Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Ο Κώστας Σολάκης εκπροσώπησε το 3ργαστήριο TEET ΠΔΜ σε περίπτερο της Art-Τhesalonikis 2026

 


Κώστας Σολάκης / Kostas Solakis
Γλύπτης – Μουσικός

Η γλυπτική του Κώστα Σολάκη συγκροτείται ως τόπος συνάντησης της χειρωνακτικής πράξης, της μνήμης της ύλης και της ανθρώπινης επιμονής να δημιουργεί. Στο έργο του, η ύλη δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως αδρανές υλικό προς διαμόρφωση, αλλά ως δυνατότητα μετάβασης και μετουσίωσης. Ο σίδηρος, κύριο υλικό της γλυπτικής του πρακτικής, δεν υπακούει απλώς στη μορφοποιητική βούληση του δημιουργού· αντιστέκεται, θερμαίνεται, σφυροκοπείται, λυγίζει, τραυματίζεται, οξειδώνεται και μετασχηματίζεται. Μέσα από τη σφυρηλάτηση, τη συγκόλληση, την καύση και τη χειρονομιακή επέμβαση, το υλικό διατηρεί επάνω του τα ίχνη μιας διαδικασίας που είναι ταυτόχρονα σωματική, τεχνική και μορφοποιητική, καθώς εμψυχώνει μορφές που προέρχονται από το κοινωνικό και μυθικό απόσταγμα του καλλιτέχνη.

Οι επιφάνειες των έργων του φέρουν συχνά σημάδια σκουριάς, στάχτης, χώματος, καύσης ή χρωματικών παρεμβάσεων. Τα στοιχεία αυτά δεν λειτουργούν διακοσμητικά, αλλά ως ενσταλάξεις χρόνου και ως αφηγηματικές εκδορές της ιστορίας που εμπεριέχει κάθε έργο. Είναι μνήμες της ύλης, ίχνη επαφής με τα αφηγούμενα, τον αέρα, τη γη, το χέρι και το εργαλείο. Η γλυπτική του Σολάκη μοιάζει να επιμένει στην ιδέα ότι τίποτα δεν είναι στατικό· ότι ακόμη και το πιο σκληρό υλικό βρίσκεται σε διαρκή σχέση με τη φθορά, την ενέργεια, την πίεση και τη μεταβολή.


Η πρακτική του συνομιλεί με ένα βαθύτερο ερώτημα: πώς και γιατί είμαστε εμψυχωμένοι; Τι συγκρατεί τα υλικά σώματα; Υπάρχει πράγματι σταθερότητα στην ύλη ή η μονιμότητά της είναι μια ψευδαίσθηση που προκύπτει από την περιορισμένη κλίμακα της ανθρώπινης αντίληψης; Από τον Δημόκριτο έως τη σύγχρονη φυσική, η ύλη αποκαλύπτεται όχι ως απλή και σταθερή πραγματικότητα, αλλά ως πεδίο δυνάμεων, σχέσεων, σωματιδίων, κενών, ενεργειακών μετατοπίσεων και άγνωστων ακόμη μορφών ύπαρξης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα γλυπτά του Σολάκη δεν αναπαριστούν απλώς μορφές· φέρουν την αίσθηση μιας ύλης που έχει περάσει από καταστάσεις, που έχει υποστεί μεταβολές, και της οποίας η εμψύχωση δεν είναι απλώς μνημονική διαδικασία, αλλά ενεργό γλυπτικό συμβάν.

Ως μουσικός, ο Σολάκης φαίνεται να προσεγγίζει τη γλυπτική και ως πεδίο ρυθμού. Το συνθετικό όλον καταλαμβάνει ομοιοστατικά τον χώρο και την αφήγηση που προσεταιρίζεται. Το χτύπημα του μετάλλου, η ένταση της συγκόλλησης, η παύση, η επανάληψη, η αναμονή και η αντήχηση του εργαλείου συγκροτούν μια σωματική παρτιτούρα. Η γλυπτική πράξη γίνεται έτσι μια μορφή ακρόασης: ακρόαση του υλικού, των κενών διαστημάτων ανάμεσα στις μορφές, των δυνατοτήτων και των ορίων του. Η μορφή δεν επιβάλλεται μόνο από έξω, ως περιγραφή ή ως πρόθεση· αναδύεται μέσα από έναν συντονισμό ανάμεσα στο σώμα της ύλης, το εργαλείο, τον χώρο, τον χρόνο και τον αϋλοποιημένο θεατή. Ο θεατής εμφανίζεται με την αόρατη παρουσία του ανάμεσα στα γλυπτικά γεγονότα, όχι ως παθητικός αποδέκτης, αλλά ως εκείνος που ενεργοποιεί τις αποστάσεις, τις εντάσεις και τις σιωπές τους.


Η δημιουργική πράξη, στην περίπτωση του Σολάκη, δεν εμφανίζεται ως στιγμιαία γλυπτική έμπνευση, αλλά ως τρόπος παρουσίας. Προϋποθέτει πρακτική, υπομονή, πειραματισμό και γλυπτική δεκτικότητα. Ο καλλιτέχνης δεν εργάζεται μόνο για να ολοκληρώσει ένα αντικείμενο, αλλά για να παραμείνει σε επαφή με μια διαδικασία. Αναζητά ενδείξεις, ακολουθεί ίχνη, επανέρχεται, αφήνει το υλικό να του υποδείξει κατευθύνσεις. Η δημιουργία γίνεται μια συνεχής άσκηση παρουσίας, όπου η πρόθεση συναντά το απρόβλεπτο της συνύπαρξης.

Η θεματολογία του αντλεί από την ιστορία, τη μυθολογία, την καθημερινή εμπειρία και το υποσυνείδητο. Οι μορφές του κινούνται ανάμεσα στο πραγματικό και το συμβολικό, ανάμεσα στο εύρημα και στο όραμα, ανάμεσα στο αντικείμενο και στο ίχνος μιας εσωτερικής εικόνας. Συχνά μοιάζουν να προέρχονται από έναν χώρο όπου το αρχαϊκό συναντά το σύγχρονο, όπου η μνήμη δεν είναι μόνο αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά ενεργό υλικό του παρόντος.

Στα έργα του, η γλυπτική δεν εξαντλείται στην κατασκευή μιας μορφής. Είναι μια διαδικασία μετασχηματισμού: της ύλης, του βλέμματος, της εμπειρίας, ίσως και του ίδιου του δημιουργού. Κάθε έργο διατηρεί την ένταση ανάμεσα στο βάρος και την κίνηση, στη φθορά και την αντοχή, στο τραύμα και τη δυνατότητα αναγέννησης. Το σκραπ του σιδήρου γίνεται αναγωγική αφήγηση, μια πρόσληψη που δεν εξαντλείται στον μύθο ή στην ιστόρηση, αλλά ανοίγει ένα πεδίο ελευθερίας, όπου το άχρηστο, το υπόλειμμα και το τραυματισμένο υλικό επανέρχονται ως μορφή.

Ο Κώστας Σολάκης έχει συμμετάσχει σε συνεργατικές εκθέσεις με την ομάδα του Τρίτου Εργαστηρίου του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών Φλώρινας, με αλληλεπιδραστή τον Χάρη Κοντοσφύρη, σε εκθεσιακούς χώρους και διοργανώσεις όπως η Braggart Gallery, η Cask Gallery, καθώς και σε εκθέσεις στη Bitola, στα Σκόπια, στην Osten Biennale, στο Smilevo της Βόρειας Μακεδονίας, στην Καρδίτσα και στα Τρίκαλα.

Η πρακτική του Σολάκη μας υπενθυμίζει ότι η ύλη δεν είναι ποτέ απλώς ύλη. Είναι χρόνος, αντίσταση, ενέργεια και δυνατότητα. Και η τέχνη, όταν επιμένει να εργάζεται με τα χέρια, με το σώμα και με την αβεβαιότητα, γίνεται ένας τρόπος να ξανασκεφτούμε όχι μόνο τι είναι ένα γλυπτό, αλλά και από τι είμαστε φτιαγμένοι.

Αν διαβάσουμε το έργο του Σολάκη μέσα από τον Jacques Rancière, η γλυπτική του δεν περιορίζεται στην παραγωγή αντικειμένων, αλλά συμμετέχει σε μια ανακατανομή του αισθητού. Το έργο δεν μας λέει απλώς τι να δούμε· μετατοπίζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε, αγγίζουμε νοητά, θυμόμαστε και συσχετίζουμε. Ο σίδηρος, η σκουριά, η στάχτη, το χώμα και η καύση δεν παραμένουν υλικά χαμηλής ή βιοτεχνικής τάξης· διεκδικούν θέση μέσα στο πεδίο της αισθητικής εμπειρίας. Αυτό που θεωρείται υπόλειμμα, βάρος, φθορά ή εργαστηριακό ίχνος γίνεται ορατό ως φορέας νοήματος.

Σε αυτή τη ρανσιερική προοπτική, ο θεατής δεν καλείται να αποκρυπτογραφήσει ένα κλειστό μήνυμα ούτε να υποταχθεί στην πρόθεση του καλλιτέχνη. Καλείται να συνδέσει, να μεταφράσει, να συμπληρώσει, να φέρει τη δική του μνήμη απέναντι στη μνήμη της ύλης. Η γλυπτική του Σολάκη ενεργοποιεί έτσι έναν χειραφετημένο θεατή: έναν θεατή που δεν παραμένει απέναντι από το έργο, αλλά κινείται ανάμεσα στα γλυπτικά γεγονότα, παράγοντας τις δικές του διαδρομές νοήματος.

Η πολιτική διάσταση αυτής της γλυπτικής δεν βρίσκεται σε ένα δηλωμένο σύνθημα, αλλά στην αλλαγή της θέσης των πραγμάτων μέσα στο ορατό. Το σκληρό, το καμένο, το σκουριασμένο, το λαϊκό, το μυθικό, το χειρωνακτικό και το υποσυνείδητο αποκτούν κοινό χώρο εμφάνισης. Εκεί όπου η ύλη έμοιαζε βουβή, αρχίζει να μιλά. Εκεί όπου το βλέμμα αναζητούσε ολοκληρωμένη μορφή, συναντά ίχνη, κενά, αντιστάσεις και μεταμορφώσεις. Έτσι, η γλυπτική του Σολάκη δεν αναπαριστά απλώς έναν κόσμο· αναδιατάσσει τους όρους με τους οποίους ένας κόσμος μπορεί να γίνει αισθητός, κοινός και εκ νέου κατοικήσιμος.

 


Ο Σολάκης έχει ως αντικείμενο μια τάξη πραγματικότητας που βρίσκει την ίδια αντίσταση τόσο από το αληθές όσο και από το ψευδές. Ανάμεσα στα δύο, ανάμεσα δηλαδή σε αυτό που αναγνωρίζουμε ως πραγματικό και σε αυτό που υποψιαζόμαστε ως παραπλανητικό, συγκροτείται ένα ενδιάμεσο πεδίο: το φαινόμενο. Το φαινόμενο δεν είναι απλώς η εξωτερική όψη των πραγμάτων· είναι η κατάσταση εκείνη όπου τα πράγματα παρίστανται με διαφορετική μορφή από αυτήν που θεωρούμε ότι έχουν. Εκεί ακριβώς παρεμβαίνει η τέχνη. Η μεσολάβηση του καλλιτέχνη, και ειδικότερα του Σολάκη, δεν επιβάλλει μια τελική αλήθεια, αλλά διευκολύνει τον θεατή να εκλάβει αυτό που φαίνεται ως δυνατό πέρασμα προς αυτό που είναι.

Το φαινόμενο της επίδρασης επάνω στην ακρίβεια και την ανακρίβεια της ανθρώπινης αντιληπτικότητας συγκροτεί μια φαινομενολογική κατάσταση μέσα στην οποία ο Σολάκης εμπλέκεται με διαδοχικούς τρόπους. Τα γλυπτικά του κατορθώματα δηλώνονται τόσο από την απλή εμφάνισή τους ως πράγματα όσο και από την παραμόρφωσή τους· τόσο από την υλική τους εκδήλωση όσο και από την ψευδαισθητική τους δυνατότητα. Το γλυπτό, δηλαδή, δεν εξαντλείται στο ότι υπάρχει ως σίδηρος, όγκος, βάρος, συγκόλληση, επιφάνεια. Υπάρχει συγχρόνως ως φαινόμενο: ως κάτι που μετατοπίζεται μέσα στο βλέμμα, που αλλάζει ανάλογα με τη θέση του θεατή, το φως, τη μνήμη, την αφήγηση και την προσδοκία.

Το φαινόμενο διαθέτει αμέτρητες βαθμίδες αντιληπτικής ορατότητας. Έτσι και οι γλυπτικές βαθμίδες του Σολάκη εμφανίζονται τη στιγμή όπου το πραγματικό γλυπτό είναι ισχυρό, παρόν, σωματικό, σχεδόν αδιαπραγμάτευτο, αλλά και τη στιγμή όπου το φαινόμενο-γλυπτό είναι εξίσου παρασταμένο. Το πράγμα και η εμφάνισή του δεν αλληλοαναιρούνται· συνυπάρχουν. Το γλυπτό είναι ταυτόχρονα αυτό που είναι και αυτό που προκαλεί να φανεί. Γι’ αυτό και μπορεί να τροποποιείται διαρκώς η εικόνα του πράγματος προς αφηγήσεις φαινομενικής εκδήλωσης, χωρίς να ακυρώνεται η υλική του αλήθεια.


Το απομνημονικό κίνητρο στη γλυπτική του εντάσσεται σε εγκαταστάσεις των οποίων η λειτουργία αγγίζει το φαινομενολογικό υστέρημα των γλυπτών ως πραγμάτων. Τα έργα δεν μένουν στην αυτάρκεια της μορφής· αφήνουν ένα υπόλοιπο, ένα έλλειμμα, μια καθυστέρηση κατανόησης. Αυτό το υστέρημα δεν είναι αδυναμία, αλλά η ίδια η ενεργή περιοχή του έργου. Εκεί όπου το γλυπτό δεν εξηγείται πλήρως, αρχίζει να λειτουργεί ως φαινόμενο. Εκεί όπου το πράγμα δεν εξαντλείται στην περιγραφή του, ανοίγεται ως αμφίπλευρη μορφή μιας υπερβατικής προοπτικής: από τη μία παραμένει υλικό, γήινο, φθαρτό· από την άλλη γίνεται αναμετάδοση  νοήματος, μνήμης και μετατόπισης.


Αν το διαβάσουμε μέσα από τον Rancière, το έργο του Σολάκη δεν αναπαράγει απλώς μορφές ούτε αναζητά μια αυθεντική αλήθεια πίσω από την ψευδαίσθηση. Αντίθετα, αναδιανέμει το αισθητό. Μετακινεί τα όρια του τι μπορεί να φανεί, τι μπορεί να νοηθεί, τι μπορεί να αναγνωριστεί ως γλυπτικό γεγονός. Το σκραπ, η σκουριά, η καύση, το τραύμα της ύλης, το χειρωνακτικό ίχνος και η φθορά δεν παραμένουν υποδεέστερες υλικότητες· εισέρχονται σε ένα κοινό πεδίο ορατότητας. Γίνονται ισότιμα σημεία μιας αισθητικής εμπειρίας.


Ο θεατής, επομένως, δεν στέκεται απέναντι από ένα έργο που του ζητά να το κατανοήσει σωστά. Στέκεται μπροστά σε ένα φαινόμενο που του ζητά να συμμετάσχει στην ίδια την παραγωγή της ορατότητάς του. Ο Σολάκης δεν του παραδίδει μια σταθερή εικόνα του κόσμου· του προσφέρει μια σειρά από υλικές και φαινομενικές βαθμίδες, μέσα από τις οποίες το βλέμμα δοκιμάζει την ελευθερία του. Εκεί ακριβώς η γλυπτική του αποκτά τη βαθύτερη πολιτική και ποιητική της σημασία: δεν δείχνει απλώς τι είναι η ύλη, αλλά μας μαθαίνει να βλέπουμε πώς η ύλη γίνεται φαινόμενο, πώς το φαινόμενο γίνεται μνήμη και πώς η μνήμη επιστρέφει ως κοινός τόπος εμπειρίας.

Χάρης Κοντοσφύρης  για την συνέργεια. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου