ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Διάλεξη: «Η Ήμερη του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι.»
Διάλεξη της Μαρίας Φραγκή
Στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων του Τρίτου Εικαστικού Εργαστηρίου του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, την Τρίτη 19 Μαΐου 2026 στις 12:00, η Μαρία Φραγκή, PhD Θεατρικών Σπουδών, σκηνοθέτις και μέλος Ε.Ε.Π. του Πανεπιστημίου Πατρών, θα παρουσιάσει τη σκηνική και θεωρητική της προσέγγιση πάνω στο έργο Η Ήμερη του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι.
Η διάλεξη θα πραγματοποιηθεί στην Αίθουσα «Μέγας Αλέξανδρος» του Τμήματος, στη Φλώρινα, και θα μεταδοθεί ταυτόχρονα διαδικτυακά στα πλαίσια της ενισχυτικής διδασκαλίας .
Η παρουσίαση εστιάζει στη θεατρική μεταγραφή της ψυχολογικής νουβέλας Кроткая (Η Ήμερη), ενός από τα πλέον σκοτεινά και εσωτερικά έργα του Ντοστογιέφσκι, όπου ο συγγραφέας καταγράφει τον καταιγισμό σκέψεων ενός ενεχυροδανειστή συζύγου μπροστά στο νεκρό σώμα της αυτόχειρος δεκαεξάχρονης συζύγου του. Στις αρχικές σημειώσεις του συγγραφέα, το έργο φέρει τον τίτλο «Η εκφοβισμένη», αποκαλύπτοντας ήδη από τη γένεσή του τον πυρήνα της βίας, της σιωπής και της ψυχικής καταπίεσης που διατρέχει το κείμενο.Η διάλεξη θα διερευνήσει τη μετάβαση από την αφήγηση στη σκηνική δράση, τον τρόπο με τον οποίο το σώμα, η φωνή, η παύση και η θεατρική εικόνα μετασχηματίζουν τον εσωτερικό μονόλογο σε βιωμένη εμπειρία, καθώς και τη διαχρονική επικαιρότητα του έργου μέσα από ζητήματα εξουσίας, έμφυλης βίας, φόβου και υπαρξιακής απομόνωσης — στην εκπόρθηση της εικόνας μέσα από το παράθυρο της εικόνας του κόσμου, εκεί όπου το βλέμμα παρατηρεί και αρχίζει να εκτίθεται.
Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί:
- στη δραματουργική επεξεργασία του ψυχολογικού λόγου
- στη θεατρική απόδοση της σιωπής και της εσωτερικότητας
- στη σχέση σώματος, τραύματος και σκηνικής παρουσίας
- στη μετατροπή της λογοτεχνικής αφήγησης σε σκηνική πράξη
- Στην εκπόρθηση της εικόνας μέσα από το παράθυρο της εικόνας.
Η διάλεξη εντάσσεται στον κύκλο διαλέξεων του Τρίτου Εικαστικού Εργαστηρίου και αποτελεί μέρος της παιδαγωγικής και ερευνητικής του προσέγγισης, όπου η καλλιτεχνική πράξη συναντά τη θεωρία, τη λογοτεχνία και τη σύγχρονη σκηνική έρευνα.
Σχεδιασμός Αφίσας: Χάρης Κοντοσφύρης και Θεοδώρα Εργίνη
Συντονισμός: Χάρης Κοντοσφύρης
Η διάλεξη είναι ανοιχτή στο κοινό.
Αίθουσα «Μέγας
Αλέξανδρος», ΤΕΕΤ, Φλώρινα
Διαδικτυακή παρακολούθηση στα πλαίσια της
ενισχυτικής διδασκαλίας: https://uowm-gr.zoom.us/j/98934765452
Σύντομο Βιογραφικό – Μαρία Φραγκή
Μαρία Φραγκή, PhD Θεατρικών Σπουδών-Σκηνοθέτις, Μέλος ΕΕΠ του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πατρών με αντικείμενο: Εκπαίδευση, Θεσμοί και Παραγωγή Θεάτρου-Θέατρο για παιδιά και εφήβους
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Ωδείου Πειραϊκού Συνδέσμου το 1984 και από την Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών το 1986. Eίναι Διδάκτωρ Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών με ειδίκευση στις ΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ - ΘΕΑΤΡΟ, του Πανεπιστημίου PARIS X-NANTERRE (1996). Έχει παίξει στο θέατρο και έχει σκηνοθετήσει πολλές παραστάσεις για επαγγελματικούς και ερασιτεχνικούς θιάσους. Ίδρυσε το «Εργαστήριο Θεατρικής Έρευνας και Τέχνης» του Πανεπιστημίου Κρήτης και την Ομάδα «ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ;» του ΕΚΠΑ με έμφαση στην έρευνα παραστάσεων για νεανικό κοινό. Έχει διευθύνει το «Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Καΐρου» και το περιοδικό ΠΑΠΥΡΟΙ. Είναι μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, του IDEA, της Επιτροπής Καλλιτεχνικών Σχολείων του ΥΠ.Π.Ε.Θ.(2015-2018), του Ελληνικού Κέντρου της Διεθνούς Σχολής Θεατρικής Ανθρωπολογίας. Διδάσκει θέατρο –θεωρία και πράξη– σε ΑΕΙ της Ελλάδας και του εξωτερικού από το 1997 έως σήμερα. Συγγραφέας άρθρων, βιβλίων για το θέατρο(Θεατρική Αγωγή Ε΄-Στ΄Δημοτικού, Η σκηνική πράξη στην εκπαίδευση) και Προγραμμάτων Σπουδών - Οδηγών για τον Εκπαιδευτικό γύρω από την Τέχνη του Ηθοποιού, την Καλλιτεχνική Παιδεία, το Θέατρο στην Εκπαίδευση και στην Κοινωνία κ.ά. Πρόσφατες σκηνοθεσίες : «Ο φιλάργυρος» της Ε.Μ.Μαρτινέγκου, «Ημερολόγιο επιστοφής» της Μ.Τσισκάκη-Γαλιατσάτου, «Οι δραπέτες της σκακιέρας» του Ε.Τριβιζά-Γ.Κουρουπού, «Διάλογοι και επανάσταση,τότε και σήμερα». Περισσότερες πληροφορίες :
https://ees.org.gr/%CF%80%CF%80%CE%B5%CF%83/%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF/%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B7-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B1/
Αναστοχασμός πάνω στο μηχανισμό των εικόνων μέσα στις εικόνες:
Η εικόνα γίνεται καθρέφτης μιας εύθραυστης ύπαρξης: μια εικόνα καταρρέουσα μέσα στην ίδια την εικόνα του κόσμου. Από το αναγεννησιακό «παράθυρο» του Alberti —την επιφάνεια όπου ο κόσμος οργανώνεται προοπτικά και αποκτά σταθερότητα— έως το φορητό παράθυρο της εικόνας που κρατά η ηρωίδα στα χέρια της, η ιστορία της αναπαράστασης μοιάζει να μετακινείται από τη βεβαιότητα προς το κενό.
Η αναγεννησιακή προοπτική δεν υπήρξε μόνο τεχνική αναπαράστασης αλλά και μηχανισμός εμβύθισης: ένας τρόπος μέσω του οποίου το βλέμμα εισέρχεται μέσα στην εικόνα, κατοικεί τον χώρο της και πείθεται για τη συνοχή του κόσμου που αυτή κατασκευάζει. Το παράθυρο γίνεται υπόσχεση βάθους, συνέχειας και ελέγχου του ορατού. Στην Ήμερη, όμως, αυτή η βεβαιότητα ανατρέπεται. Το κτιστό παράθυρο του δωματίου, το παράθυρο της εικόνας και το παράθυρο της θεατρικής σκηνής συμπλέκονται σε ένα ενιαίο πεδίο πτώσης και εκτόπισης.
Η προοπτική μετρά το κενό από το όριο του παραθύρου έως το άπιαστο σημείο φυγής. Αυτό ακριβώς το σημείο φυγής αναζητά η ηρωίδα, καθώς κατακρημνίζεται μέσα στο προοπτικό κενό του παραθύρου, κρατώντας σφιχτά μια εικόνα. Η πτώση της δεν είναι μόνο σωματική αλλά και οπτική· μια βύθιση μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό της αναπαράστασης.
Εκεί, η ηρωίδα και η ίδια η εικόνα εκπαραθυρώνονται ταυτόχρονα από τον κόσμο που τις περιέκλειε. Η εμβύθιση στην προοπτική μετατρέπεται σε βύθιση μέσα στην ίδια την κατάρρευση της εικόνας. Η θεατρική εικόνα του μονολόγου παύει πλέον να λειτουργεί ως ασφαλές κάδρο αναπαράστασης και γίνεται τόπος ρήξης: εικόνα μέσα στην εικόνα, όπου μια τελευταία εικόνα διασώζει τη δυνατότητα της ηρωίδας να μετατραπεί η ίδια σε εικόνα της εικόνας της.
Ο μηχανισμός των εικόνων μέσα στις εικόνες εμφανίζεται ήδη από την πρώιμη Αναγέννηση ως μια απόπειρα αυτοσυνείδησης της ίδιας της αναπαράστασης. Στους πίνακες των Φλαμανδών ζωγράφων, στους κυρτούς καθρέφτες του Jan van Eyck ή στα εσωτερικά δωμάτια του Velázquez και αργότερα του Vermeer, η εικόνα παύει να είναι απλώς παράθυρο προς τον κόσμο και αρχίζει να παρατηρεί τον ίδιο της τον εαυτό. Η ζωγραφική ενσωματώνει άλλες ζωγραφικές, καθρέφτες, ανοίγματα, αντανακλάσεις και δευτερεύοντα κάδρα, δημιουργώντας μια ατέρμονη αναδίπλωση του βλέμματος.
Το αναγεννησιακό παράθυρο του Alberti υποσχόταν έναν σταθερό και μετρήσιμο κόσμο. Ωστόσο, η στιγμή που μια εικόνα εισέρχεται μέσα σε μια άλλη εικόνα σηματοδοτεί ήδη μια ρωγμή σε αυτή τη σταθερότητα. Το βλέμμα δεν βρίσκεται πλέον έξω από την αναπαράσταση αλλά παγιδεύεται μέσα σε διαδοχικά επίπεδα ορατότητας. Η εικόνα αποκτά επίγνωση ότι είναι εικόνα.
Από τους βυζαντινούς φορητούς εικονογραφικούς τύπους έως τη θεατρική σκηνή, τον κινηματογράφο και τις σύγχρονες οθόνες, ο μηχανισμός αυτός εξελίσσεται σε έναν λαβύρινθο εγκιβωτισμένων κόσμων. Κάθε εικόνα λειτουργεί ως πύλη προς μια άλλη εικόνα, κάθε κάδρο ως άνοιγμα προς ένα επόμενο βάθος. Στην Ήμερη, η ηρωίδα κρατά μια εικόνα ενώ η ίδια μετατρέπεται σε εικόνα μέσα στο θεατρικό κάδρο του μονολόγου της. Το παράθυρο, η εικόνα και το σώμα συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα πτώσης και αναστοχασμού: μια αλληλουχία εικόνων που καταρρέουν μέσα στην ίδια την επιθυμία τους να διασώσουν τον κόσμο.
Κοντοσφύρης Χάρης
Οι κριτικές αποτιμήσεις του έργου
https://keysmash.gr/theatrizomai-i-imeri-kai-to-eikonisma-polychoros-alexandreia-
antapokrisi-kritiki/
«Ο χρόνος κινείται, δεν συγκινείται» είναι μία φράση από το έργο, η οποία ηχεί ακόμα
στα αυτιά μου. Αν και δεν γνωρίζω αν αποτελεί ακριβές απόσπασμα της νουβέλας
του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, ωστόσο συνοψίζει τέλεια το διάχυτο υπαρξιακό στοιχείο
του έργου και πώς ο χρόνος παρουσιάζεται αδυσώπητος και ψυχρός μπροστά στο
ανθρώπινο δράμα. Ένας σύζυγος, ενεχυροδανειστής, ο οποίος μονολογεί και
προσπαθεί μόνος του πλέον να λύσει τον γρίφο πίσω από την αυτοχειρία της
γυναίκας του, δίπλα στο άψυχο σώμα της. Πόσα ερωτηματικά γεννάει η αυτοκτονία
της με το εικόνισμα στα χέρια, το οποίο του είχε πουλήσει μάλιστα κάποτε. Μήπως η
υπακοή και η απόλυτη υποταγή της, μαζί με το ιερό εικόνισμα, αποτέλεσαν το
ενέχυρο για την ίδια τη ζωή της;
Η αίσθησή μου κατά τη διάρκεια της παράστασης ήταν πως έβλεπα θέατρο μέσα στο
σαλόνι του σπιτιού μου. Η υποβλητική ατμόσφαιρα του χώρου σε βύθιζε αμέσως
στον ψυχικά φορτισμένο κόσμο των ηρώων… ακόμα και οι ήχοι των βημάτων των
ηθοποιών, άλλοτε αργοί, άλλοτε γρήγοροι και αγχωμένοι, κυρίως όταν η υπηρέτρια,
Λουκερία, έτρεχε δίπλα στην «ήμερη» σύζυγο, είτε για να τη προειδοποιήσει είτε για
να τραγουδήσουν παρέα σαν φίλες, δίνανε μία άλλη διάσταση στην αμεσότητα και
τον συμβολισμό του έργου. Η σκηνοθεσία ήταν καθηλωτική, με τη χρήση εύστοχων
οπτικών και ηχητικών ευρημάτων, τα οποία σε συμπαρέσυραν στον συναισθηματικό
κόσμο των ηρώων, αποκαλύπτοντας την εσωτερική τους απομόνωση και την
απέραντη αποξένωση του ζευγαριού. Με πλέον διευρυμένη τη γκάμα μας με
ψυχολογικούς όρους και καταστάσεις και σαν μία αρκετά επιφανειακή ανάγνωση της
σχέσης του ζευγαριού, οι σκηνές όπου ο σύζυγος παρέμβαινε να υποδείξει πώς να
διεκπεραιώσει την εργασία της στο ενεχυροδανειστήριο, θύμιζαν την έννοια του
σύγχρονου όρου, “mansplaining” και εξηγούσαν σε μεγάλο βαθμό τη σταδιακή
συναισθηματική απομάκρυνση της γυναίκας, που τίποτα δεν κάνει σωστά αν δεν της
υποδείξει ο άντρας της τον τρόπο για να το εκτελέσει.
Οι τέσσερις ηθοποιοί ήταν απόλυτα εναρμονισμένοι μεταξύ τους, αναδεικνύοντας με
ακρίβεια τα συναισθήματα που αντιστοιχούσαν στη θέση και τον ρόλο τους και
καθοδηγώντας τον θεατή να βιώσει κάθε ψυχική ένταση όπως όριζε η σκηνοθετική
οπτική. Ο Βασίλης Βλάχος, κατάφερε να σε οδηγήσει μέσα στον ψυχολογικό κόσμο
του συζύγου, κάνοντάς σε άλλοτε να νιώσεις αντιπάθεια και άλλοτε να εκπλαγείς με
την άγνοιά του. Κατάφερε με επιτυχία να νιώσεις την ψυχολογική ευθύνη του
ανθρώπου που «έμεινε πίσω» να στοχάζεται τι έκανε τόσο λάθος, ώστε να οδηγήσει
το έτερον του ήμισυ σε αυτή την πράξη. Εκείνη, υποδυόμενη από την Τερέζα
Καζιτόρη, απέδιδε με ακρίβεια τη λύπη και κάθε λεπτή ψυχολογική μεταβολή,
μεταφέροντας στον θεατή την εσωτερική ένταση και την απέραντη μοναξιά του
χαρακτήρα της. Ο πλέον «παιχνιδιάρικος» ρόλος, δίνοντας μία πνοή ζωντάνιας και
φρεσκάδας, άνηκε στην Αιμιλιανή Σταυριανίδου ως Λουκερία. Τέλος, αυθεντική και
δυναμική, ως η φωνή της λογικής και της ηθικής της εποχής, η θεία, υποδυόμενη από
την Έφη Κεραμίδα.
Ένα έργο που σε καθηλώνει για πολλούς λόγους, ξεκινώντας από το κείμενο, το
οποίο θίγει και αναδεικνύει σύγχρονους προβληματισμούς γύρω από τον έγγαμο βίο
2
και τις δυναμικές εξουσίας που μπορεί να αναπτυχθούν μέσα σε αυτόν, οδηγώντας
τελικά στην απόλυτη μοναξιά ακόμη και μέσα στον γάμο. Επιπλέον, η έξυπνη
σκηνοθετική προσέγγιση και η εκλεπτυσμένη αισθητική του σκηνικού και των
ενδυμάτων, σε πλήρη αρμονία με την υποκριτική των ηθοποιών, ενίσχυαν την
ατμόσφαιρα της παράστασης συμπαρασύροντας τον θεατή με κάθε κίνηση, βλέμμα
και σιωπή στον ψυχολογικά φορτισμένο κόσμο των χαρακτήρων, αποκαλύπτοντας με
αυτό τον τρόπο το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης.
Τατιάνα Μπεβεράτου
https://xn--mxahi4ajr.gr/eidame/item/6357-h-imeri-kai-to-eikonisma-theatro-
aleksandreia.html
Ζώης Ξένος
Η θεατρική μεταφορά του κλασικού αριστουργήματος του Φιόντορ
Ντοστογιέφσκι στον Πολυχώρο «Αλεξάνδρεια», σε σκηνοθεσία και διασκευή της
Μαρίας Φραγκή, αποτελεί μια βαθιά συγκινητική σπουδή πάνω στην έμφυλη
καταπίεση και την ανθρώπινη ενοχή. Ενάμιση αιώνα μετά τη συγγραφή της
νουβέλας, η παράσταση καταφέρνει να ανανεώσει το ενδιαφέρον για το κείμενο,
αποδομώντας με τόλμη τον αρχικό παραληρηματικό μονόλογο του κεντρικού ήρωα.
Η συγκεκριμένη δραματουργική επιλογή αποδεικνύεται κομβική, καθώς
δίνει επιτέλους φωνή στα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας, μετατρέποντας τον
γάμο των πρωταγωνιστών σε μια ολοζώντανη αναπαράσταση μιας
ασφυκτικής φυλακής. Μέσα από αυτό το πρίσμα, αναδεικνύονται περίτεχνα οι
ταξικές διαφορές και ο αθεράπευτος ναρκισσισμός του ενεχυροδανειστή, ο οποίος
μάταια προσπαθεί να διαπλάσει τη νεαρή σύζυγό του σύμφωνα με τις δικές του
κτητικές επιθυμίες.
Σε αυτήν την απόλυτα κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, η οποία ενισχύεται από την ίδια τη
υποβλητική διαρρύθμιση του χώρου, οι ερμηνείες ξεχωρίζουν για το ψυχολογικό τους
βάθος. Ο Βασίλης Βλάχος αποδίδει με εξαιρετική πειστικότητα την
εσωτερική συντριβή ενός άνδρα που παγιδεύεται στην ίδια του την αλαζονεία, ενώ η
Τερέζα Καζιτόρη ενσαρκώνει τη νεαρή γυναίκα με μια σιωπηλή αλλά
εκκωφαντική ένταση, μεταβαίνοντας αριστοτεχνικά από τον φόβο στην απόλυτη
εξέγερση.
Πλάι στον κεντρικό πυρήνα, η Έφη Κεραμίδα μεταδίδει στον θεατή τον
αυστηρό συντηρητισμό της εποχής μέσω του ρόλου της θείας, συνοδοιπορούμενη με
τη Αιμιλιανή Σταυριανίδου που, ως Λουκερία, προσφέρει την αναγκαία
τρυφερότητα στο κατά τα άλλα ζοφερό περιβάλλον του σπιτιού. Η συνολική αισθητική
εμπειρία ολοκληρώνεται αρμονικά χάρη στα ρεαλιστικά σκηνικά και κοστούμια της
Σάντρας Στεφανίδου που, συνδυασμένα με τις υποβλητικές μελωδίες της Άννας
Μουζάκη και τους στοχευμένους φωτισμούς του Παναγιώτη Μανούση, βυθίζουν τον
θεατή στον ταραγμένο ψυχισμό των ηρώων.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια σκηνοθετική ανάγνωση που ξεφεύγει από τα
όρια μιας απλής αναβίωσης, προσφέροντας στο κοινό ένα αιχμηρό και επίκαιρο
σχόλιο για την τοξικότητα εντός των ανθρώπινων δεσμών.
Πληροφορίες και ειαιτήρια παράστασης https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/h-
imeri-kai-to-eikonisma/tou-f-ntostogiefski/
2
https://www.artistico.gr/eidame-thn-parastash-h-hmerh-kai-to-eikonisma-ston-
polyxwro-ale3andreia
Mαρία Μαρή
Το έργο
Η ιστορία είναι ένας εσωτερικός μονόλογος ενός ανώνυμου ενεχυροδανειστή, ο
οποίος στέκεται πάνω από το άψυχο σώμα της νεαρής συζύγου του (της «Ήμερης»),
που μόλις αυτοκτόνησε πηδώντας από ένα παράθυρο. Ο άνδρας, σοκαρισμένος και
απεγνωσμένος, προσπαθεί να ανασυνθέσει τα γεγονότα που οδήγησαν στην
τραγωδία, αναζητώντας απαντήσεις και δικαιολόγηση για τη συμπεριφορά του.
Η παράσταση
Τι σε ωθεί στη βουτιά στο κενό; Τί περίμενε να ζήσει ; Κρατά και το εικόνισμα στα
χέρια της, σα να ζητά συγχώρεση. Καιγόταν η ψυχούλα της.
Η υπηρέτριά της (Αιμιλιανή Σταυριανίδου )
σε ταραχή.
Η γνωριμία με τον ενεχυροδανειστή έγινε όταν εκείνη καλά κρυμμένη , ντροπιασμένη
ερχόταν για να πουλήσει τα πράγματά της. Στην αρχή στις συναλλαγές τους δεν
μιλούσαν καθόλου. Έδινε το αντικείμενο και έπαιρνε τα χρήματα.
Όταν πήγε να πουλήσει μια εικόνα Εκείνος της είπε ότι θα την κρατήσει για εκείνη και
όταν αυτή βρει χρήματα θα της την επιστρέψει.
Η πρώτη εικόνα που της έδειξε ήταν εκείνη του φιλεύσπλαχνου ανθρώπου, με
ενσυναίσθηση, εκείνου που ενσκήπτει πάνω στον πόνο του άλλου, τον
αφουγκράζεται και παραστέκεται.
Όταν ζητά να την παντρευτεί είναι τόσο ανάρμοστο αυτό ηλικιακά και οπτικά, ωστόσο
το καταφέρνει και εκείνη δεν μπορεί παρά να το δεχτεί, ελπίζοντας ότι θα την
περιβάλλει με στοργή και αγάπη, όπως της έδειξε από την πρώτη εκείνη στιγμή, όταν
ακόμα του ήταν
μια άγνωστη.
Ο έγγαμος βίος φαίνεται να δίνει την εντύπωση στον άνθρωπο ότι αποκτά
δικαιώματα ιδιοκτησίας πάνω στον άλλον. Αν και μεγαλύτερος και άσχημος της
τονίζει ότι ο γάμος απαιτεί θυσίες . Γίνεται αυταρχικός, τσιγκούνης, αποκαλύπτει τον
εαυτό του.
Θέλει να την ελέγχει. Η Ήμερη υπέμεινε τη θεία (Έφη Κεραμίδα ), που την
εκμεταλλεύτηκε μετά που πέθαναν οι δική της, που της αφαίμαξε την περιουσία και
που τώρα τη δίνει νύφη για να την ξεφορτωθεί, υπομένει την καταπίεση του συζύγου
της πλέον και βέβαια τη μη αποδοχή του περιβάλλοντός, που για αυτούς θα είναι
πάντα μια φτωχή, που θα πρέπει να ζει υπό την επήρεια και τον έλεγχό του
αδιαμαρτύρητα. Δεν της επιτρέπει καν να δείχνει λίγη συμπόνια στους
αναξιοπαθούντες που έρχονται στο μαγαζί τους.
Η ευαίσθητη ψυχή της πόσο να αντέξει;
Ο Βασίλης Βλάχος (Εκείνος -Ενεχυροδανειστής) απέδειξε ακόμα μια φορά ότι είναι
ηθοποιός παλιάς κοπής, καρατερίστας, με σπάνιο ήθος. Είναι καταρρακωμένος από
2
την απώλεια της νεαρής συζύγου του, όμως όσο ζούσε δεν δίσταξε να γίνει
δυνάστης, που ήθελε να χειραγωγεί τη ζωή της και να ελέγχει τη ψυχή της, από
ανασφάλεια, από φόβο, από συνήθεια. Μέχρι το τέλος δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί
το κακό που προκάλεσε σε αυτό το σπάνιο, ρομαντικό, αγνό πλάσμα, την Ήμερη. Η
Ήμερη (Τερέζα Καζιτόρη ) ξεκινά να εμφανίζεται σαν σκιά στο ενεχυροδανειστήριο
μόνο και μόνο για να αδράξει λίγα λεφτά, και μετά αποκαλύπτει, ένα χλωμό
ευαίσθητο και εύθραυστο πρόσωπο σπάνιας ομορφιάς. Η ηθοποιός μεταλλάσσεται
σε μια ντοστογιεφσκική ηρωίδα, ευάλωτη, ονειροπόλα, όμως και διεκδικητική .
Υποκύπτει στη μοίρα του γάμου ως μόνη λύση για επιβίωση. Διακατέχεται, όπως
προφανώς και Εκείνος από θρησκευτικό δέος γι’ αυτό και Εκείνος δεν δέχεται να
πουληθεί η εικόνα, γι αυτό κι η Ήμερη απευθύνεται στον Θεό, όμως και οι δυο
αποδεικνύονται αντιφατικοί. Εκείνος γιατί δεν τιμά με αγάπη, αποδοχή και στοργή τη
νεώτερη σύζυγό του και Εκείνη γιατί δεν τιμά τη ζωή της, δέχεται έναν κακοποιητικό
γάμο και γενικά δεν σηκώνει το ανάστημά της ή δεν της επιτρέπουν και οι κοινωνικές
συνθήκες να το κάνει, ωστόσο οδηγείται στη αυτοκτονία, πράξη ανίερη για τη ζωή.
Η Έφη Κεραμίδα (Θεία) είναι ο κακός ήρωας, εκπροσωπεί το σκοτεινό εκείνο
περιβάλλον που ισοπεδώνει τον ήρωα, εν προκειμένω την Ήμερη, καθώς
εμφανίζεται με τα πλούσια ενδύματά της έναντι της νεαρής πτωχής, την
εκμεταλλεύεται και μετά δηλώνει πόσο δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτή στο δικό τους
περιβάλλον.
Η Αιμιλιανή Σταυριανίδου (Λουκερία), η υπηρέτρια, εκπροσωπεί το γνήσιο αυτό
πλάσμα, που βλέπει τί περνά η Ήμερη, καταλαβαίνει τον πόνο της και την
ευαισθησία της. Κάποιες φορές τολμά να μιλήσει όμως περνά απαρατήρητη, ακριβώς
όπως θα γινόταν αν αντιδρούσε και η Ήμερη. Είναι η μόνη που πραγματικά πενθεί
την Ήμερη στο τέλος και γνωρίζει καλά το τέλος όλων των φτωχών.
Τα βίντεο του Δημήτρη Ιωσηφίδη-Χοκμετίδη συμμετέχουν ενεργά στην σκηνοθετική
απόδοση.
Η σκηνοθεσία της Μαρίας Φραγκή είναι ρεαλιστική και διαπνέεται από την θεολογική
αγωνία του κειμένου, έτσι όπως το αντιλήφθηκε η σκηνοθέτης, ενώ επιχειρεί και
κοινωνικές προεκτάσεις.
Το κείμενο ακούγεται και οι ηθοποιοί αναπτύσσουν την ερμηνεία τους. Ωραία τα
σκηνικά και ιδιαίτερα τα κοστούμια της Σάντρας Στεφανίδου.
Μια παράσταση ενός κειμένου του Ντοστογιέφσκι, που αφορά τη θέση της γυναίκας,
τη μοίρα της και τις κοινωνικές ανισότητες, που προδιαγράφουν τη ζωή του καθενός.
Πολενάκης, Αυγή
https://www.avgi.gr/tehnes/519224_i-dynami-toy-kakoy-i
Ο μονόλογος του ενεχυροδανειστή
Το έργο ολόκληρο είναι ένας μονόλογος του ενεχυροδανειστή μπροστά στο πτώμα
της νεαρής γυναίκας του, που αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο. Το έργο
αρχίζει με αυτή τη σκηνή, όπου ο άνδρας αφηγείται όλη την ιστορία και αναρωτιέται τι
έφταιξε. Τη γυναίκα σε όλη τη διάρκεια του έργου δεν τη βλέπουμε ούτε την ακούμε.
Στο πλαίσιο της δουλειάς του ο άνδρας ενεχυροδανειστής έχει γνωρίσει μια άβγαλτη,
φτωχή, ορφανή και πράα νεαρή κοπέλα που συντηρείται από τις άκαρδες θείες της,
οι οποίες σκοπεύουν να την πουλήσουν μόλις τους δοθεί ευκαιρία. Η κοπέλα έρχεται
2
κάθε τόσο και «ακουμπάει» σε αυτόν τα λιγοστά της υπάρχοντα, για να μπορεί να
δημοσιεύει αγγελίες ότι αναζητεί εργασία. Ο ενεχυροδανειστής καταλαβαίνει τη
μεγάλη ανάγκη της και της φέρεται σκληρά, σχεδόν απάνθρωπα, θέλοντας να σπάσει
κάθε αντίστασή της πριν της κάνει πρόταση γάμου, επειδή την έχει σωστά
ψυχολογήσει ως αυτοκαταστροφική και είναι σίγουρος ότι από τις δύο λύσεις που
διαθέτει, να μείνει με τις σκληρές της θείες ή να δεχτεί να τον παντρευτεί, θα διαλέξει
τη χειρότερη: τον γάμο μαζί του. Επιπλέον, της αφηγείται με κάθε λεπτομέρεια την
ατιμωτική αποβολή του από το στράτευμα και την άστατη κατόπιν ζωή του, για να
είναι βέβαιος ότι θα τη δαμάσει όπως δαμάζουν τα άγρια, ελεύθερα άλογα. Και έτσι,
πράγματι, μοιάζει να έπιασε το τέχνασμα της «αντίθετης ψυχολογίας»: σου
υποβάλλω υπόγεια να μην κάνεις αυτό που θέλω εγώ, ακριβώς για να το κάνεις. Η
κοπέλα δέχεται την πρότασή του.
Πιστεύει ότι την έχει δαμάσει
Γίνεται ο γάμος και ο σύζυγος-αφέντης εξακολουθεί να την κακοποιεί, όχι μόνο
ψυχολογικά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν την πήρε από αγάπη αλλά από οίκτο.
Εκείνη δεν αντιδρά στην αρχή, μένει ήρεμη και, περιέργως, δείχνει ευτυχισμένη. Ο
άντρας πιστεύει ότι την έχει πια δαμάσει και ότι μπορεί να την κάνει ό,τι θέλει. Αλλά
τα γεγονότα που γρήγορα ακολουθούν τον διαψεύδουν. Η γυναίκα του δείχνει
ξαφνικά έναν άλλο, εντελώς διαφορετικό, ανεξάρτητο χαρακτήρα. Σταματά να τον
υπακούει, βγαίνει από το σπίτι δίχως να του δίνει λογαριασμό. Ως αποκορύφωμα της
νέας συμπεριφοράς της, κυκλοφορεί ανοιχτά με έναν αντίζηλο, επίδοξο εραστή και ο
νόμιμος σύζυγός της μόλις τότε αρχίζει να την ποθεί, αλλά με έναν πόθο «ζηλωτικό».
Ως αντικείμενο, δηλαδή, της επιθυμίας ενός άλλου άνδρα. Εκείνη φυλάει για το τέλος
την εκδίκησή της και του τη σερβίρει κρύα «στο πιάτο». Πηδάει από το παράθυρο με
ένα εικόνισμα στο χέρι, για να συγχωρεθεί η μοναδική της αμαρτία και για να του
δείξει ότι δεν αναγνωρίζει άλλον αφέντη και δεν δίνει λόγο σε άλλον κανέναν εκτός
από τον Θεό της.
Το έργο ασφαλώς δεν είναι με κανέναν τρόπο ένα γαλλικό, ρομαντικό, ερωτικό
δράμα. Διαθέτει μια θεμελιακή, «ρώσικη» ρίζα υπαρξιακή και είναι παράλληλο με το
άλλο σκοτεινό δράμα του Ντοστογιέφσκι, τον «Άνθρωπο από το υπόγειο».
Θυμίζοντάς μας έντονα και το επίσης ντοστογιεφσκικό «Όνειρο ενός γελοίου». Ίσως
μια άτυπη ντοστογιεφσκική τριλογία επάνω στη μεγάλη δύναμη του κακού.
Αλλά εδώ, για την ώρα, σταματώ. Η δύναμη του κακού είναι πράγματι πολύ μεγάλη
και απαιτεί τουλάχιστον άλλο ένα σημείωμα για να ολοκληρώσουμε τις όψεις της.
https://www.avgi.gr/tehnes/519461_i-dynami-toy-kakoy-ii
Στο σημείωμά μου της περασμένης Κυριακής επιχείρησα ένα προλόγισμα του
σπουδαίου αυτού έργου, που θα ολοκληρώσω σήμερα πριν μπω στην ανάλυση της
παράστασης.
2
Η «Ήμερη» έρχεται από την «Έπί του Όρους ομιλία» του Χριστού: «Μακάριοι οι
πραείς ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην». Είναι η πράα γυναίκα, η καλόψυχη και
καλόβουλη, γεμάτη πίστη, έτοιμη να προσφέρει αγάπη και να φροντίσει τον πλησίον
της, όπως η Σόνια από το «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. Η Ήμερη, που
έχει υποστεί κακοποιητική συμπεριφορά ως ορφανό, φτωχό παιδί, δεν μπορεί γι’
αυτό να προστατεύσει τον εαυτό της από την κακία του κόσμου και
αυτοκαταστρέφεται όταν παντρεύεται έναν διεφθαρμένο άνθρωπο με τον θάνατο
εντός του κυριολεκτικά, που ασκεί το φαύλο επάγγελμα του ενεχυροδανειστή και που
την κακομεταχειρίζεται συστηματικά μόνο και μόνο για να αποδείξει την
παντοδυναμία του κακού στον κόσμο: «αν δεν υπάρχει θεός, όλα επιτρέπονται».
Εκείνη, αντίθετα, σε απόγνωση και θέλοντας να δείξει την υπεροχή του καλού,
διαλέγει να πεθάνει αυτή στη θέση του για να εξαγοράσει την ψυχή του. Πηδάει από
το παράθυρο στο κενό με την εικόνα της Παναγίας στα χέρια, για να της συγχωρεθεί
αυτή η μοναδική αμαρτία και για να δείξει προς όλους ότι δεν αναγνωρίζει άλλον
αφέντη και ότι δεν έχει να δώσει λόγο για την πράξη της σε κανέναν άλλο, εκτός από
τον Θεό της.
Η ρωσική υπαρξιακή ρίζα
Νικήτρια σε αυτόν τον αγώνα ανάμεσα στον άνδρα-αφέντη και στη γυναίκα-παιδί,
είναι η γυναίκα ή μάλλον το παιδί μέσα στη γυναίκα. Το νόημα του έργου είναι
ακριβώς αυτό. Ο θάνατος έτσι μόνο μπορεί να νικηθεί. Έγραφα ανάμεσα σε άλλα στο
σημείωμα της περασμένης Κυριακής, ότι το έργο ασφαλώς δεν είναι ένα γαλλικό
ρομαντικό ερωτικό δράμα όπως πολλά άλλα, ξεχασμένα πια. Διαθέτει μια θεμελιακή,
μοναδική ρωσική υπαρξιακή ρίζα, ομοούσια εικόνα της διχασμένης ρώσικης ψυχής
και μας θυμίζει το άλλο σκοτεινό δράμα του Ντοστογιέφσκι, τον «Άνθρωπο από το
υπόγειο». Αλλά μαζί και το ανεστραμμένο είδωλό του, το εύψυχο « Όνειρο ενός
γελοίου».
Το έργο αρχίζει από το «τέλος» με τον άνδρα μπροστά στο νεκρό σώμα της γυναίκας
του και είναι ένας μονόλογος του άνδρα, που προσπαθεί μάταια να καταλάβει τι
έφταιξε, πού έκανε λάθος, πώς και γιατί συνέβη αυτό. Τη γυναίκα σε όλη τη διάρκεια
του έργου δεν τη βλέπουμε, ούτε την ακούμε.
Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Αλεξάνδρεια σε σκηνοθεσία
της Μαρίας Φραγκή, που, όπως η ίδια δηλώνει στο σημείωμα του προγράμματος,
«μέσα από τη δραματουργική επεξεργασία και τη σκηνοθεσία της επιδιώχθηκε, ως
απάντηση στην προβληματική αμηχανία του “εσωτερικού δράματος”, η παρουσία επί
σκηνής όλων των συντελεστών του (...) Αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος που
ακολουθήσαμε τον δρόμο της σκηνικής πολυφωνίας, αφήνοντας με μεγάλο σεβασμό
τη γοητεία του αφηγήματος σε άλλες στιγμές».
Ένα κοσμικό ευρωπαϊκό δράμα
Προσωπικά δεν παρατήρησα καμία προβληματική αμηχανία του εσωτερικού
δράματος, που είναι σφαιρικό, συμπαγές και πλήρες. Ο μονόλογος είναι ένα νόμιμο
θεατρικό είδος αρκεί να διαθέτει τα πιο πάνω χαρακτηριστικά. Η «Ήμερη» τα διαθέτει
σε επαρκέστατο βαθμό και δεν χρειάζεται, πιστεύω, κανενός είδους δραματουργική
επεξεργασία. Ηθοποιούς μόνο απαιτεί, πρόθυμους να «σηκώσουν τις μεγάλες
πέτρες και να βουλιάξουν».
Στον δρόμο που επέλεξε να ακολουθήσει η σκηνοθεσία της Μαρίας Φραγκή, με συμ-
πάθεια για το έργο αλλά δίχως την ευεργετική, υπερβατική αύρα του,
παρακολουθήσαμε μια οπωσδήποτε ευπρόσωπη, επιμελημένη παράσταση ενός
2
εξωστρεφούς κοσμικού ευρωπαϊκού δράματος, αλλά χωρίς τους έγκλειστους
κορυβαντιώντες δαίμονες της διχασμένης ρωσικής ψυχής.
Μετείχαν, ο κάθε ένας παλεύοντας γενναία με τον ατομικό του δαίμονα, οι πολύ καλοί
ηθοποιοί Βασίλης Βλάχος στον ρόλο του Ενεχυροδανειστή, Τερέζα Καζιτόρι (Ήμερη),
Έφη Κεραμιδά (Θεία) και Αιμιλιανή Σταυριανίδου (Λουκερία) που κράτησαν το έργο.
Σκηνικά-κοστούμια προσεγμένα της Σάντρας Στεφανίδου, μουσική επιμελημένη της
Άννας Μουζάκη, προσεκτικοί φωτισμοί του Παναγιώτη Μανούση, όλα ομόλογα και
ομότροπα της παράστασης.
Νίκος Μπατσικανής, https://www.criticscorner.gr/
«H Ήμερη και το εικόνισμα»,
βασισμένη στη νουβέλα «Кроткая» του Fyodor Dostoevsky
Η θεωρούμενη εξαιρετική νουβέλα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι «Η
Ήμερη», γραμμένη το 1876, παρουσιάζεται στο θέατρο - Πολυχώρο Τέχνης
και Πολιτισμού «Αλεξάνδρεια», του νομικού, μεταφραστή, ηθοποιού και
σκηνοθέτη Βασίλη Βλάχου, σε διασκευή και σκηνοθεσία της ηθοποιού,
θεατρολόγου, σκηνοθέτιδας, συγγραφέως, Καθηγήτριας Πανεπιστημίων και
μέλους του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) του Πανεπιστημίου
Πατρών, διδάκτορος Μαρίας Φραγκή.
Ένας άνδρας μονολογεί πάνω από το πτώμα της γυναίκας του, η οποία
έχει αυτοκτονήσει, πέφτοντας στο κενό, κρατώντας το εικόνισμα της Παναγίας.
Μέσα από τον δραματικό του μονόλογο, τα ερωτήματα δεν βρίσκουν
απαντήσεις και η απελπισία του κορυφώνεται. Οι αναμνήσεις του
ξεδιπλώνουν την πρότερη του γάμου κατάσταση, μέχρι που παντρεύτηκε τη
μικρή και φτωχή κοπέλα, προσδοκώντας να της χαρίσει μιαν άνετη ζωή, όντας
ένας ευκατάστατος ενεχυροδανειστής. Δυστυχώς τα «πράγματα» δεν πήγαν
όπως θα ήθελε, και ο γάμος τους κατέρρευσε. Τώρα είναι πολύ αργά, και ο
σύζυγος μένει μόνος, με τις ενοχές να τον κυριεύουν, καθώς αναρωτιέται
μήπως αυτός είναι ο φταίχτης, φερόμενος αυταρχικά στη σύντροφό του.
Ο κορυφαίος Ρώσος μυθιστοριογράφος, φιλόσοφος, διηγηματογράφος,
δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (1821 - 1881),
μέγας ανατόμος ψυχών αλλά και κορυφαίος αναλυτής των συνθηκών
διαβίωσης «φτωχών και καταφρονεμένων» (μυθιστόρημά του, 1861),
απεικονίζει με ακρίβεια και συγκλονιστικό τρόπο τα βάσανα των ανθρώπων
της εποχής του.
Όπως αναγράφει το Δελτίο Τύπου: «Ένα παράδοξο στην υπόθεση αυτής
της αυτοκτονίας εμφανίζεται από τον τρόπο που η Γυναίκα επιλέγει να τη
διαπράξει. Πέφτει στο κενό με το εικόνισμα της Παναγίας στα χέρια της. Η
πράξη της αυτοχειρίας συνδέει, σε ένα επίπεδο, τη νέα γυναίκα με το ιερό
2
αντικείμενο. Αντί για καταραμένη και έκπτωτη, η Γυναίκα διαφεύγει από τον
ψεύτικο “κήπο της Εδέμ”, καθαγιασμένη και ανώτερη από τον ταυτισμένο με
το ενεχυροδανειστήριο του Άντρα».
Έχοντας τέτοιο «υλικό» στη διάθεσή της, η Μαρία Φραγκή προσφέρει στο
κοινό μια ποιητική παράσταση, με εμπνευσμένα θεατρικά στοιχεία, που
μεταφέρει τους θεατές στη ρώσικη ατμόσφαιρα του 19 ου αιώνα. Στο θαυμάσιο
αποτέλεσμα συνέτειναν: τα πανέμορφα και με προοπτική σκηνικά και
κοστούμια εποχής της Σάντρας Στεφανίδου, οι πολύ ωραίες μουσικές επιλογές
της Άννας Μουζάκη, οι υποβλητικοί φωτισμοί του Παναγιώτη Μανούση και οι
εξαίρετες ερμηνείες των ηθοποιών: Βασίλη Βλάχου (Εκείνος -
Ενεχυροδανειστής), Έφης Κεραμίδα (Θεία), Αιμιλιανής Σταυριανίδου
(Λουκερία), Τερέζας Καζιτόρη (Εκείνη - Ήμερη). Βοηθός σκηνοθέτη η Έφη
Κεραμίδα. Κομμώσεις: Μάγδα Βουγιουκλή.
Στο τέλος, οι θεατές, στην κατάμεστη αίθουσα, αντάμειψαν όλους τους
συντελεστές της παράστασης με παρατεταμένα και ζωηρά χειροκροτήματα.
Θερμά συγχαρητήρια!
Μαρία Μπλατσογιάννη, Θεατρολόγος
Μαρία Φραγκή υποκλίνομαι!!
Συγχαρητήρια σε όλους σας!!
Βγήκα από την παράσταση «Η Ήμερη και το εικόνισμα» με έναν κόμπο στο στομάχι.
Όχι με εκείνη τη θεατρική συγκίνηση που σε λυτρώνει, αλλά με μια βαριά, επίμονη
σκέψη που δεν έλεγε να φύγει. Η ιστορία, βασισμένη στη νουβέλα Κроткая του
Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, μπορεί να γράφτηκε τον 19ο αιώνα — όμως μέσα μου
ακούστηκε τρομακτικά σύγχρονη.
Καθώς παρακολουθούσα τον Ενεχυροδανειστή, δεν έβλεπα έναν «κακό» άντρα.
Έβλεπα έναν άνθρωπο που δεν έμαθε ποτέ να αγαπά χωρίς να ελέγχει. Κι αυτό με
ταρακούνησε. Γιατί δεν ήταν ένα μακρινό, ιστορικό πρόσωπο. Ήταν μια μορφή που
συναντάμε ακόμη , ίσως έξω, ίσως δίπλα μας, ίσως μέσα μας. Η ανάγκη του για
κυριαρχία δεν παρουσιαζόταν ως σκληρότητα, αλλά ως άμυνα. Και αυτή η λεπτή
διαφορά έκανε την ιστορία πιο επώδυνη.
Η «Ήμερη» με στοίχειωσε. Η σιωπή της δεν ήταν αδυναμία· ήταν μια μορφή
αντίστασης που με έκανε να αναρωτηθώ πόσες φορές οι γυναίκες μαθαίνουν να
αντέχουν αντί να μιλούν. Στιγμές ένιωσα σχεδόν ένοχη ως θεατής , σαν να
παρακολουθούσα κάτι πολύ ιδιωτικό, πολύ εύθραυστο. Το βλέμμα της είχε
περισσότερη ένταση από οποιαδήποτε κραυγή.
Το σκηνικό περιβάλλον με έκανε να νιώσω εγκλωβισμένη. Το σπίτι δεν ήταν απλώς
χώρος, ήταν κατάσταση. Ήταν εκείνη η ψυχολογική φυλακή όπου δύο άνθρωποι
συνυπάρχουν αλλά δεν συναντιούνται. Οι φωτισμοί δημιουργούσαν σκιές που
έμοιαζαν να βαραίνουν τα σώματα. Κι εκεί, μέσα σε αυτό το ημίφως, ένιωσα πως η
εποχή του 19ου αιώνα δεν ήταν τόσο μακρινή. Η κοινωνική πίεση, η ανάγκη «να
φαίνεται» ο γάμος σωστός, η ντροπή, η υπερηφάνεια , όλα αυτά υπάρχουν ακόμη, με
άλλη μορφή. Η καθυστέρηση της αυτογνωσίας του άνδρα είναι αυτό που σε αγγίζει
περισσότερο , ο άντρας καταλαβαίνει, αλλά αργά , πάντα αργά. Και σκέφτηκα πόσο
συχνά στη ζωή οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την αξία του άλλου μόνο όταν η
2
απόσταση έχει γίνει οριστική. Η παράσταση με έβαλε σε σκέψεις και αυτό, για μένα,
είναι πιο δυνατό.
Σήμερα, σε μια εποχή που μιλάμε περισσότερο για τοξικές σχέσεις, για ψυχολογική
βία, για συναισθηματική αποξένωση, το έργο αυτό μοιάζει προφητικό. Δεν φωνάζει
συνθήματα. Δεν παίρνει εύκολη θέση. Δείχνει απλώς πώς η αγάπη μπορεί να
παραμορφωθεί όταν την πνίγει ο εγωισμός.
Φεύγοντας, αναρωτήθηκα:
Πόσο συχνά σωπαίνουμε για να μην ταράξουμε τις ισορροπίες;
Πόσο συχνά μπερδεύουμε την αγάπη με την ανάγκη;
Και πόσο θάρρος χρειάζεται για να μιλήσει κανείς πριν να είναι αργά;
Η «Ήμερη και το εικόνισμα» δεν ήταν για μένα μια παράσταση εποχής. Ήταν ένας
καθρέφτης. Και οι καθρέφτες, όταν είναι ειλικρινείς, δεν είναι ποτέ άνετοι.
Σοφία Αλεξανιάν, Ηθοποιός-Συγγραφέας
Αυτό το διήγημα (Η ήμερη) το είδα κάποτε το 2011 στη Μόσχα σε σκηνοθεσία του
Igar Lisov ήταν μια άκρως μοντέρνα ματιά με δύο πρόσωπα και με ζωντανή μουσική
και χορό. Σήμερα στο θέατρο Αλεξάνδρεια χάρηκα που είδα να παίζουν αυτό το έργο
και δεν θα άφηνα τέτοια ευκαιρία να το δω ξανά. Θεωρώ ότι η ελληνική εκδοχή της
Μαρίας Φραγκή τίμησε δεόντως το διήγημα του Ντοστογιέφσκι. Ζωντάνεψε με
τέσσερις ηθοποιούς όλους τους χαρακτήρες που αναφέρει ο συγγραφέας και
διατήρησε το κλασικό ύφος του έργου, η σκηνοθεσία της Μ. Φραγκή είναι πιο κοντά
στην ατμόσφαιρα που αποπνέει και το διήγημα, τα κοστούμια, τα φώτα που
δημιουργούσαν υπέροχες σκιές. Η παράσταση διατηρούσε, το μυστήριο, το
ψυχολογικό θρίλερ μέσω του ήρωα, τη κλασική ιδιότητα του θεάτρου με μια
φρεσκάδα και όχι επιτηδευμένο "μοντερνισμό". Το μοντέρνο στοιχείο της
παράστασης θα έλεγα πως ήταν η "κινηματογραφική" απόδοση (μικρές και
γρήγορες σκηνές σαν αποσπάσματα ζωής ανάμεσα στον στοχασμό και την
αναθεώρηση του ήρωα. Οι εναλλαγές σκηνών κρατάνε τον θεατή σε εγρήγορση.
Εντύπωση επίσης προκαλεί που οι φιγούρες δημιουργούν την αισθητική του
ρώσικου θρίλερ που συχνά μπορεί να φαίνεται στα έργα του Μπουλγκάκωφ!
Αυτό είναι πολύ εύστοχη λεπτομέρεια του σκηνοθέτη και του ενδυματολόγου.
Αξιοσημείωτοι είναι και οι συμβολισμοί που χρησιμοποιήθηκαν και δεν
παραλήφθηκαν (όπως το πιστόλι και το κρεβάτι) Και θέλω να πω μπράβο γι' αυτό!
Όσον αφορά τις ερμηνείες των ηθοποιών πολύ χαρακτηριστική η παρουσία της θείας
(Έφη Κεραμίδα) και του ενεχυροδανειστή (Βασίλης Βλάχος) ήταν σαν βγήκαν από το
διήγημα απευθείας. Σίγουρα κάνανε βίωμα τους χαρακτήρες που υποδύονται. Οι δε
Ήμερη και η Λουκέρια (Τ. Καζιτόρη και Αίμ. Σταυριανίδου) ήταν μια σύγχρονη
σύγχρονη πινελιά που ενδεχομένως να χρήζει παρατήρησης στη πορεία. Αν θέλετε
να δείτε την περισσότερο κοντινή εκδοχή του έργου Ήμερη να επιλέξετε τη
συγκεκριμένη παράσταση.
___________________________________________________________________
https://www.koukidaki.gr/2026/03/imeri-ikonisma.html
2
https://www.katiousa.gr/politismos/theatro/maria-fragki-i-imeri-kai-to-eikonisma-sto-theatro-
aleksandreia-vasili-vlachou/
Θανάσης Καραγιάννης
ΗΜαρία Φραγκή είναι Θεατρολόγος-Σκηνοθέτις-Δραματουργός. Διδάσκει στο Τμήμα
Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Σπουδών, έχει ένα σημαντικό βιογραφικό, το οποίο
εμπλουτίζει αδιάκοπα με όλο και νέες θεατρικές δημιουργίες, θεωρητικές και σκηνικές. Είναι
διδάκτορας Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών, με ειδίκευση στις Τέχνες του
Θεάματος – Θεάτρου, του Πανεπιστημίου Paris X-Nanterre. Έχει ιδρύσει και διευθύνει
Εργαστήρια Θεατρικής Έρευνας και Τέχνης και Ομάδες στα Πανεπιστήμια Κρήτης και στο
ΕΚΠΑ. Έχει διευθύνει το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Καΐρου και το περιοδικό «Πάπυροι».
Είναι μέλος του ΣΕΗ, της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου
του IDEA, της Επιτροπής Καλλιτεχνικών Σχολείων του ΥΠΕΠΘ (2015-2018), του Διεθνούς
Κέντρου της Διεθνούς Σχολής Θεατρικής Ανθρωπολογίας. Διδάσκει θέατρο –θεωρία και
πράξη– σε ΑΕΙ της Ελλάδας και του εξωτερικού από το 1997 μέχρι σήμερα. Είναι συγγραφέας
άρθρων, βιβλίων και προγραμμάτων σπουδών. Έχει σκηνοθετήσει αρκετές παραστάσεις
έργων του ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου.
Ο κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του. Έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τα
τελευταία χρόνια παρακολουθώ σχεδόν αποκλειστικά θεατρικές παραστάσεις έργων με
πολιτικό περιεχόμενο και με ταξικό πρόσημο, αν και αυτές είναι ελάχιστες. Θεωρώ αναγκαίο
και επιτακτικό το γεγονός της μεγαλύτερης δραματουργικής παραγωγής και θεατρικής
σκηνικής μεταφοράς έργων με έντονο κοινωνικο-πολιτικό προβληματισμό, μια και βιώνουμε
τη σήψη και τη συνεχιζόμενη κατρακύλα –εδώ και δεκαετίες– του αστικού/καπιταλιστικού
συστήματος στη χώρα μας και διεθνώς, με απρόβλεπτες συνέπειες σε κοινωνικό, οικολογικό
και ανθρωπιστικό επίπεδο (πόλεμοι, φτώχεια, ανεργία, εκμετάλλευση, ακρίβεια, σκάνδαλα,
οικολογικές καταστροφές κ.ο.κ.) Βέβαια, υπάρχουν τέτοιου ιδεολογικού περιεχομένου
θεατρικά έργα στο εγχώριο και διεθνές ρεπερτόριο, ικανά να προβληματίσουν, να αφυπνίσουν
τη συνείδηση των θεατών, να τους κινητοποιήσουν, ώστε να δράσουν συνδικαλιστικά,
κοινωνικά και πολιτικά για την αλλαγή του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος και για τη λύση
του αδιεξόδου, το οποίο όπως έχει διαμορφωθεί, μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε όλο
και χειρότερες καταστάσεις και σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες,
κυρίως των εργαζομένων, των ανέργων και της νεολαίας. Απαιτείται, κατά τη γνώμη μου, ν’
αποκτήσουμε όλοι μας ταξική συνείδηση και τόλμη. Το ίδιο ισχύει και για τους δραματουργούς,
τους σκηνοθέτες, τους ηθοποιούς και όλους τους εργαζόμενους και δημιουργούς του
θεατρικού φαινομένου για την παραγωγή τέτοιου περιεχομένου θεατρικών παραστάσεων.
2
Είμαι βέβαιος ότι τα ταμεία τους θα γεμίσουν από την προσέλευση πολύ περισσοτέρων
θεατών, αλλά προπαντός θα συμβάλλουν στην κινητοποίηση μεγάλου μέρους της εργατικής
τάξης και των εργαζομένων γενικότερα στον κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό τους για
την απόκτηση ταξικής συνείδησης και αγωνιστικότητας. Η τέχνη δεν πρέπει να είναι για την
τέχνη, αλλά να απευθύνεται στον λαό και να έχει ως στόχο της όχι μόνο την αισθητική
απόλαυσή του και την ψυχαγωγία του, αλλά πρωτίστως τον κοινωνικοπολιτικό
προβληματισμό του. Και οι εργάτες της τέχνης, κάθε μορφής, άρα και του θεάτρου, ως
κομμάτι της εργατικής τάξης και των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, οφείλουν να
συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Η ανάγκη για μια τέτοιου είδους εξέλιξη είναι
επιτακτική, αδήριτη, σημαντικότατη.
Το πολιτικό θέατρο είναι μια μορφή τέχνης που ασκεί κριτική στις κοινωνικοπολιτικές δομές,
την εξουσία και την επικαιρότητα, στοχεύει στην αφύπνιση του κοινού, χρησιμοποιώντας
συχνά μπρεχτικές τεχνικές αποστασιοποίησης, σάτιρα ή δραματοποιημένη έρευνα για
σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα.
Το ταξικό πολιτικό θέατρο εστιάζει στις συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών
κοινωνικοοικονομικών τάξεων, αναδεικνύοντας την εκμετάλλευση, την ανισότητα και την
ανάγκη για κοινωνική αλλαγή.
Η εξαίρεση, λοιπόν, στον κανόνα, είναι ότι παρακολούθησα την ενλόγω παράσταση ενός
έργου που έχει ένα διαφορετικό θέμα, καθαρά ψυχολογικό, με έμφαση στις ανθρώπινες και
ιδιαίτερα συζυγικές σχέσεις.
Πρόκειται για έναν φανταστικό ψυχολογικό μονόλογο, που ποτέ δεν είχε ειπωθεί. Ειδολογικά
το κείμενο ανήκει στη νουβέλα, «Η Ήμερη» (γραμμένη το 1876), της οποίας το θέμα
εμπνεύστηκε ο καταξιωμένος διεθνώς μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος,
φιλόσοφος και δημοσιογράφος Φιόντορ Μιχάιλοβιτς Ντοστογιέφσκι (1821-1881). Η
έμπνευσή του προέρχεται από την αυτοκτονία μιας ορφανής έφηβης στην Πετρούπολη, για
την οποία έγραψαν οι τοπικές εφημερίδες και από τις επίμονες ερωτήσεις αναγνωστών του
για την άποψη το ίδιου για την αυτοκτονία. Όπως και στα μυθιστορήματά του, έτσι και εδώ,
αναδεικνύεται ικανός ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ψυχογράφος της ανθρώπινης
συμπεριφοράς και από τους πρώτους υπαρξιστές (πριν από τον ερχομό των Ζαν-Πολ Σαρτρ,
Αλμπέρ Καμί, Σέρεν Κίρκεγκορ, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Καρλ Γιάσπερ κ.ά.), αφού πιστεύει
ότι «η φιλοσοφία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ανθρώπινη ύπαρξη. Ειδικά,
επίκεντρο ενδιαφέροντος του υπαρξισμού δεν ήταν πράγματα, ιδέες ή έννοιες, αλλά ο
άνθρωπος ως μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη. Η ύπαρξη, ως μοναδικός τύπος κάθε
ανθρώπου, δεν έχει στατικές έμφυτες ιδιότητες, όπως πιστευόταν ότι συμβαίνει με την ουσία
του, αλλά διαμορφώνεται αέναα με την προσωπική του δράση, με αποτέλεσμα να ευθύνεται
και γι’ αυτό στο οποίο θα καταλήξει.» (κοίτα Βικιπαίδεια).
Η κεντρική ηρωίδα, περσόνα του έργου, βασανισμένη, ως ορφανή, από την παιδική της
ηλικία, φοβισμένη, ανασφαλής και τελικά απελπισμένη, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το
παράθυρο στο κενό, σφιχταγκαλιάζοντας ένα εικόνισμα της βρεφοκρατούσας Παναγίας. Γιατί
αυτοκτόνησε; Αυτό το ερώτημα βασανίζει τον πρωταγωνιστή του έργου, τον Ενεχειροδανειστή
(Βασίλη Βλάχο, σε ρόλο που υποδύεται θαυμάσια, καθώς και στους ρόλους: Συγγραφέας και
Εκείνος), έναν σκληρό, δυστυχισμένο στην κυριολεξία, άνθρωπο, εγωιστή, ζηλόφθονα,
αρρωστημένα μοναχικό. Τα πρόσωπα του έργου είναι τέσσερα: Ο Ενεχειροδανειστής, η
Ήμερη (και Εκείνη) (καλή η υποκριτική και σκηνική παρουσία της Τερέζας Καζιτόρη, και στον
ρόλο: Εκείνη), η Θεία (Έφη Κεραμίδα, μια εκρηκτική και δυναμική ηθοποιός με εξαιρετική
άρθρωση λόγου και υποκριτική ικανότητα, οποία είναι και βοηθός της σκηνοθέτιδας) και η
Λουκερία (υπηρέτρια) (Αιμιλιανή Σταυριανίδου, σημαντική ηθοποιός, σπιρτόζα και
παιχνιδιάρα στον ρόλο της).
Ας μείνουμε για λίγο στους ήρωες του έργου και στην υπόθεσή του:
2
Ο μονόλογος του Ενεχειροδανειστή, απόστρατου αξιωματικού και πρώην
τραπεζοϋπαλλήλου, έγκειται στην απορία του για την αυτοκτονία της έφηβης συζύγου του,
στην αυτοκριτική του, στη μάταια πια «μεταμέλειά» του για την ανάρμοστη, εξουσιαστική και
εγωιστική συμπεριφορά του απέναντί της, στη μη διαχειρίσιμη μοναξιά του, στην αποξένωση
της σχέσης του με το θύμα. Έχοντας ο ίδιος ψυχολογικά «κουβάρια» μέσα του, δεν
κατόρθωσε, αφού δεν προσπάθησε καν, να τα «λύσει». Το κενό που νιώθει καθορίζει την
ανάρμοστη συμπεριφορά του. Πρόκειται για φαλλοκρατική αντίληψη, πασπαλισμένη με
θρησκευτικές πεποιθήσεις, χωρίς ανθρωπιστική βάση. Έτσι, ο «ώριμος» άνδρας και σύζυγος
εξελίσσεται κατά τον έγγαμο βίο του με την έφηβη σύζυγό του σε ζηλιάρη και καχύποπτο,
άνθρωπο, που θέλει να εξουσιάζει και να ελέγχει τις πράξεις της συζύγου του, δημιουργώντας
της προβλήματα, χωρίς να μπορεί αυτή ν’ αντισταθεί ουσιαστικά σε αυτή τη χειριστική του
συμπεριφορά.
Και όντως η Ήμερη ήταν το θύμα μιας κοινωνίας, αδιάφορης, απρόσωπης, άξεστης,
απάνθρωπης, εχθρικής, αναίσθητης απέναντι στην ευαισθησία, στον ψυχισμό, στα όνειρα και
στα προβλήματα κυρίως του εξελισσόμενου κατά την εφηβεία του ανθρώπου, χαρακτηριστικά
γνωρίσματα της κοινωνίας στη φεουδαρχία, αλλά και στην εποχή μας, του απάνθρωπου,
άδικου, εκμεταλλευτικού, πολεμοκάπηλου, αδίστακτου καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού.
Αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της κοινωνίας είναι ο ήρωας «Ενεχειροδανειστής», που
εύστοχα σκιαγραφεί με εμβληματικό τρόπο ο γίγαντας της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Φ.
Ντοστογιέφσκι και ευφυώς μεταμορφώνει καλλιτεχνικά σε δραματουργική δημιουργία και
αισθητική σκηνική μεταφορά η Μαρία Φραγκή. Η έφηβη βρίσκεται μέσα σ’ ένα ασφυκτικό
κλοιό, πριν από τον γάμο της, αλλά κυρίως κατά τη διάρκεια του σύντομου έγγαμου βίου της.
Ενώ νομίζει ότι ο γάμος θα της εξασφάλιζε σιγουριά και ευτυχία, εντούτοις αποδεικνύεται ότι
είναι βραχνάς και δυστυχία. Φαίνεται, όμως, στη συνέχεια της παράστασης του έργου ότι αυτό
το θύμα δεν ήταν επιπόλαιο και άβουλο πλάσμα, αλλά μια ύπαρξη με προσωπικότητα, με
επαναστατική αντίληψη για την κατάκτηση της ελευθερίας της, αφού πλέον ένιωθε να
ασφυκτιά μέσα στα πλοκάμια της ανδρικής εξουσίας. Η πορεία της στη ζωή περνάει πλέον σε
άλλο στάδιο, απότομα, επικίνδυνα, βιαστικά, ανορθόδοξα. Από την αθωότητα της εφηβείας
περνάει στο στάδιο της ενηλικίωσης. Κι αυτό την τρομάζει, την τρομοκρατεί. Γι’ αυτό χάνει τον
αυτοέλεγχο, τη λογική της σκέψη και τις όποιες ενδεικνυόμενες λύσεις των προβλημάτων της,
που εντωμεταξύ προέκυψαν. Αντιδρούσε, βέβαια, σπασμωδικά στην αδικία, χωρίς τελικά να
βρει το κουράγιο να ξεφύγει από το δόκανο της αδιέξοδης κατάστασης, όπως τραγικά
διαμορφώθηκε από την άπονη, άπληστη και υποκρίτρια Θεία της και από τον αυταρχικό και
εγωιστή σύζυγό της. Αν έβρισκε το κουράγιο, έχοντας καθαρό μυαλό, ψυχραιμία και λογική
σκέψη, θα συνέχιζε τη ζωή της, διαμορφώνοντας τις δικές της συνθήκες σε ένα διαφορετικό
περιβάλλον, για ένα ελπιδοφόρο γι’ αυτή μέλλον.
Η Θεία ήταν ο κλασικός τύπος εκμεταλλεύτριας, ηθικά και οικονομικά, του αδύνατου
ανθρώπου, του εφήβου μάλιστα, που βρίσκεται στην κυριολεξία «επί ξύλου κρεμάμενος»,
από την ορφάνια και την βαρβαρότητα που δέχτηκε ως παιδί, της δήθεν ηθικής και λογικής
γυναίκας, της δήθεν κοινωνικής ρεαλίστριας.
Η Λουκερία, οικιακή βοηθός αρχικά στο σπίτι της Θείας και στη συνέχεια στο σπίτι του
Ενεχειροδανειστή, αποτέλεσε τον μόνο ισορροπημένο ψυχικά χαρακτήρα του έργου, με
ευαισθησίες, αλληλεγγύη και ανθρωπιά.
Εδώ, η έμπειρη σκηνοθέτις Μαρία Φραγκή, επιχειρεί τη δραματουργική επεξεργασία και
σκηνική μεταφορά της νουβέλας του διάσημου μυθιστοριογράφου. Επέλεξε την έγκυρη και
λογοτεχνική μετάφραση, απευθείας από τα ρώσικα, του Άρη Αλεξάνδρου, με τίτλο «Μια
γλυκιά γυναίκα». Η Φραγκή δραματοποιεί τη συγκεκριμένη νουβέλα αρκετά εύστοχα, με μια
λογοτεχνική γλώσσα, γεμάτη λυρισμό, ρεαλισμό και ένταση και τη σκηνοθετεί θαυμάσια,
δίνοντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα που διεγείρει τα συναισθήματα των θεατών,
χρησιμοποιώντας έντονα το σκοτάδι, με σύντομες εναλλασσόμενες σκηνές, παίζοντας με τον
χαμηλό φωτισμό και τις συχνές εναλλαγές σκότους και φωτός (έργο και δημιουργία
του Παναγιώτη Μανούση). Δεν γνωρίζω εάν αυτή η συνεχής εναλλαγή πολλών σύντομων
σκηνών αυτής της παράστασης είναι η μοναδική στο νεοελληνικό θέατρο. Είναι σαφής η
πρόθεση της δραματουργού/σκηνοθέτιδας να δείξει την έντονη συναισθηματική φόρτιση των
2
ηρώων του έργου. Τα ηχητικά και οπτικά διέθεταν ευρηματικότητα και βοηθούσαν καταλυτικά
τον θεατή να βυθιστεί στο δράμα που βίωναν οι ήρωες του έργου.
Πρακτικά και λειτουργικά είναι τα σκηνικά και τα κοστούμια της Σάντρας Στεφανίδου, καθώς
και η μουσική της Άννας Μουζάκη.
Δεν πρέπει να παραλείψω τις φωτογραφίες και τα βίντεο, που δίνουν, αν και ανεπαίσθητα
παρουσιαζόμενα, τη δική τους αισθητική διάσταση στην παράσταση.
Άλλοι συντελεστές είναι ο Τάσσος Ζάκκας (με τα ενδιαφέροντα δημιουργήματά του: την
αφίσα και τα έντυπα) και η Μάγδα Βουγιουκλή (με τις εξαιρετικές κομμώσεις των ηθοποιών).
Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια ψυχογραφική νουβέλα, με έμφαση στην ψυχολογική ανάλυση
των ηρώων, στα χαρακτηριστικά της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς τους, στην
εξερεύνηση των αιτιών αυτής της συμπεριφοράς, στη μελέτη ψυχολογικών καταστάσεων,
στην αναζήτηση της απαρχής και των κοινωνικοοικονομικών αιτιών των διαπροσωπικών
σχέσεων και προβλημάτων μεταξύ των ανθρώπων, γενικότερα, και ειδικότερα μεταξύ των
συζύγων μέσα στην οικογενειακή συνύπαρξη και σχέση. Στη νουβέλα αυτή ο συγγραφέας
εξερευνά θέματα, όπως η εξουσία στις ανθρώπινες (και ειδικότερα στις συζυγικές) σχέσεις, η
απομόνωση, η ενοχή, η αδυναμία της ειλικρινούς επικοινωνίας και κατανόησης του άλλου. Το
έργο αναλύει την αιτία και τις συνθήκες που οδήγησαν αυτό το ορφανό, δυστυχισμένο,
μοναχικό και ανασφαλές κορίτσι στην αυτοκτονία/τραγωδία.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το έργο αγγίζει αισθητά την τραγωδία και την τραγική
ειρωνεία, έχοντας προεκτάσεις στον ρεαλισμό και στον κοινωνικό προβληματισμό. Είναι έργο
με διαχρονική εμβέλεια, όσον αφορά κοινωνικές και ανθρωπιστικές αξίες, λογικού και ηθικού
ανθρωπιστικού περιεχομένου, με συμβολισμούς, που μας στέλνει ο δημιουργός της
νουβέλας, πριν από 150 χρόνια, και έρχονται μέσα από τον γραπτό λόγο κοντά μας, οι οποίοι
φυσικά ισχύουν και συγχρόνως μας προβληματίζουν. Το θέατρο δε, τους δίνει μια άλλη
διάσταση αισθητική και κοινωνική, με πολλαπλά αποτελέσματα και οφέλη.
Η Μαρία Φραγκή, νομίζω ότι είναι πρώτη και μοναδική, μέχρι στιγμής, δραματουργός, η οποία
συμπλήρωσε τον τίτλο που έδωσε στο έργο αρχικά ο Λευτέρης Βογιατζής («Η Ήμερη»), με
το: «…και το εικόνισμα», θέλοντας να δώσει την αίσθηση της θρησκευτικής πίστης του
θύματος, το οποίο ίσως να πίστευε ότι έχοντας αγκαλιά το εικόνισμα της Παναγίας κατά την
ώρα της πτώσης στο κενό, θα εξιλεωθεί από το «αμάρτημα» αυτής της αυτοκτονικής πράξης
της, η οποία δεν συνάδει, βέβαια, επ’ ουδενί με τους κανόνες της Εκκλησίας.
Νομίζω ότι το ζητούμενο στη συγκεκριμένη παράσταση (ίσως σε προηγούμενες παραστάσεις
τα πράγματα να ήταν καλύτερα, αλλά δεν το γνωρίζω…) είναι, κατά τη γνώμη μου, η κακή
άρθρωση λέξεων και φράσεων –κατά σημεία– από ορισμένους ηθοποιούς, οι οποίοι επίσης
διατηρούσαν συχνά χαμηλή ένταση της φωνής τους, με συνέπεια τη μη κατανόηση λέξεων και
φράσεων από μέρους των θεατών στην πλατεία. Αυτό το πρόβλημα φυσικά διορθώνεται με
περισσότερες πρόβες και από παράσταση σε παράσταση. Έχω ξανατονίσει, σε παρόμοια με
τούτο σημειώματά μου, ότι ο κάθε ηθοποιός πρέπει να έχει συνειδητοποιήσει κάτι πολύ
βασικό: την ορθοφωνία, δηλ. τον καθαρό και ευκρινή λόγο, καθώς και την αυξομείωση μεν της
έντασης της φωνής, όπως το απαιτεί κάθε φορά η περίσταση, αλλά η μείωση της έντασης
πρέπει να έχει όρια, ώστε να ακούει καθαρά τον λόγο και η τελευταία σειρά της πλατείας ή του
εξώστη, στο θέατρο, βέβαια, που αυτός υπάρχει.
Όπως και να έχει, συστήνω την παράσταση στους ενδιαφερόμενους θεατρόφιλους θεατές και
το διάβασμα μυθιστορημάτων και διηγημάτων έργων του Φ. Ντοστογιέφσκι, αλλά και
μελετών για τη ζωή και το έργο του. Ευχαριστώ τη δραματουργό/σκηνοθέτιδα Μαρία
Φραγκή, τους ηθοποιούς και τους συντελεστές της παράστασης, που με ώθησαν άθελά τους
στην ενασχόληση με το έργο του Φ. Ντοστογιέφσκι, αυτές τις μέρες που προσπαθούσα να
2
συντάξω αυτό το σύντομο σημείωμά μου, παρουσιάζοντας και κρίνοντας αυτή τη θεατρική
παράσταση περισσότερο ως ένας απλός θεατής, παρά ως ένας θεατρολόγος ή ως ένας
εξειδικευμένος με τα θεατρικά δρώμενα δημοσιογράφος.
«Η Ήμερη και το εικόνισμα» – Το ξετύλιγμα μιας αέναης πτώσης
written by Times Newsroom 11 Απριλίου 2026
Tου Μανώλη Ζαχείλα
Είδα, τις προάλλες, την παράσταση «Η Ήμερη και το εικόνισμα». Διασκευή και σκηνοθεσία,
Μαρία Φραγκή. Δικαιούμαι, άραγε, να ισχυριστώ ότι, τώρα δα, τη βλέπω; Ή —γιατί όχι;— ότι
θα τη δω κάποια στιγμή μελλοντικά; Συχνά, ο Χρόνος προσλαμβάνει δυσεξήγητες ιδιότητες.
Κατέβηκα, λοιπόν, στην Πλατεία Αμερικής. Ή μήπως στην Πλατεία Αγάμων; Οι ψηφιακοί
χάρτες είναι ανένδοτοι. Όλα δείχνουν ότι πέρασα το κατώφλι του Θεάτρου Αλεξάνδρεια, όμως
σύντομα συνειδητοποιώ πως σέρνω τα παπούτσια μου στην αλλοτινή κατοικία του Μ.
Καραγάτση. Σε κάθε γωνιά, ελλοχεύει η αβεβαιότητα και η δισημία· η ουτοπία μιας τελεσίδικης
κατάφασης.
Παραδοξογραφίες· λεκτικές ακροβασίες και παίγνια. Ή μήπως παραγνωρισμένες όψεις της
έννοιας του Χρόνου; Το θέατρο, άλλωστε, χαρακτηρίζεται για αυτήν την άπιαστη μεθόριο
μεταξύ του καθημερινού και του «υπερκαθημερινού». Το τελευταίο, δανεισμένο από τον λόγο
του Κώστα Αξελού, δεν αναφέρεται, βέβαια, σε κάτι τι το μεταφυσικό ούτε σε κάτι που θα μας
αποσπάσει από την επικράτεια του τετριμμένου και του διεκπεραιωτικού. Αντιθέτως,
προσκαλεί σε μία νέα και πιο διεισδυτική ανάγνωση της πραγματικότητας. Προσκαλεί σε μια
δημιουργική συμμετοχή στο «Παιχνίδι του Κόσμου». Η ρουτίνα μπορεί και κρύβει εντός της τις
πιο ασύμβατες έννοιες: το αναγκαίο και το τυχαίο, το προβλέψιμο και το ασυνήθιστο, το πεζό
και το ποιητικό. Όλα είναι ζήτημα διαθεσιμότητας του δρώντος για μικρές ή μεγαλύτερες
ρήξεις. Από τη φύση του, το θέατρο αποτελεί έναν χώρο ανοιχτό στην έννοια του παιχνιδιού.
Ανάμεσα στους ηθοποιούς και στην πλατεία, ρέουν ποταμοί, που ανακατεύουν, άπαυστα, τα
υλικά του πυθμένα και της όχθης. Η συνθήκη του θεάτρου επιτρέπει στο κοινό να δει, ιδίοις
όμμασι, αυτό που, συχνά, υποπτεύεται για τη ζωή «εκεί έξω»: μία «άλλη» ζωή, κάπου
«αλλού», παράλληλη με την πραγματική.
Ο συγγραφέας εισβάλ(λ)ει στη σκηνή, και, με λόγο λιτό, φέρνει στο φως τη δράση και το
δράμα των ηρώων: «Μια γυναίκα, σχεδόν κορίτσι, σκαρφαλώνει στο ανοιχτό παράθυρο και
βουτάει στο κενό», δηλώνει και αναρωτιέται: «Αλλά η πρωταγωνίστρια δεν μπορεί να είναι
2
νεκρή. Πώς να την βάλεις να παίξει; Πριν ή μετά τη βουτιά;». Στο πλάνο που ακολουθεί και
ολοκληρώνει την εισαγωγική σεκάνς, λύνονται και οι όποιες απορίες είχαν απομείνει για την
κατάληξη της πλοκής· ούτε εκπλήξεις ούτε ανατροπές. Το εσχατολογικό στοιχείο της ρώσικης
ψυχής καταργεί, χωρίς δισταγμούς, τις γραμμές της έναρξης και του τερματισμού· το φινάλε
εμφιλοχωρεί στην ουβερτούρα του έργου, και αντιστρόφως. Όλα έχουν ειπωθεί στις πρώτες
κιόλας στιγμές, και αν οι θεατές υπάκουαν στις παρορμήσεις τους, θα έπρεπε ήδη να έχουν
σηκωθεί από το κάθισμα· πράγμα αδύνατο. Η ορμητική καταβύθιση στον ωκεανό των
σκέψεων του Ρώσου συγγραφέα ήρθε για να γεννήσει έναν πηχτό, θεοσκότεινο βυθό. Ένα
υποθαλάσσιο πλατό, όπου οι ηθοποιοί εμφανίζονται και εξαφανίζονται όπως τα αλλόκοτα
εκείνα ψάρια που γλιστρούν στις ράχες και στις τάφρους της αβύσσου. Τα φώτα σβήνουν και
ανάβουν στη σκηνή, δημιουργώντας την αίσθηση ενός ζωντανού πλάσματος που αναπνέει. Ο
χρόνος παίρνει χαρακτήρα ανοίκειο, ονειρικό, και το κοινό, πολύ γρήγορα, θα υποχρεωθεί να
υποκύψει. Θα παραιτηθεί από την ανώφελη προσπάθειά του να αγκιστρωθεί στη γνώριμη
ασφάλεια της αίσθησης του πριν, του τώρα και του μετά. Γίνεται μέτοχος του «παιχνιδιού» και
«ανοίγεται». Καθίσταται αυτόπτης μάρτυρας μιας τομής στον χρόνο· απότοκό αυτής, ένα
ακατάσχετο αιμορραγικό επεισόδιο συνειρμών που διατρέχει το έργο μέχρι το τέλος. Είναι η
ευκαιρία να εξασκηθεί στην εναρμόνισή του με μια διαφορετική χαρτογράφηση του κόσμου. Το
παν μοιάζει πως έχει συμβεί άπαξ και μονομιάς. Ό,τι παρακολουθούμε, στο εξής, είναι το
απειλητικό και λυτρωτικό ξετύλιγμα ενός κουβαριού που κατρακυλά, και δεν υπάρχει χέρι
—θεϊκό ή μη— να διακόψει την αναγκαία, καθοδική του πορεία.
Το πράο κορίτσι του Ντοστογιέφσκι, με το εικόνισμα της Παναγίας αγκαλιά, πέφτει· πέφτει
διαρκώς, από την εποχή των Πρωτοπλάστων ως και σήμερα. «Μεγάλωσε ορφανό και το ξύλο
που έτρωγε δεν περιγράφεται. Δεν θα σας πει ποτέ πως της έλειψαν τα χάδια των γονιών της,
είναι περήφανη. Αφήστε την να μάθει λίγο λίγο». Μέσω μιας προβολής βίντεο στην οροφή,
πέφτει σε ένα ανεστραμμένο βάραθρο, που λειτουργεί συνάμα και ως τρύπα φωτός, δίκην
νωπογραφίας στη θολωτή οροφή της Καπέλα Σιξτίνα. Αφήνεται στο κενό από ένα μπαλκόνι
του τετάρτου ορόφου στην Πετρούπολη του 1876· από μια γέφυρα στο Παρίσι του ‘56· από
τους Δίδυμους Πύργους του 2001· από ένα μπαλκόνι —και πάλι— του τετάρτου στο Μαρούσι
του 2026. Οι Πτώσεις όλο λένε να συντρίψουν τον απελπισμένο άνθρωπο, και όλο το
αναβάλλουν. Έρχεται, έτσι, να υπογραμμιστεί η ανάμεικτη αυτή συνθήκη της ζωής, που
συμπλέκει άναρχα(;) παρελθόν, παρόν και μέλλον, σε βαθμό που αναρωτιέται κανείς περί της
ύπαρξης του περιλάλητου «Εδώ και Τώρα». Διαφορετικά εκφρασμένου μέσα από το μοδάτο
όσο και επιτακτικό «Άδραξε τη στιγμή»· το μότο μιας εποχής που απαξιώνει την ευεργετική
πρόσληψη του φαινομένου του Χρόνου από μια απόσταση. Από ένα ύψος που δεν επιτρέπει
ούτε την αγκύρωση στα «μικρά» συγκαιρινά, μα ούτε και την αγχωτική προσμονή ενός
μέλλοντος που καταφτάνει ως καιρικό φαινόμενο, αυτόνομο, εν είδει τιμωρητικής θεομηνίας.
Μια τέτοια πρόταση θα πέσει, εύκολα, θύμα παρερμηνειών. Θα κινδυνεύσει να εκληφθεί ως
κάλεσμα προς αποφυγή και λοξοδρόμηση. Τουναντίον. Το ζητούμενο είναι η εμπλοκή, όχι με
όρους κατάκτησης, αλλά με όρους παραγωγικής ενσωμάτωσης και αποδοχής.
Οι ήρωες στην «Ήμερη» γνωρίζουν το τι έχει συμβεί, το τι συμβαίνει και το τι θα συμβεί.
Αγνοούν, πιθανότατα, το πώς και το γιατί, μα τους είναι αδιάφορο, μα και ασύμφορο να
σπαταλήσουν εκεί τις δυνάμεις τους. Το σημαντικό δεν κατοικεί στις απαντήσεις, μα στην
αναγκαιότητα να εμβαθύνουν στην ίδια τη διερώτηση· να ξαναμάθουνε· να ξαναμάθουνε το
πώς μαθαίνουμε. «Τι σιωπή είναι αυτή; Πού είναι οι απαντήσεις;», μονολογεί ο
Ενεχυροδανειστής. Το νιώθουν, πως το μυστήριο δεν προορίζεται παρά να παραμείνει
μυστήριο· μια τόσο άβολη συνειδητοποίηση στον αιώνα των αχανών κέντρων συλλογής
πληροφορίας και δεδομένων. Επάνω στο σανίδι, έχουν να επιτελέσουν έναν ρόλο που κλείνει
το μάτι, το ίδιο πονηρά, και στη μοίρα και στη βούληση· πιόνια και πρωταγωνιστές. Δεν είναι
υποταγμένοι· ούτε και επιζητούν την κυριαρχία· μεταμορφώνουν, όμως, αόρατα και
δημιουργικά, τον κόσμο του τότε, του τώρα και του αύριο. Συμμετέχουν, οικειοθελώς, σε μια
2
χαρτοπαικτική παρτίδα, όπου οι κανόνες, καίτοι αφανείς, είναι εκ προοιμίου αποδεκτοί· ακόμα
και οι μπλόφες. Σημασία έχει να υπηρετήσουν τον ρόλο που τους έχει ανατεθεί· να αντλήσουν
το φαρμάκι που τους αναλογεί ως το τέλος· ένα τέλος που, σα σκυταλοδρομία, περιφέρεται
από γενιά σε γενιά. Μετεωρίζεται, κάνει διαρκώς πως πέφτει απ’ το μπαλκόνι· αποκαλύπτει το
εκκρεμές μεταξύ του επελθόντος, του επερχόμενου και αυτού που επέρχεται, κατά τον Αξελό,
ή με άλλα λόγια, του ζωντανού παρελθόντος, του σχεδιασμένου μέλλοντος και του ανοιχτού
και αινιγματικού μέλλοντος. Συντονίζεται, έτσι, το μαγνητικό εκείνο πεδίο που κρατάει στην
τροχιά του τη θρυμματισμένη πραγματικότητα. Ένα θραύσμα και ο άνθρωπος, που καλείται,
όμως, να αποδράσει από τα σφιχτά του περιθώρια, να κρατηθεί ανοιχτός και δεκτικός· να
αφεθεί στη σπείρα μιας αδιάσπαστης Ενότητας.
Το κορίτσι αυτοκτόνησε. Το κορίτσι αυτοκτονεί. Το κορίτσι θα αυτοκτονήσει. Μετέωροι και οι
θεατές, ακούνε —επιτέλους— τις σκέψεις τους, μέσα στην όλο και σπανίζουσα σιωπή: «Γιατί
δεν έτρεξα να αποτρέψω την πτώση; Η όψη του κοριτσιού κάτι μου θυμίζει· μήπως είμαι εγώ;
Ή και όλοι μαζί;». Συμπλέκονται, δίχως πρόβα, με το μοιρολόι του Ενεχυροδανειστή:
«Εγκληματίες που παριστάνετε τους τιμωρούς, που πνίγετε τις περήφανες ψυχές. Όχι δεν
μπορώ, δεν θέλω να σας υπακούσω νόμοι των μικρών μυαλών». Η παράσταση κλείνει, και το
καθεστώς της παγχρονίας εγκαθίσταται σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Νεκροί· ζωντανοί·
μελλοθάνατοι· στο ίδιο επίπεδο. Έχουν κάτι από τον Πήλινο Στρατό του Μαυσωλείου του
Αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ στην Κίνα. Καλούν σε ένα προσωρινό, έστω, «πέταγμα» προς
κάπου αλλού, πέρα από το ατομικό και το συλλογικό. Κάθε ψιμύθιο καθίσταται ανώφελο. Κάθε
είδους διαχωρισμός συντρίβεται στη μυλόπετρα του Χρόνου.
***
«H Ήμερη και το εικόνισμα», σε διασκευή και σκηνοθεσία της Μαρίας Φραγκή, βασισμένη στη
νουβέλα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, «Кроткая» παίζεται μόνο για τέσσερις (4) ακόμη
παραστάσεις, Σάββατο 18 και 25 Απριλίου ώρα 20:30 και Κυριακή 19 και 26 Απριλίου ώρα
19:00,στο Θέατρο «Αλεξάνδρεια» (Σπάρτης 14, Πλατεία Αμερικής, τηλ. 2121007079).



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου