμε την κατεύθυνση με νέα μάτια κι ήταν πολλά τα μάτια που κοίταζαν στο ίδιο σημείο χαράζοντας άλλες πορείες παρόλα αυτά…

Το δωμάτιό μου στο πανδοχείο, είχε θέα στα σύνορα. Σύνορα…. Δεν ήταν παρά μια νοητή γραμμή κι όμως τόσα χρόνια ελάχιστοι την είχαν περάσει.

Η όμορφη, η γυάλινη πολιτεία έσβηνε τέτοια ώρα τα φώτα της κι έκανε μπάνιο με αντισηπτικό. Περιηγούνταν σιωπηλά στις ρυθμίσεις του ψυγείου και λοιπών ηλεκτρικών ειδών κι έπειτα βάζοντας στη μοριακή συντήρηση  ένα μπολάκι φαγητού μαγειρεμένο στον ατμό έκλεινε τα μάτια κι αποκοιμιόνταν με κακές παραλλαγές του Truman show.

Εγώ δεν είχα ούτε σαπούνι, τα μαλλιά μου είχαν κοκαλώσει σαν γλιστερά χέλια καπνισμένα στην αλμύρα ενώ κάποια εξελιγμένη μορφή σκόρου είχε αφήσει στο σεντόνι μου τρύπες σε φα μείζονα.  Οι τοίχοι του πανδοχείου ΕΥΤΥΧΙΑ  είχαν την όψη ημιξεπετσιασμένης μπανάνας μα κατά τα άλλα το δωμάτιο ήταν υπέροχο. Κάτω από το περβάζι και κάθετα της συμβατικής οπτικής πλευράς της «θέας» μου, ένας φροντισμένος μα άγριος κήπος ύψωνε τα φύλλα του προσπαθώντας να μου τραβήξει την προσοχή. Μέσα από ένα μεγάλο πεσμένο πιθάρι μια λεμονιά άπλωνε τις ρίζες της ανάμεσα σε παράσιτα και άλλα παράξενα λουλούδια ενώ στη μέση ελάχιστες πλάκες είχαν παραμείνει, ανασηκωμένες ελαφρώς  από την κλίση του εδάφους και την πολυκαιρία. Η υπόλοιπη αυλή καλύπτονταν από ένα καφεκόκκινο χώμα μισοκρυμμένο από τα χορτάρια. Η μυρωδιά των λουλουδιών κάλυπτε κάπως τη δική μου βρώμα… Ωστόσο η καλοκαιρινή άπνοια δε μ άφηνε να κοιμηθώ κι έτσι σηκώθηκα και κατέβηκα κάτω να θαυμάσω από κοντά τα σύνορα.

Η παραλία ήταν κάτω από το σπίτι, οι σύντροφοί μου, αποσταμένοι από το ταξίδι και το πιόμα είχαν εξαφανιστεί κι έτσι υπέθεσα πως πήγαν για ύπνο. Στην αυλή δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο ένα γατίσιο μπασταρδάκι που κοιμόταν ανάσκελα. Αυτός ο γάτος, σκέφτηκα για μια στιγμή, πως σίγουρα ζει καλύτερα από όλους μας. Η στάση του κορμιού του έδειχνε μια εμπιστοσύνη, δεν ξέρω ακριβώς σε τι, αλλά  ήμουν σίγουρος πως ένιωθε ασφαλής. Τότε μου ήρθε μια περίεργη έξαψη! Έβγαλα τα ρούχα μου και τα άφησα πάνω στο πιθάρι. Όταν έμεινα γυμνός πια  ένιωσα ένα παράξενο γαργάλημα στο στήθος, μια αίσθηση που είχα να νιώσω από παιδί, σήμερα είχα όρεξη για σκανδαλιά…

Αφού βεβαιώθηκα πως δεν υπήρχε ψυχή  έτρεξα γρήγορα προς τη θάλασσα και με κρότο ανέμελου καρχαριοειδούς έσκασα με δύναμη διαταράσσοντας την νυχτερινή ζωή της υδάτινης έκτασης. Έκανα μακροβούτια και κολοτούμπες, πλατσούρισα στα ανοιχτά κι ύστερα με εκστατική φάτσα παρατηρούσα τα αστέρια που καθρεφτίζονταν από πάνω μου. Μέχρι που κάποια στιγμή μου ήρθε μια τρελή ιδέα. Αποφάσισα να κολυμπήσω στα σύνορα και να τα περάσω. Εδώ και χρόνια, αιώνες ίσως, κανένας βουτηχτής δεν είχε περάσει τα σύνορα χωρίς έγκριση τουλάχιστον….κι εγώ ίσως να ήμουν ο πρώτος.

Άρχισαν να κολυμπάω, όσο πλησίαζα η αβεβαιότητά μου γινόταν προσμονή, ο φόβος γίνονταν απαραίτητη ελπίδα, δεν ήξερα για τι ακριβώς, αλλά σίγουρα ήλπιζα, επιθυμούσα! Όσο πλησίαζα τόσο γέμιζα ευχαρίστηση, ένιωθα λες κι οδηγούσα μια επανάσταση, λες κι έκανα κάτι μοιραίο. Όταν έφτασα στην γραμμή σταμάτησα, μα πριν προλάβω να σκεφτώ ή να διστάσω έδωσα μια και βρέθηκα στην άλλη πλευρά.

Κολύμπησα μέχρι την ακτή. Δεν υπήρχε κανείς. Ξάπλωσα στο παγωμένο γυαλί διατήρησης και γελώντας  όσο πιο σιγανά μπορούσα άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί πάνω από τον ορίζοντα. Ο ουρανός ήταν ίδιος όπως πριν. Ο κόσμος φάνηκε τόσο απέραντος μέσα στο μικροσκοπικό του τσόφλι όσο μικρός μέσα στην απεραντοσύνη του.΄ Όσο ο ουρανός  παρέμενε σταθερός δεν ένιωθα φόβο, παρά μονάχα αυτή την έξαψη της σκανδαλιάς και την ήρεμη συνειδητοποίηση μιας μπαμπούσκας ομοιοτήτων.  Καθώς γυρνούσα στάθηκα για λίγο πάνω στο σύνορο. Η μεγαλύτερη ελευθερία βρίσκονταν στο αδέσποτο, ανάμεσα στα δυο βασίλεια, ανάμεσα στους δυο κόσμους. Μα καθώς ήταν απασχολημένες και οι δυο πλευρές στις γωνίες τους δε θα συναντιόνταν ποτέ στη μέση κι οι δυνατότητες αυτού του ορίζοντα δεν θα ήταν ποτέ εμφανείς. Ξάφνου πρόσεξα πως δεν ήμουν μόνος, κάποιος άλλος στέκονταν στη μέση μα λίγο πιο μπροστά. Το παράξενο πλάσμα κατευθύνθηκε προς το μέρος μου κι αφού έφτασε σε απόσταση 4 μέτρων σήκωσε ελαφρά το χέρι και με χαιρέτησε. Εγώ σαστισμένος του έγνεψα να βγάλει τη μάσκα. Ο άνθρωπος για λίγα λεπτά έμεινε ακούνητος, έπειτα σήκωσε τη μάσκα ως το μέτωπο κι ένα συμπαθέστατο πρόσωπο χαμογέλασε ευγενικά. Εγώ σάστισα για λίγο μα ανταπέδωσα το χαμόγελο, έπειτα ο καθένας πήρε το δικό του δρόμο.

Όταν έφτασα στο δωμάτιό μου ένα μικρό τσαλακωμένο σαπουνάκι με άρωμα πούδρας βρίσκονταν στην άκρη του κομοδίνου μου, ξέπλυνα ευχαριστημένος τα αλάτια από πάνω μου κι αφού ξάπλωσα μοσχομυριστός και κουρασμένος έριξα μια ματιά στο δωμάτιο. Τα ρούχα μου απλωμένα στις καρέκλες δεξιά κι αριστερά από το κρεβάτι μου ανασηκώνονταν ελαφρώς από ένα απαλό αεράκι ενώ ο ευτυχισμένος μπασταρδάκος κουλουριάζονταν γουργουρίζοντας πάνω σε μια από αυτές. Από το παράθυρο φαίνονταν η γυάλινη πολιτεία , στιβαρή, παγωμένη κι ακλόνητη - μα όχι πια απροσπέλαστη -λαμπύριζε από μακριά. Κοιμήθηκα επιτέλους χωρίς σκέψεις, χωρίς να το καταλάβω, έσβησα.

Την άλλη μέρα, καθώς λιαζόμουν μασουλώντας κουλουράκια βουτύρου και κανέλας , οι σύντροφοί επέστρεφαν από το λιμάνι χαζογελώντας.

-Καλημέρα!

-Καλημέρα, μα τι έγινε γιατί γελάτε;

-Άμα σου πούμε θα γελάσεις κι εσύ…

-Τι πράμα;

-Χτες το βράδυ λένε οι ψαράδες είδανε έναν εξωγήινο να κολυμπά!

-Τι λέτε ρε; Έκανα εγώ φτύνοντας μερικά ψίχουλα στα μούτρα τους. Εκείνοι σκασμένοι από τα γέλια πιάστηκαν από έναν καναπέ μπαμπού και σωριάστηκαν μαζί με αυτόν στο χώμα.

-Έχει και καλύτερο περίμενε!

-Τι άλλο;

- Ακούστηκε στον ασύρματο ότι στο διπλανό βασίλειο είδαν οι θαλασσοφύλακες μια αρσενική γοργόνα!

-Ρε με δουλεύετε;

-ΑΧΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ, όχι αλήθεια, έτσι λένε, ήταν λέει ξαπλωμένος ένας άντρας γυμνός πάνω στο γυαλί διατήρησης και σίγουρα ήταν μισός ψάρι!

Εκείνη τη στιγμή τα κουλουράκια εκσφενδονίστηκαν από το στόμα μου με τη μορφή τορπίλης καθώς συνειδητοποιούσα σε ποιον αναφέρονταν, σε εμένα!

-Και δε μου λέτε, ο εξωγήινος είχε γυαλιστερό κεφάλι σαν να φόραγε μάσκα θαλάσσης;

-Ναι, εσύ που το ξέρεις;

-Θα το ‘δα στον ύπνο μου…

Είπα και γύρισα το βλέμμα μου προς τα σύνορα, ευχαριστημένος που κάποιος ακόμη, κάπου εκεί απέναντι, τα είχε αψηφήσει, 4 μέτρα πιο μπροστά.




https://bluerabbit26.blogspot.com/2020/09/blog-post.html

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ 3ΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ. ΕΑΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2020 Ανακοίνωση

Προς τους φοιτητές του 3ργαστηρίου


καλό καρπούζωμα!


ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ 3ΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ.

ΕΑΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2020

 

1.ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

·         Η εξεταστική του Εαρινού εξαμήνου θα γίνει με παραδοτέο powerpoint και ένα κείμενο τεκμηρίωσης το λιγότερο 150 λέξεων  από την Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου έως την  Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020 12 το βράδυ . Πέραν αυτής της ημερομηνίας δεν θα γίνεται δεκτή καμία εργασία.    Εξαίρεση αποτελούν οι φοιτητές που παρουσιάζουν την πτυχιακή εργασία Σεπτεμβρίου. Ο τρόπος επιλέχθηκε για να κατοχυρωθεί στο μέγιστο βαθμό η ευκρίνεια του παραδοτέου υλικού λόγω των εξ αποστάσεων μαθημάτων.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Παιδαγωγική της απώλειας και του θανάτου


Παιδαγωγική της απώλειας και του θανάτου 
Μοριοδοτούμενο Επιμορφωτικό Πρόγραμμα 300 ωρών 

Πώς θα διαχειριστώ την αρρώστια, των απώλεια και τον (απροσδόκητο) θάνατο στη καθημερινή μου ζωή και στο σχολείο Πρόγραμμα Μουσειακής Μάθησης και Εμπειρίας από το ΚΕ.Μ.Ε.Ι.Ε.Δ.Ε./ Μουσείο της Εκπαίδευσης (XENISEUM). Πιστοποίηση Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ. του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε ΕΔΩ

Το Πρόγραμμα απευθύνεται σε ανθρώπους που καλούνται να διαχειριστούν με παιδαγωγικό

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Το χρέος και η εκφυλισμένη Δημοκρατία.

Οι Καλλιτέχνες, έχουν χρέος να καλλιεργούν. Όχι να κυνηγούν το προσωπικό όφελος, ή την καριέρα και τη δημοσιότητα. Πρέπει να είναι οι φιλόσοφοι της όρασης. Αλλιώς, είναι απλά τεχνίτες, που προσφέρουν ομορφιά ή ασχήμια, αναγκαία βάση για τους μουδιασμένους. Οι τεχνίτες, είναι πρακτικοί και βοηθούν στην καθημερινότητα. Οι Καλλιτέχνες είναι χαοτικοί, και βοηθούν στην γαλήνη.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

 Ο άνθρωπος και το θηρίο


της Χριστίνας Κοντούλη




Το θηρίο στέκεται μπροστά μου, στέκεται δίπλα μου, κουλουριάζετε μέσα στην βοή της πολιτείας κάτω από το τραπέζι, ζητάει από το ποτήρι μου, πίνει από τα χείλη μου την τελευταία σταγόνα, θα καλοπαντρευτεί. Στάζει από το στόμα του στο δικό μου και βρυχάται πως μου χαρίζει την τύχη μα ξέρω πως με κοροϊδεύει αφού γνωρίζει καλά πως πάμε δυο δυο.
Τόσα χρόνια δε σκέφτηκα να του δώσω ένα όνομα κι έτσι καμιά φορά όταν είμαι πολύ κουρασμένος φοράει το δικό μου και μ’  αφήνει να καθίσω κάτω από το τραπέζι σιωπηλά. Δεν με ξεχνάει όμως, με εφοδιάζει με φρέσκα κόκαλα από ψάρια και μου μαζεύει μπουκιές από το λάδι το πιάτο του, σαν μάνα στοργική μου τις ταΐζει στο στόμα. Μ’ αφήνει να ακούσω τις ιστορίες των άλλων αλλά και τις δικές του όταν συζητά με ξένα θεριά, με πηγαίνει πάντα στο σπίτι. Μου βγάζει με τα νύχια τους φακούς από τα μάτια μου, μου φορά την ξεχειλωμένη φανέλα του πατέρα για πιζάμα και ανάβει τον ανεμιστήρα πριν κοιμηθώ. Καμιά φορά άμα έχει πιει πολύ ξεχνάει τα παντζούρια μισάνοιχτα κι ας ξέρει πως μ’ αρέσει να κοιμάμαι στο σκοτάδι. Του αρέσει όταν βλέπω παράξενα όνειρα, τότε έχει την ευκαιρία του να έρθει πάνω μου και να κουλουριαστεί, τότε ξέρει δε θα το διώξω, θα το αγκαλιάσω πιο σφιχτά για να συνεχίσω τον ύπνο μου.
Το θηρίο μου με πιάνει με τα δόντια από το σβέρκο σαν κουτάβι και με ακινητοποιεί, με πιάνει με τα δόντια του από τα χέρια και μου δείχνει το δρόμο που βρήκε για να περπατήσουμε.. Το θηρίο μου έχει μεγάλα κοφτερά δόντια κι είναι άγριο κι απαιτητικό μα καμιά από τις πληγές μου δεν τις έκαμε εκείνο. Κι όμως εγώ ευθύνομαι για όλες τις δικές του πληγές, για κάθε τραύμα του. Σπάνια έμπαινα μπροστά για να το προστατεύσω, το άφηνα στη μοίρα του από φόβο μα εκείνο δε με άφησε ποτέ. Το θηρίο ήταν σοφότερο από μένα. Το θηρίο ήταν εξυπνότερο.
Κάποτε έμεινε καιρό χωρίς φαί, εγώ δεν είχα χρόνο, δεν είχα όρεξη, δεν είχα τίποτα κι έτσι έμεινα νηστικός κι ούτε που πάλεψα την πείνα μου, ούτε που με ένοιαξαν τα κόκαλα μου που φαινόταν στο δέρμα μου, ήθελα μόνο να περάσει ο χρόνος… να τελειώνει ο χρόνος…. Μια μέρα άκουσα βρυχηθμούς μα δεν έδωσα σημασία, θα ήταν η μάταιη ανάγκη μου σκέφτηκα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Μια μέρα άκουσα κλάματα μα δεν με ένοιαξε, σκέφτηκα πως είναι η θλίψη μου που προσπαθούσε να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της, να εδραιώσει την αυτοκρατορία της στο μικρό μου δωμάτιο. Γύρισα πλευρό. Μια μέρα άκουσα χτύπους μα δεν σκέφτηκα τίποτα, έκλεισα τα μάτια, παραδέχτηκα πως τρελάθηκα και παρακάλεσα το χρόνο να τελειώσει τις δουλειές του και να εξετάσει την περίπτωση μου γρήγορα, να μου δώσει τη λύτρωση από τον άδικο κόσμο.
Κοιμόμουν σε ένα δωμάτιο σκοτεινό, απ’ έξω απ’ το παράθυρο υπήρχε μόνο βροχή, διάττοντες αστέρες τάραζαν τον ύπνο μου που και που μα  ως που να ξαραχνιάσω την ελπίδα από το βλέμμα εξατμίζονταν στα απομακρυσμένα νεφελώματα κι εγώ μονάχος στο σκοτάδι έκλεινα πιο σφιχτά τα μάτια για να μη με ξυπνάει το ανέλπιδό τους φως. Τότε δεν άκουσα τίποτα.
Ξάφνου, ένας κρότος μου τάραξε αυτή τη φορά τον ύπνο, μα πάλι δεν έδωσα καμιά σημασία, άκουγα τα βήματα αλλά και πάλι δεν έκανα τίποτα, ξάπλωσα πίσω και περίμενα χωρίς λαχτάρα, χωρίς θλίψη ή χαρά, το αναπόφευκτο. Τέσσερα βαριά πόδια στάθηκαν δίπλα μου, η ανάσα  του απλώθηκε στο δωμάτιό μου, μια μυρωδιά λησμονιάς, πείνας, μια μυρωδιά θανάτου με σήκωσε για τα καλά. Πέταξα από πάνω μου τα βαριά σκεπάσματα, πήδηξα από το κρεβάτι κι άρχισα να ψάχνω την πόρτα σα μανιασμένος μέσα στο έρεβος. Δεν υπήρχε τίποτα, όσο κι αν άγγιζα κι αν ψηλάφιζα κι αν έψαχνα ένιωθα το μέρος να στενεύει κι ανάσα να με πλησιάζει, τα βήματα ακούγονταν πιο δυνατά κι οι βρυχηθμοί με κύκλωναν ολοένα. Ήμουν σίγουρος πως ήμουν νεκρός, ήμουν νεκρός κι ο θάνατος δεν είχε λευκά φώτα, ούτε ανταμώματα με αγαπημένους, δεν είχε γέλια, ούτε χερουβείμ , μονάχα αγωνία, φόβο, σκοτάδι κι αυτό το άγνωστο, ό,τι κι αν ήταν αυτό, αυτό που ετοιμάζονταν να με ξεσκίσει.  Ξάφνου το χέρι μου έπιασε κάτι στερεό πέρα από τους τοίχους, κάτι σαν υφασμάτινη κορδέλα. Το τράβηξα με μανία, τα μάτια μου ήταν κλειστά, σφιγμένα, γεμάτα δάκρυα, ένας επίμονος αναστεναγμός που έφραζε το λάρυγγα και το κορμί μου έκαιγε, έβραζε από τον φόβο. Μια ζεστή ανάσα προσγειώθηκε στα μούτρα μου,  έσφιξα τα μάτια περισσότερο κι έβαλα τα κλάματα, έκλεψα ώρες, χρόνια, αιώνες, δεν είμαι σίγουρος, ως που στέρεψαν τα δάκρυα κι αυτή η ζέστη που ένιωθα δεν έλεγε να φύγει.
Άνοιξα τα μάτια μου κι ένα παράξενο φως όρμισε κάτω από τα βλέφαρά μου. Πονούσα, μα τα άνοιξα περισσότερο…. Έπειτα από λίγο κι όταν πια συνήθισα κοίταξα γύρω μου σαστισμένος, ήμουν ακόμα στο μικρό μου δωμάτιο, όλα τα πράγματά μου ήταν εκεί, όλα, η πόλη ήταν στη θέση της, εγώ ήμουν. Χάρηκα τόσο πολύ που για λίγο δεν πρόσεχα τίποτα άλλο πέρα από το ύψος που έφταναν τα μάτια μου, μέχρι που μια καυτή ανάσα κι ένας εξασθενημένος βρυχηθμός με έκαναν να  ανατριχιάσω. Κοίταξα μπρος μου, το θηρίο είχε σπάσει το κουτί του, στέκονταν τώρα μπροστά μου, πεινασμένο, εξαθλιωμένο, έτοιμο. Έκλεισα ξανά τα μάτια μου και περίμενα, αυτό τελικά θα ήταν το τέλος, έπειτα από τόσο καιρό χωρίς φαΐ ήταν σίγουρο πια πως θα με κατασπάραζε. Έσφιξα τα άκρα στο κορμί μου και ξέσπασα σε κλάματα.
Ξάφνου ένιωσα μια υγρασία στο πρόσωπό μου, άνοιξα τα βλέφαρα. Μπροστά μου ένα κοκαλιάρικο θηρίο, μικροσκοπικό και μισοπεθαμένο με κοίταζε τρυφερά. Σήκωσε το πόδι του αργά κι ακουμπώντας στο χέρι μου έγνεψε με το κεφάλι προς τα κάτω.  Μπροστά μου βρίσκονταν ακουμπισμένα ένα σμάρι τρυφερά κρέατα, αχνιστά ψωμιά με μαλακή ψίχα κι ένα μπολ με νερό… Το θηρίο μου έγνεψε να φάω. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωθα να πεινώ, ένιωθα. Άρπαξα ένα κομμάτι κρέας και το πέρασα στα χείλια μου, η ζουμερή του σάρκα έλιωνε ανάμεσα στα δόντια μου καθώς τα ζουμιά του τρέχαν στο λαιμό μου. Άρπαξα στα χέρια μου το ψωμί. Το καυτό σιτάρι μύριζε ξύλο και στάχτη, τα έβαλα στο στόμα μου κι άρχισα να μασουλάω τόσο δυνατά, τόσο γρήγορα, που να σιγουρευτώ πως είμαι ακόμα ζωντανός λες κι η επιβεβαίωση της ύπαρξής μου εξαρτιόταν από τούτο το καρβέλι. Ύστερα πήρα το μπολ με το νερό και το κατέβασα μονορούφι.
Ανάμεσα στα απαλά κομμάτια του ψωμιού και στα λύπη του κρέατος, ένας λυγμός, μια ταπεινή ανάσα θρυμμάτισε την πείνα μου. Το θηρίο μου με κοίταξε δακρυσμένο κι έκλεισε τα μάτια. Δίχως να σκεφτώ έτρεξα δίπλα του, για μια φορά έτρεξα δίπλα του δίχως να έχω ανάγκη από εκείνο. Όρμισα πάνω του και έσφιξα τη γούνα του στην αγκαλιά μου, φίλησα τα πόδια του, το πρόσωπό του. Καθώς περνούσα τα δάχτυλά μου πάνω στο δέρμα του ένιωσα δέκα λεπτούς μικρούς τοπογράφους να καταγράφουν τα κόκαλά του με περισσή λεπτομέρεια.   Τότε για πρώτη φορά στην εγωιστική μικροσκοπική ζωούλα μου ένιωσα τη μεγαλύτερη θλίψη, την τραγική λύπη της κατανόησης. Άρπαξα το κρέας και του το έφερα στο στόμα μα ήταν πολύ αδύναμο για να μασήσει κι έτσι το μάσησα εγώ και το έβαλα στο στόμα του, πήρα το ψωμί και το έλιωσα στις χούφτες μου προσπαθώντας να το ταΐσω. 
Κάποια στιγμή το θηρίο μου, ζήτησε νερό. Κοίταξα γύρω μα το μόνο νερό που υπήρχε ήταν εκείνο που με μανία είχα καταβροχθίσει εγώ. Τότε άνοιξα το στόμα του κι έβαλα το κεφάλι μου ανάμεσα στα κοφτερά του δόντια μα αυτή τη φορά δεν φοβόμουν, αυτή τη φορά ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Πέρασα γύρω μου το χέρι του και το αγκάλιαζα καθώς τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν. Το θηρίο έγλυψε με ευγνωμοσύνη τα μάτια μου κι όταν πια χόρτασε , γρύλισε ευχαριστημένο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Ύστερα ξάπλωσα δίπλα του κι εγώ κι αποκοιμήθηκα, για πρώτη φορά ονειρεύτηκα ήρεμα με ανοιχτά παντζούρια…. Κι ονειρεύτηκα ένα καλύτερο κόσμο κι ως τώρα που στα λέω αυτά παιδί μου δεν είδα όνειρο κακό ούτε ένιωσα άλλο φόβο.
Ο γέρος σηκώθηκε από το κρεβάτι κι έκανε μερικά δειλά βήματα προς την πόρτα, το θηρίο σηκώθηκε κι εκείνο σιγά σιγά και γέρικο πια δίχως δόντια, με θαμπό τρίχωμα και βαριά περπατησιά κατέβηκε μαζί του τη σκάλα. Ο γέρος ανάσανε ευχαριστημένος που  χρόνος είχε κάποτε ξεχάσει το παράγγελμα του κι ανασκαλεύοντας το χώμα σ’ ένα παρτέρι ντομάτες έσκυψε κι έκοψε ένα ντοματόφυλλο.  Ύστερα το έκοψε στη μέση κι αφού μύρισε τα δυο μισά έβαλε το ένα κομμάτι στο στόμα του και το άλλο στο στόμα του θηρίου. Το θηρίο άπλωσε το πόδι του στο πόδι του γέρου και τον κοίταξε στα μάτια. Ο γέρος κάθισε στο σκαλοπάτι σα μικρό παιδί και το θηρίο σαν κουτάβι ξάπλωσε χαρούμενο δίπλα του.
Ο εγγονός τους κοίταξε χαμογελαστός και χάιδεψε το δικό του θηρίο στη πλάτη.
-Παππού τελικά πως το λένε;
-Άλλοι το λένε Άγγελο, άλλοι Θηρίο, άλλοι το λένε Συνείδηση, άλλοι Ένστικτο παιδί μου
-Κι εσύ πως το λες;
-Εγώ το λέω Εαυτό παιδί μου. Είπε ο γέρος κι ο Εαυτός συμφώνησε ακουμπώντας το κεφάλι του στα γόνατα του ανθρώπου του.
-Τον εμπιστεύεσαι παππού;
Ο γέρος γέλασε. –Το θέμα είναι να με εμπιστεύεται εκείνος. Όλοι ερχόμαστε στον κόσμο με ένα θεριό παιδί μου, κι οι πιο πολλοί αναρωτιούνται αν τελικά το θεριό θα τους πληγώσει, αλλά καλέ μου, αυτό που δε ξέρουν οι πολλοί είναι πως εμείς πληγώνουμε το θεριό. Το θεριό δεν κάμει κακό, ο άνθρωπος κάμει. Το θεριό παιδί μου ξέρει μονάχα να δίνεται. Κι ο άνθρωπος ξέρει να παίρνει, ποιος λες να είναι πιο τρομαχτικός;
Το παιδί αγκάλιασε το θηρίο του, το έσφιξε τόσο δυνατά που το θηρίο δάκρυσε. Το θηρίο έμεινε για πάντα κοντά του, ο άνθρωπος παρέμεινε ασφαλής.





https://bluerabbit26.blogspot.com/2020/07/blog-post.html

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020

Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Κοζάνης 8/9/2020 "Ο υιός του ιού είναι υιός όλων μας".




 

"Ο υιός του ιού είναι υιός όλων μας".

Μια ομάδα ανθρώπων συνήθιζε να συναντιέται. Τώρα επιφυλάσσεται. Μια συνάθροιση ανθρώπων είναι πάντα μια πρωτότυπη εμπειρία για το ασυνείδητο, αλλά επιφυλάσσει και ορισμένες μορφές υποκειμενικότητας..Το ασυνείδητο στις μέρες της Καραντίνας  δεν ανατροφοδοτήθηκε επαρκώς επειδή η κοινωνικότητα  δεν ήταν προεπιλεγμένη.